Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Μπορεί να επιβιώσει το ευρώ;




27.5.2010

Του Δημήτρη Καζάκη
οικονομολόγου - αναλυτή


Τo ευρώ βρίσκεται σε άτακτη υποχώρηση. Αυτό ομολογείται πλέον από όλους, ακόμη και από τους πιο φανατικούς οπαδούς του. Το γιατί, ερμηνεύεται επισήμως με αναφορές σε «επιδρομές λύκων», επιθέσεις κερδοσκόπων, καταχθόνια σχέδια των Αμερικανών και άλλα φαιδρά σενάρια συνωμοσιολογίας. Όσο πιο πιστός παραμένει κάποιος στον μύθο του αδιάβλητου και «ισχυρού ευρώ» τόσο πιο επιρρεπής είναι σ’ αυτήν τη συνωμοσιολογία. Η αλήθεια όμως βρίσκεται αλλού.
Η κοινή λογική λέει ότι όταν ένα νόμισμα αποδεικνύεται τόσο ευπαθές στις αναταράξεις των αγορών, τις πιέσεις από την κερδοσκοπία και τις διακυμάνσεις από την επενδυτική συμπεριφορά διεθνώς, αυτό σημαίνει ότι φταίει το ίδιο το νόμισμα, οι βάσεις πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί, η ιδιοσυστασία του.
Όμως η κοινή λογική έχει πάρει διαζύγιο εδώ και δεκαετίες από το επίσημο οικονομικό και πολιτικό δόγμα, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η συγκρότηση του ευρώ και η ευρωζώνη. Στο γνωστό δίλημμα «είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε» η απάντηση που δίνουν οι ευρωκυβερνώντες είναι προφανής: στραβός είναι πάντα ο γιαλός. Με άλλα λόγια δεν είναι το νόμισμα που φταίει, αλλά η οικονομία. Και πιο συγκεκριμένα εκείνες οι οικονομίες που αμάρτησαν γιατί παρέβησαν τις άνωθεν εντολές των δημοσιονομικών κριτηρίων.

Το ευρώ των τραπεζών
Το ευρώ δεν δημιουργήθηκε για να καλύψει ή για να εκφράσει ανάγκες της πραγματικής οικονομίας με όρους παραγωγής, εισοδημάτων και συναλλαγών. Δεν επινοήθηκε για να λειτουργήσει εντός της ευρωζώνης όπως λειτουργούσαν τα εθνικά νομίσματα, δηλαδή ως μέσα διευκόλυνσης των συναλλαγών και της εσωτερικής συσσώρευσης. Αντίθετα το ευρώ υπήρξε ευθύς εξαρχής μια επινόηση των τραπεζιτών για δική τους διευκόλυνση.
Γι’ αυτό και με το ευρώ το νόμισμα έπαψε πια να είναι ένα μέσο, ένα εργαλείο της οικονομικής πολιτικής προς εξυπηρέτηση της οικονομίας, αλλά ακριβώς το ανάποδο. Δημιουργήθηκε ως αξία καθαυτή στην οποία η οικονομία όφειλε να υποταχτεί και μάλιστα υπακούοντας σε πολύ αυστηρούς και εντελώς ανελαστικούς νομισματικούς και δημοσιονομικούς κανόνες. Δεν όφειλε το νόμισμα να προσαρμοστεί στην οικονομία και μάλιστα στην πραγματική, αλλά η οικονομία όφειλε διά ροπάλου να προσαρμοστεί στο νόμισμα.
Έτσι κατασκευάστηκε ένα νόμισμα που για να είναι «ισχυρό» προϋποθέτει τη σταθερότητα στις αγορές και στις οικονομίες που εκφράζει. Το ζητούμενο, δηλαδή, έγινε προαπαιτούμενο. Ο λόγος που έγινε αυτό είναι απλός. Μας τον εξηγεί πολύ καλά ο Στέφαν Κολινιόν, επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής του Centro Europa Ricerche (CER) της Ρώμης:
«Μια νομισματική ένωση δεν είναι σύστημα σταθερών ισοτιμιών. Η ουσία της νομισματικής ζώνης συνίσταται στην απεριόριστη πρόσβαση από όλες τις εμπορικές τράπεζες στη ρευστότητα της κεντρικής τράπεζας (ΕΚΤ). Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα συλλέγει τις αποταμιεύσεις από παντού στη Ζώνη του Ευρώ και τις επενδύει οπουδήποτε βρίσκει κερδοφόρες ευκαιρίες» (Eurointelligence, 22.04.2010).
Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο η ρευστότητα, δηλαδή το χρήμα σε κυκλοφορία, συγκεντρώθηκε στις τράπεζες οδηγώντας σε ασφυξία την πραγματική οικονομία, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά έδωσε μια εκπληκτική ευκαιρία στους τραπεζίτες να κερδοσκοπήσουν ασύστολα γεμίζοντας κυριολεκτικά την αγορά με δάνεια και χρέη. Με το ευρώ οι τράπεζες κατόρθωσαν να μετατρέψουν τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και των κρατών σε τίτλους χρέους, ώστε να κερδίζουν προσελκύοντας κάθε είδους επενδυτή κερδοσκόπο από τη διεθνή αγορά.

Τροφή για «αρπακτικά»
Επομένως, η δύναμη του ευρώ, αλλά και η συναλλαγματική τιμή του, εξαρτήθηκε άμεσα από τη δυνατότητά του να προσελκύει και να αποδίδει σημαντικά κέρδη στα αρπακτικά της αγοράς, αλλά και από τη δυνατότητα των τραπεζών να τροφοδοτούν διαρκώς την αγορά με νέους τίτλους, κυρίως ομόλογα και παράγωγα χρέους.
Ο Πίνακας 1 δείχνει αυτή την έκρηξη τίτλων χρέους (χρεογράφων) μέσα στην ευρωζώνη, η οποία από 108,3% του ΑΕΠ το 2000 εκτινάχθηκε στο 170,4% το 2009. Το αποτέλεσμα ήταν μια εκτίναξη του χρέους σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, τόσο του ιδιωτικού όσο και του κρατικού. Ενδεικτικός από αυτή την άποψη είναι ο Πίνακας 2, που δείχνει την έκταση του χρέους στις κυριότερες χώρες του ευρώ.
Η έκταση του χρέους συνοδεύτηκε και με ένα τεράστιο κύμα τιτλοποιήσεων πλούτου μέσα στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα οι ευρωπαϊκές τράπεζες να έχουν χαρτοφυλάκια αξιόγραφων συνολικής αξίας πάνω από 30 τρισ. ευρώ το 2008, το οποίο αντιστοιχεί σε πάνω από το 332% του ΑΕΠ ολόκληρης της ευρωζώνης για την ίδια χρονιά.
Μόνο για λόγους σύγκρισης θα αναφέρουμε ότι τα τραπεζικά χαρτοφυλάκια ανέρχονταν το 2001 σε πάνω από 17,5 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχούσαν στο 250% του ΑΕΠ της ευρωζώνης την ίδια χρονιά. Το αποτέλεσμα ήταν μια τέτοια μεγέθυνση των τραπεζών που θα μπορούσαν άνετα να απορροφήσουν ολόκληρα κράτη. Ακόμη και τα μεγαλύτερα.

Εικονική σταθερότητα
Για να συνεχιστεί η χρηματοπιστωτική επέκταση χρειαζόταν να εξασφαλιστεί η σταθερότητα του κοινού νομίσματος, δηλαδή του ευρώ. Σταθερότητα του νομίσματος σήμαινε σταθερές αποδόσεις για τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών.
Επειδή όμως η σταθερότητα δεν μπορούσε να επιτευχθεί με όρους πραγματικής οικονομίας, μιας και οι οικονομίες της ευρωζώνης ήταν τελείως διαφορετικές και ανισόρροπες μεταξύ τους, επιλέχθηκε η επιβολή μιας εικονικής σταθερότητας με βάση τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Ουσιαστικά οι οικονομίες, τα κράτη και οι λαοί διατάχθηκαν να κρατήσουν τη σταθερότητα του νομίσματος τηρώντας μια αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Μόνο που οι οικονομίες δεν λειτουργούν με διατάγματα, ούτε υπακούουν σε προσταγές.
Για να διατηρηθεί η εικονική σταθερότητα του ευρώ και συνεπώς οι μεγάλες αποδόσεις για τις επενδύσεις σε τίτλους του χρέους, έπρεπε όλη η εγγενής αστάθεια να απορροφηθεί από την πραγματική οικονομία και τα λαϊκά εισοδήματα. Από τη στιγμή που δεν μπορούσε να υποτιμηθεί το νόμισμα, έπρεπε συνεχώς να υποτιμάται η πραγματική οικονομία και κυρίως το «εργατικό κόστος». Ταυτόχρονα το άνοιγμα των αγορών και οι διαρκείς ιδιωτικοποιήσεις άνοιγαν διαρκώς νέες ευκαιρίες κερδοφόρας τοποθέτησης για τις τράπεζες και την κερδοσκοπία με τίτλους.
Έτσι τη δεκαετία του ευρώ η παραγωγική βάση της ευρωζώνης αναπτύχθηκε ελάχιστα, ενώ οι εργαζόμενοι σε όλες τις χώρες του ευρώ έχασαν σημαντικά από το εισόδημα και τις απολαβές τους με όρους κοινωνικής ασφάλισης και πολιτικής. Οι εργαζόμενοι της ευρωζώνης βρέθηκαν σε πολύ χειρότερη κατάσταση με το ευρώ απ’ ό,τι πριν. Αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που σήμερα σχεδόν κανένας λαός της ευρωζώνης δεν έχει θετική γνώμη για το ευρώ και την πορεία της χώρας του με αυτό.
Όμως, στον βαθμό που το ευρώ παρέμενε σταθερό, οι τράπεζες κέρδιζαν όλο και πιο πολλά μέσα από την τιτλοποίηση των πάντων και οι διεθνείς επενδυτές κερδοσκοπούσαν ασύστολα με την υπερπαραγωγή χρεογράφων, κανέναν από τους ευρωκρατούντες δεν ένοιαζε η δραματική απαξίωση της πραγματικής οικονομίας και των εργαζομένων.
Κι έτσι φτάσαμε στην παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το καλοκαίρι του 2007 και συνεχίστηκε με το κραχ του φθινοπώρου 2008. Μεγάλο μέρος των χαρτιών που είχαν συσσωρευτεί στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών απαξιώθηκαν. Πολλές τράπεζες άρχισαν να χρεοκοπούν και τεράστια κεφάλαια τοποθετημένα σε τίτλους και χρεόγραφα άρχισαν να λιμνάζουν στις αγορές. Τα κράτη έτρεξαν να στηρίξουν τις τράπεζες και έτσι συνέβαλαν στην εξάπλωση και στο βάθεμα της κρίσης.

Το... επόμενο στάδιο
Σύμφωνα με τον Νουριέλ Ρουμπίνι, «αυτή η κρίση δεν έχει τελειώσει ακόμη, βρισκόμαστε απλά στο επόμενο στάδιο. Σ’ αυτό μεταφερόμαστε από το πρόβλημα του ιδιωτικού στο δημόσιο χρέος... Κοινωνικοποιήσαμε μέρος των ιδιωτικών απωλειών με το να διασώσουμε τα πιστωτικά ιδρύματα και να παράσχουμε χρηματοοικονομικά κίνητρα ώστε να αποφύγουμε τη μετατροπή μιας μεγάλης πτώσης σε μια ύφεση διαρκείας. Όμως το αυξανόμενο δημόσιο χρέος δεν είναι ένα δωρεάν γεύμα, τελικά θα πρέπει να το πληρώσεις» (The Daily Telegraph, 23.5.2010).
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το κύριο πρόβλημα του ευρώ. Τεράστιες μάζες τίτλων χρέους βρίσκονται συσσωρευμένες στα χέρια των μεγάλων τραπεζών της ευρωζώνης χωρίς να μπορούν πια να προσελκύσουν επενδυτές κερδοσκόπους.
Το ευρώ δεν μπορεί πια να συνεχίσει να εξυπηρετεί τις τράπεζες, ούτε να προσελκύει επενδυτές. Και ταυτόχρονα δεν μπορεί να βοηθήσει την ανάπτυξη των πραγματικών οικονομιών, με όρους παραγωγής και εισοδημάτων, της ευρωζώνης όπως δεν το έκανε και μέχρι τώρα. Αυτό κάνει ακόμη και στελέχη της ΕΚΤ να ξανασκεφτούν την τρομακτική υπερδιόγκωση του τραπεζικού τομέα στην ευρωζώνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και ο Λορένζο Μπεν Σμάγκι, μέλος του συμβουλίου της ΕΚΤ, αναγκάστηκε σε μια σχετικά πρόσφατη ομιλία του (15.4) να ομολογήσει:
«Χρειάζεται να επανεξετάσουμε όλες αυτές τις εύκολες παραδοχές ότι ένας μεγάλος χρηματοπιστωτικός τομέας κατά κανόνα ωφελεί την πραγματική οικονομία. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας, χωρίς να αναφέρουμε μερικά από τα πεδία του, μπορεί να γίνει κάποιες φορές ‘‘πολύ μεγάλος’’. Μπορεί να καταλήξει να αποτελεί απειλή τόσο για την οικονομική όσο και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα...».
Για παράδειγμα, το 2007 οι υποχρεώσεις της Barclays ξεπερνούν το ΑΕΠ της Βρετανίας, οι υποχρεώσεις της Deutsche Bank αντιστοιχούν στο 80% του ΑΕΠ της Γερμανίας και οι υποχρεώσεις της Fortis ήταν αρκετές φορές μεγαλύτερες από το ΑΕΠ της πατρίδας της, του Βελγίου. Όπως παρατήρησαν με κάπως προκλητικό τρόπο κάποιοι αναλυτές, τέτοια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ίσως να μην είναι απλά «πολύ μεγάλα για να αποτύχουν», αλλά μάλλον «πολύ μεγάλα για να υπάρχουν».

Η οσμή της σήψης
Ποιος όμως είναι σήμερα σε θέση να «κουρέψει» το υπερδιογκωμένο τραπεζικό σύστημα; Ποιος μπορεί να αναλάβει το τεράστιο κόστος διαγραφής μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου των τραπεζών; Απ’ ό,τι φαίνεται κανένα κράτος, ούτε καν η Γερμανία, δεν μπορεί να το κάνει. Γι’ αυτό και ολόκληρη η ευρωζώνη ακολουθεί μια πορεία που μόνο αυτοκαταστροφική μπορεί να χαρακτηριστεί.
Σε αυτές τις συνθήκες όπου ο μεγαλύτερος παγκόσμια, ο πιο υπερδιογκωμένος χρηματοπιστωτικός τομέας, αυτός της ευρωζώνης, κινδυνεύει άμεσα να καταρρεύσει, είναι φυσικό να παρατηρείται αφενός μια μαζική φυγή επενδυτών από το ευρώ και ταυτόχρονα ένα έντονο ενδιαφέρον από επενδυτικά κεφάλαια που ειδικεύονται στην κερδοσκοπία με τις επισφάλειες.
Άλλωστε οι κερδοσκόποι αυτοί λειτουργούν σαν τα νεκροφάγα της αγοράς. Ακολουθούν την οσμή της σήψης και επιτίθενται σε ό,τι πιο ευπαθές και ασταθές υπάρχει. Και το ευρώ σήμερα είναι ένας πολύ εύκολος στόχος, γιατί πολύ απλά δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί πάνω στον τεράστιο όγκο χαρτιών χρέους που έχουν συγκεντρώσει οι τράπεζες της ευρωζώνης.
Αυτό που παρατηρούμε σήμερα συνολικά στην ευρωζώνη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επανάληψη σε άλλη κλίμακα αυτού που ζήσαμε με την Ελλάδα. Οι αγορές πιέζουν διαρκώς τους ευρωκυβερνώντες να χώσουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να σώσουν τις τράπεζές τους και να στηρίξουν το ευρώ. Άλλο που δεν θέλουν οι κερδοσκόποι.
Με τους «μηχανισμούς στήριξης» που αποφάσισαν οι ηγέτες της ευρωζώνης, με την ΕΚΤ να αγοράζει απευθείας κρατικά ομόλογα από τις χώρες - μέλη και με την επιβολή όλο και πιο αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων με περικοπές μισθών, συντάξεων, κοινωνικών παροχών και δαπανών, ολόκληρη η ευρωζώνη οδηγείται εκεί που οδηγήθηκε και η Ελλάδα. Σε μια ιδιότυπη «καραντίνα».
Μόνο που όπως η «καραντίνα» αυτή οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα την Ελλάδα στην πτώχευση με τους χειρότερους δυνατούς όρους, έτσι οδηγεί και την υπόλοιπη ευρωζώνη.
Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια ποια θα είναι η τύχη της ευρωζώνης και του ίδιου του ευρώ. Οι βεβαιότητες ανήκουν στο παρελθόν. Η πίστη στο «ισχυρό ευρώ» σήμερα έχει ξεφύγει από το πεδίο της λογικής και ανήκει πια στη σφαίρα των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Και στη θρησκευτική πίστη δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για λογικά, ούτε για επιστημονικά επιχειρήματα.
Το σίγουρο είναι ότι το ευρώ θα αποτελέσει έναν βασικό αποσταθεροποιητικό παράγοντα για όλες τις οικονομίες της ευρωζώνης, ακόμη και για τις πιο ισχυρές. Η εμμονή σ’ αυτό, ιδίως σε συνθήκες όλο και πιο αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων και αυξανόμενου χρέους, θα οδηγήσει ολόκληρες οικονομίες να χαθούν «αύτανδρες». Αυτός είναι κι ο λόγος που οι ισχυρές οικονομίες σήμερα – ιδίως η Γερμανία – διαμορφώνουν εναλλακτικές στρατηγικές.
Όσο για την Ελλάδα, οι επιλογές της είναι πολύ απλές: ή παραμένει στο ευρώ για να υποστεί μια από τις χειρότερες καταστροφές της ιστορίας της ή φεύγει με σκοπό να ανασυντάξει την οικονομία και την κοινωνία της δίχως κηδεμονίες και εξαρτήσεις. Μέση λύση δεν υπάρχει.

Πίνακας 1: Χρεόγραφα της ευρωζώνης (τρισ. ευρώ, τρέχουσες τιμές)

2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2009
Σε ευρώ
6,498
7,050
7,452
8,004
8,590
9,181
9,851
10,759
12,059
13,668
Σε όλα τα νομίσματα
7,130
7,778
8,178
8,764
9,444
10,246
11,061
12,031
13,406
15,300
Γενική Κυβέρνηση
3,548
3,775
3,949
4,151
4,386
4,604
4,706
4,836
5,261
5,883
ΑΕΠ
6,584
7,013
7,258
7,474
7,777
8,060
8,458
8,926
9,195
8,978
Χρεόγραφα ως % του ΑΕΠ
108,3
110,9
112,7
117,3
121,4
127,1
130,8
134,8
145,8
170,4

Πίνακας 2: Συνολικό χρέος ως % του ΑΕΠ κάθε κράτους, 2008

Κυβέρνηση
Επιχειρήσεις
Νοικοκυριά
Πιστωτικά ιδρύματα
Συνολικό χρέος
Μέση ετήσια % αύξηση του χρέους 2000-08
Βρετανία
52
114
101
202
469
10,2
Γερμανία
69
66
62
76
274
2,5
Ισπανία
47
136
85
75
342
14,5
Ελβετία
37
75
118
84
313
4,5
Γαλλία
73
110
44
81
308
7,7
Ιταλία
101
81
40
77
298
6,3
ΗΠΑ
60
78
96
56
290
8,1
Ιαπωνία
188
96
67
108
459
0,3
Πηγή: McKinsey Global Institute

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου