Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Στη τροχιά του νεοφιλελεύθερου αριστερισμού



Στο ΚΚΕ εκτυλίσσεται μια επιχείρηση συνολικής παραίτησης απ’ το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και τα μέτωπα πάλης του, με την ανοιχτή υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης προβληματικής στο όνομα της «ανάδειξης του στρατηγικού στόχου».

Η επιχείρηση στην οποία αναφερόμαστε δημοσιοποιήθηκε κυρίως μέσα απ’ τη δημοσίευση «θεωρητικού πονήματος» της κ. Ελένης Μπέλλου, μέλους της ΚΕ και του στενού περιβάλλοντος της Γ. Γ. του κόμματος κ. Αλέκας Παπαρήγα, στο περιοδικό Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 6, 2001), καθώς και σε μια σειρά δικά της άρθρα «γραμμής» στον Ριζοσπάστη. Ο κεντρικός στόχος αυτής της φιλολογίας είναι να «πειστούν» οι κομματικές δυνάμεις του ΚΚΕ και πρωτίστως αυτές που δραστηριοποιούνται στις ΔΕΚΟ και τις Τράπεζες, ότι πρέπει μπροστά στο κύμα των ιδιωτικοποιήσεων να εγκαταλείψουν αιτήματα «επανακρατικοποίησης», αλλά και υπεράσπισης του κρατικού μονοπωλίου σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας, όπως ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κοκ. Να εγκαταλείψουν, δηλαδή, θέσεις τις οποίες το ΚΚΕ υποστήριξε με προσήλωση για δεκαετίες.
Γιατί, όμως, αυτή η στροφή και μάλιστα μπροστά στην ολομέτωπη επίθεση του ταξικού αντιπάλου; Ας αφήσουμε την ίδια να μας εξηγήσει.

Όταν η ταξική πάλη πάει περίπατο!

Η κ. Μπέλλου ξεκινά με το να μαλώνει τους απλούς εργαζόμενους, που τολμούν να σκέφτονται με βάση την εμπειρία τους και μάλιστα να αναλογίζονται εντελώς ξεδιάντροπα: «Είχα καλύτερες εργασιακές σχέσεις και αμοιβή με το κρατικό μονοπώλιο στην ηλεκτρική ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, με την κρατική τράπεζα απ’ ότι με το νέο καθεστώς, άρα το κρατικό μονοπώλιο ή η κρατική (έστω καπιταλιστική) ιδιοκτησία μου εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στο σύστημα». Γιατί, όμως, είναι λάθος να σκέφτονται έτσι οι εργαζόμενοι; Μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό που τους λεει η εμπειρία τους; Όχι βέβαια, ούτε καν η κ. Μπέλλου δεν τολμά να το αμφισβητήσει. Οι εργαζόμενοι πέφτουν σε μέγα σφάλμα γιατί απλά δεν σκέφτονται με τον τρόπο που τους υποδεικνύει η μεγάλη «θεωρητικό» μας. Γιατί απλά τολμούν να νοιάζονται – όπως είναι άλλωστε αναμενόμενο από κάθε φυσιολογικό άνθρωπο – για το πότε ήταν καλύτερα τα πράγματα γι αυτούς, για το πότε μπορούσαν να ζουν και να εργάζονται καλύτερα, έστω και μέσα στα πλαίσια του υπάρχοντος συστήματος.
Όμως το να μοχθεί ο εργαζόμενος να καλυτερέψει τη ζωή του, έστω και χωρίς να απειλήσει άμεσα το σύστημα, δεν είναι παρά «εμπειρική» προσέγγιση κατά την κ. Μπέλλου. Κι αυτό γιατί «αγνοεί ή παραγνωρίζει ότι η περίοδος βελτίωσης των εργασιακών σχέσεων και μισθών απλώς συνέπεσε με την περίοδο κρατικοποιήσεων, που ξεκίνησε μεταπολιτευτικά η ΝΔ και ολοκλήρωσε το ΠΑΣΟΚ. Ήταν η χρονική περίοδος κατά την οποία πραγματοποιήθηκε μια ορισμένη ενσωμάτωση στους μισθούς των αποτελεσμάτων μιας σχετικά μακρόχρονης και δυναμικότερης καπιταλιστικής ανάπτυξης». Βέβαια, όποιος έχει στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα και την εμπειρία της εργατικής τάξης, που τόσο πολύ φαίνεται να απεχθάνεται η κ. Μπέλλου, γνωρίζει πολύ καλά ότι για να συμβεί αυτό το «απλώς συνέπεσε» και η «ορισμένη ενσωμάτωση» χρειάστηκαν σκληροί συνεχείς ταξικοί αγώνες. Τίποτε δεν χαρίστηκε, ούτε παραχωρήθηκε, αλλά υπήρξε εκδήλωση του επιπέδου και του συγκεκριμένου προσανατολισμού της ταξικής πάλης.
Ωστόσο για την κ. Μπέλλου η ταξική πάλη, ή ο «συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ εργασίας έναντι κεφαλαίου», όπως αναφέρει στην ιδιόρρυθμη γλώσσα της η ίδια, κατέχει εντελώς δευτερεύουσα θέση στον προβληματισμό της. Τι είναι αυτό που καθορίζει την δυνατότητα να βελτιώσουν τη θέση τους οι εργαζόμενοι στον καπιταλισμό; Όχι βέβαια η ταξική πάλη, αλλά «οι ιστορικές συνθήκες και επομένως οι ανάγκες για τη διευρυμένη καπιταλιστική αναπαραγωγή». Το μόνο που απομένει στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι «να επιδρά και στην προσωρινή παρεμπόδιση ή αναχαίτιση των πολιτικών που εκφράζουν τα γενικά συμφέροντα του κεφαλαίου στις εκάστοτε συγκυρίες, ακόμη να αποσπά και κατακτήσεις»!
Η προβληματική αυτή που θέλει την κίνηση της καπιταλιστικής κοινωνίας να καθορίζεται μοιρολατρικά από τυφλές νομοτέλειες, όπου η ταξική πάλη μπορεί μόνο να «επιδρά» περιστασιακά, έχει μια πολύ συγκεκριμένη χρησιμότητα. Να πείσει ότι οι ιδιωτικοποιήσεις και το σύνολο των «καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων» είναι «μια νομοτελειακή κίνηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη στην οποία βαθαίνει και η εκδήλώση της αντίθεσης: Από τη μια βαθαίνει ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας… Από την άλλη η συγκεντροποίηση συντελείται σε βάρος της εργασίας». Επομένως, οι ιδιωτικοποιήσεις, οι απελευθερώσεις των αγορών, οι ανατροπές των εργασιακών σχέσεων, κοκ δεν είναι μόνο νομοτελειακά, αλλά και προοδευτικά φαινόμενα, αν δεν υπήρχαν αυτές οι άχαρες συνέπειες σε βάρος της εργασίας. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται για αντικαπιταλιστική κριτική, αλλά για χυδαία απολογητική της κυρίαρχης πολιτικής μιας και ο κάθε απλός εργαζόμενος γνωρίζει πολύ καλά από την ίδια την εμπειρία του ότι η αντιδραστικότητα των «διαρθρωτικών αλλαγών» δεν περιορίζεται απλά στις συνέπειές τους, αλλά στον ίδιο τον χαρακτήρα τους, ενώ ο «κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας» βαθαίνει μέσα από μια τερατώδη πορεία υποβάθμισης και καταστροφής παραγωγικού και κοινωνικού δυναμικού, ειδικά σε χώρες εξαρτημένες σαν την Ελλάδα.

Ματαιότης, ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης!

Ωστόσο, αυτή η νομοτελειολαγνεία της κ. Μπέλλου δεν προκύπτει από κάποια θεωρητική έπαρση, αλλά από μια άμεση και πρακτική πολιτική ανάγκη: Προσπαθεί να τεκμηριώσει ότι όλα τελείωσαν για τις κατακτήσεις των εργαζομένων, ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να ελπίζει ότι μπορεί να αναχαιτίσει την κυρίαρχη πολιτική. Κι αυτό γιατί πολύ απλά οι «ιστορικές συνθήκες» και οι «ανάγκες για τη διευρυμένη καπιταλιστική παραγωγή» έχουν αλλάξει κι επομένως ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ελπίζει μήπως και «συμπέσουν απλώς» τα αιτήματά του με τις τρέχουσες ανάγκες του κεφαλαίου.
Άλλωστε η ανάγκη των εργαζομένων να υπερασπιστούν ότι έχουν κερδίσει με μεγάλους αγώνες και να διεκδικήσουν την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής, «δεν συνυπολογίζει το στοιχείο της ευελιξίας στην άσκηση της αστικής πολιτικής, ευελιξία που υπηρετεί το γενικό συμφέρον του κεφαλαίου». Με άλλα λόγια το γεγονός ότι «η νέα εξέλιξη, η ιδιωτικοποίηση, διευκολύνει την αστική πολιτική να εφαρμόσει γενικευμένα και θεσμοθετημένα τις νέες εργασιακές σχέσεις που ανταποκρίνονται στο στόχο έντασης του βαθμού εκμετάλλευσης. Αποδεσμεύουν το δημόσιο, ως συλλογικό καπιταλιστή, από δεσμεύσεις που οδήγησαν σε αύξηση της τιμής της εργατικής δύναμης ή δεσμεύσεις (π.χ. νομιμότητας) που κατοχύρωναν καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης των εργαζομένων (π.χ. απεργίες χωρίς τον κίνδυνο της απόλυσης). Όμως ως εμπειρική αντίληψη είναι μονομερής». Και είναι αυτή η αξιοθρήνητη «εμπειρική μονομέρεια» κάθε στοιχειωδώς ευφυούς ανθρώπου να θέλει να κρατήσει τους «καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης», που διαμορφώνει μια «στρεβλή διάθεση, στάση ζωής», όπως αποφαίνεται η κ. Μπέλλου.
 Η προσπάθεια, όμως, να εμφανιστεί η δραματική χειροτέρευση των «όρων διαπραγμάτευσης» των εργαζομένων ως απλή «ευελιξία» στην άσκηση της αστική πολιτικής κι επομένως άνευ ιδιαίτερης σημασίας για το εργατικό κίνημα, δεν περιορίζεται μόνο σε θεωρητικές ακροβασίες. Προχωρά πολύ πιο πέρα. Επιχειρεί να αξιοποιήσει όλες τις άνωθεν καλλιεργούμενες δεισιδαιμονίες ενάντια στους δημόσιους υπαλλήλους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κ. Μπέλλου αναφέρεται στα αιτήματα για «επανακρατικοποιήσεις» της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών, του πιστωτικού συστήματος, κοκ, μόνο ως αποκλειστικό πρόβλημα των εργαζομένων σ’ αυτούς τους τομείς. Λες και είναι «στρεβλή διάθεση, στάση ζωής» των εργαζομένων στους οικείους τομείς που νοιάζονται μόνο να διατηρήσουν τους δικούς τους «καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης». Η θεωρία των ρετιρέ και των υπογείων σε νέα έκδοση, ακόμη πιο ύπουλη.
Προφανώς δεν πρέπει να ενδιαφέρει στο ελάχιστο το σύνολο της εργατικής τάξης, το σύνολο των εργαζομένων, αν θα παραμείνει κρατικό μονοπώλιο η ΔΕΗ ή όχι. Το αν θα πληρώσει ακριβά την ιδιωτικοποίησή της, ε αυτό δεν είναι τίποτε περισσότερο από «ευελιξία» στην άσκηση της αστικής πολιτικής.
Τελικά τι απομένει για τους εργαζόμενους; Η κ. Μπέλλου είναι απολύτως σαφής, οι εργαζόμενοι χρειάζεται να «αντιληφθούν», να «κατανοήσουν», να ξεπεράσουν τη «στρεβλή διάθεση, στάση» υπέρ των κινητοποιήσεων για την «επανακρατικοποίηση» και τελικά όταν και όποτε ανανήψουν απ’ αυτή την αηδιαστική τους «εμπειρική μονομέρια», θα μπορέσουν επιτέλους να ταχθούν «υπέρ ταξικών αγώνων για τη λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση αίτημα που αναδεικνύει την ανάγκη της λαϊκής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής». Το μήνυμα είναι απλό και καθαρό, οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν μεν τις ιδιωτικοποιήσεις, την κυρίαρχη πολιτική, αλλά δεν την αντιστρατεύονται, δεν την αντιπαλεύουν, δεν μπαίνει η πάλη τους φραγμός στις επιλογές και τα σχέδια της άρχουσας τάξης. Απλά πρέπει να αποδειχτούν αρκετά μαζοχιστές ώστε τα απανωτά χτυπήματα που δέχονται να τους κάνουν να ονειρεύονται την επουράνια βασιλεία της «λαϊκής εξουσίας». Όσο για τα περί «λαϊκής κρατικής κοινωνικοποίησης», αμφιβάλουμε αν η ίδια η κ. Μπέλλου έχει την παραμικρή ιδέα.

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη!

Η τετράγωνη αυτή λογική μπορεί να δικαιολογήσει τα πάντα. Και προπαντός να επιτρέψει στον ταξικό αντίπαλο να κάνει ανενόχλητος τη δουλειά του, να περνά «νομοτελειακά» την πολιτική του, την ίδια ώρα που η κ. Μπέλλου θα ασκείται σε επαναστατικές κορώνες για την «λαϊκή κρατική κοινωνικοποίηση». Την στάση αυτή την θαυμάσαμε στην περίπτωση της (μη) συγχώνευσης Εθνικής-Άλφα, όπου το ΚΚΕ απλά κατήγγειλε, αναφέρθηκε στα «νομοτελειακά» του  και έπειτα άφησε ήσυχο τον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό να κάνει τη δουλειά του.
Ένα ακόμη τρανό δείγμα αυτής της πολιτικής λογικής είναι και το σχετικά πρόσφατο άρθρο της κ. Μπέλλου σχετικά με την «μυθοποίηση ή δαιμονοποίηση του ευρώ» (Ριζοσπάστης, 20/1/02). Αφού κάνει την άκρως καινοφανή παρατήρηση ότι το ευρώ εφαρμόζεται με «κίνητρο την αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας», επιλαμβάνεται ρομφαιοφόρα εναντίον όσων «δαιμονοποιούν» την υιοθέτησή του και «της νομισματικής ένωσης ως την πηγή όλων των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας… Σε αυτήν ανάγουν τις συνέπειες της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξης, που για ιστορικούς λόγους φέρνει την Ελλάδα στις χαμηλότερες βαθμίδες της Ευρωζώνης». Για μια ακόμη φορά η ειδική μορφή, η συγκεκριμένη επιλογή  αποκτά καθεστώς τυφλής νομοτέλειας, ταυτίζεται με τους γενικούς νόμους του καπιταλισμού, ώστε να χαθεί η ιδιαίτερη σημασία της, η ιδιαίτερη επίδρασή της στις τύχες και την θέση της χώρας. Επομένως δεν έχει κανένα νόημα η ανάδειξή της σε μαζικό μέτωπο πάλης. Κι αυτό το πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί, όταν με το καλό επέλθει η αποκάλυψη της Αλήθειας και η επιφώτιση του αγίου πνεύματος πείσει τους εργαζόμενους για την ανάγκη της «λαϊκής εξουσίας».
Έως τότε, τι μας νοιάζει αν ο λαός είναι υπόδουλος ή όχι, αν η χώρα διαθέτει έστω και τυπικά την δυνατότητα να χαράσσει τη δική της πολιτική. Άλλωστε «κύριο πολιτικό ζήτημα για την εργατική τάξη, αλλά και τα φτωχά λαϊκά στρώμματα, δεν είναι… ο βαθμός ευελιξίας, περιορισμού ή και κατάργησης της δυνατότητας άσκησης εθνικής νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής. Άλλωστε, στην άσκησή τους πάντοτε συνδέονται και υπηρετούν συνολικούς στόχους, που, σε τελευταία ανάλυση, εξυπηρετούν τους βιομηχάνους, τους μεγαλέμπορους, τους τραπεζίτες, τους εφοπλιστές» Τι ενδιαφέρει λοιπόν την εργατική τάξη αν η χώρα έχει μεταβληθεί σε προτεκτοράτο ή όχι, αν ασφυκτιά μέσα στην ΟΝΕ ή όχι, αν της έχουν φορέσει τον ζουρλομανδύα του ευρώ ή όχι; Όποιος τολμήσει να μιλήσει για απεγκλωβισμό και αποδέσμευση απ’ την ΟΝΕ, απαλλαγή απ’ το ευρώ, έστω και για να αποκτήσει «ελευθερία κινήσεων» η χώρα και ο λαός της, δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να «δαιμονοποιεί» την ΕΕ.
«Το ευρω – μας κατακεραυνώνει η κ. Μπέλλου – δεν είναι ούτε όχημα εθνικής σωτηρίας, ούτε εθνικής καταστροφής, ούτε μέσον απελευθέρωσης των παραγωγικών δυνατοτήτων ούτε δεσμά συγκράτησής τους». Ούτε κρύο, ούτε ζέστη, ούτε κλαιμε, ούτε γελάμε, απλά προετοιμαζόμαστε ψυχή τε και σώματι για τη Δευτέρα Παρουσία στο πρόσωπο της «λαϊκής εξουσίας» και έως τότε ουαί κι αλίμονο σ’ όποιον τολμήσει να φράξει τον δρόμο στις «νομοτέλειες» του καπιταλισμού! 

ΕΜΠΡΟΣ, ΤΧ. 3Ο, 2002

1 σχόλιο:

  1. Αυτό που έκανε μεγάλη εντύπωση ( καθώς σας ακούω σε καθημερινή βάση) είναι, για πια « ηγεσία» κάνετε λόγο όταν λέτε πως « αυτό το ΚΚΕ δεν είναι σαν το παλιό ΚΚΕ» ? για τις « ηγεσίες» του 89 κ μερικά στελέχη του, όπου ξεκάθαρα ξεπούλησαν κάθε κομουνιστική ιδεολογία? Παλαιοτέρα όπου αναλωνόταν το κόμμα μέσα στην ΕΔΑ? Την προδοτική για πολλούς αριστερούς στάση του Ζαχαριάδη? Κ αν δεν έχει σήμερα το ΚΚΕ ξεκάθαρη αντί καπιταλιστική πολιτική το ΚΚΕ, πότε είχε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή