Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη


Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη

Απλά μαθήματα δημοκρατίας απ’ τους κλητήρες, τους εραστές και τα αφεντικά της εξουσίας.


Αφήστε επιτέλους τον κ. Σημίτη να κυβερνήσει χωρίς «πολιτικά και κομματικά βαρίδια»! Αφήστε πια τον πρωθυπουργό να επιτελέσει τον «θεσμικό του ρόλο»! Ας απαλλαγεί επιτέλους ο πρωθυπουργός απ’ την «ομηρία του κόμματος»! Πότε λοιπόν η κυβέρνηση θα απαλλαγεί απ’ το άγχος του «πολιτικού κόστους»! Αυτά φωνάζουν εν χορώ όλοι οι μεγαλοεκδότες και η γνωστή διατεταγμένη δημοσιογραφία. Φαίνεται ότι για τους βαρόνους της πολιτικής και τα συμφέροντα που αυτοί εκφράζουν, το κεντρικό πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι φυσικά η κοινωνικά ανάλγητη και καταστροφική πολιτική της, αλλά ότι ο κ. Σημίτης, ως πρωθυπουργός, δεν είναι όσο πρέπει αυθαίρετος, ούτε επαρκώς ανεξέλεγκτος, για ν’ ασκήσει «ανεπηρέαστος» την πολιτική του.

Η παράσταση είναι παλιά και γνωστή. Επαναλαμβάνεται πάντα κάθε φορά που ο εκάστοτε εκλεκτός των μεγάλων συμφερόντων απειλείται απ’ την «κοινή γνώμη», απ’ την κοινωνική διαμαρτυρία. Επαναλαμβάνεται κάθε φορά που οι «δυναμικές μειοψηφίες», το «πεζοδρόμιο» και η «οχλοκρατία» απειλεί τους εκάστοτε «συνετούς κυβερνήτες», κάθε φορά που ο «ανεύθυνος λαός» παρασύρεται από συναισθήματα, αχαλίνωτα πάθη, συντεχνιακές ιδιοτέλειες και δημαγωγικές υποκινήσεις για να αποτελέσει εμπόδιο στην άσκηση «υπεύθυνης πολιτικής» απ’ την κυβέρνηση. Τότε, λοιπόν, εμφανίζονται οι πιο επιφανείς διαστροφείς και εκμαυλιστές της δημοκρατίας να επικαλούνται τον σεβασμό των «δημοκρατικών θεσμών»!

Η υπεύθυνη εξουσία και η ανεύθυνη κοινωνία

Η πρόστυχη, αλλά συνήθης αντιπαραβολή του «κοινωνικού συνόλου» με κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, όπως συνέβη πρόσφατα με τα μπλόκα των αγροτών, δεν έχει μόνο σαν στόχο την εφαρμογή του δόγματος «διαίρει και βασίλευε», αλλά κρύβει και μια βαθύτατα απολυταρχική λογική, η οποία θεωρεί ότι η εκάστοτε κυβέρνηση εκφράζει τη «γενική θέληση», τη «λαϊκή εντολή» που κατά απόλυτα μεταφυσικό τρόπο έχει εισπράξει ως «λευκή επιταγή» από τις εκλογές. Έτσι όταν ξεσπούν διαδηλώσεις, κινητοποιήσεις, διαμαρτυρίες και απεργίες, αντιμετωπίζονται εκ προοιμίου ως άνομες εκδηλώσεις «δυναμικών μειοψηφιών», «συντεχνιών», λίγων «προνομιούχων», ή ακόμη πιο χυδαία του «όχλου» και του «πεζοδρομίου», που έρχεται να απειλήσει τη «λαϊκή εντολή» της κυβέρνησης.
Επομένως μέτρο νομιμοποίησης της όποιας κοινωνικής διαμαρτυρίας γίνεται η υποταγή στη γενική πολιτική της κυβέρνησης, ενώ μέγιστο ανοσιούργημα θεωρείται η μαχητική επιδίωξη «ανατροπής της κυβερνητικής πολιτικής». Πόσες και πόσες φορές δεν θαυμάσαμε κυβερνώντες και παρατρεχάμενους, να κατηγορούν με γνήσιο αυτοκρατορικό οίστρο τις εκάστοτε διαμαρτυρόμενες «μειοψηφίες» και «συντεχνίες» ότι θέλουν – άκουσον, άκουσον! – να «ανατρέψουν την κυβερνητική πολιτική»!
Η λογική αυτή έχει μια μεγάλη και πολύ σκοτεινή ιστορία. Στα χρόνια της «ελέω θεού» απολυταρχίας, μέτρο νομιμοποίησης της ίδιας της κοινωνίας ήταν η βούληση του μονάρχη, που ταυτιζόταν φυσικά με την «γενική θέληση του έθνους». Το κράτος;
Αργότερα ο τρόμος της άρχουσας τάξης μπροστά στις ενίοτε επικίνδυνες γι αυτήν «παρενέργειες» απ’ την αποδοχή της λαϊκής κυριαρχίας, γέννησε την ανάγκη μεταφυσικής εξύψωσης των «δημοκρατικών θεσμών» απ’ τον ίδιο τον λαό, αποθέωσης των θεσμών. Είναι πάντα πολύ πιο εύκολο να εξαγοράζεις τους εκλεγμένους αντιπροσώπους, παρά τον ίδιο τον λαό και αυτή την τέχνη ξέρει να την ασκεί παλαιόθεν πολύ καλά η οικονομική ολιγαρχία. Έτσι άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά μια νέα πολιτική δεισιδαιμονία: «Η μεγάλη πολιτική δεισιδαιμονία του παρελθόντος – έγραφε στα 1884 ο Χέρμπερτ Σπένσερ – ήταν το θεϊκό δικαίωμα των βασιλιάδων. Η μεγάλη πολιτική δεισιδαιμονία του παρόντος είναι το θεϊκό δικαίωμα των κοινοβουλίων. Το έλαιο του χρίσματος φαίνεται ότι απρόσμενα έχει στάξει από το μέτωπο του ενός στο μέτωπο των πολλών και έχει προσδώσει ιερότητα σ’ αυτούς και τους νόμους τους»[1].

Απ’ τη λαϊκή κυριαρχία στη «λευκή εντολή»



Ευθύς εξαρχής
n  Ακυβερνησία
n  Λευκή εντολή
n  Ανώτατος άρχων – ιερότητα των θεσμών.
Δυστυχώς, δεν γλιτώσαμε ούτε τα μαθήματα περί κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Έτσι, θαυμάσαμε τον κ. Σ. Φυντανίδη, εν είδη κολλημένης μαγνητοταινίας, να  επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά την γνωστή ρήση του Ουίνστων Τσώρτσιλ ότι «το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν είναι τέλειο, αλλά είναι ότι καλύτερο υπάρχει». Κάτι που έτρεξε φυσικά να επικροτήσει ο πληθωρικός νομοδιδάσκαλος της κυβερνητικής αυθαιρεσίας, κ. Ε. Βενιζέλος.
Οι σοφοί μας, όμως, θιασώτες του κοινοβουλευτισμού «ξεχνούν», όπως πάντα, κάποιες μικρές λεπτομέρειες: Η ρήση του Ουίνστων Τσώρτσιλ δεν έγινε γιατί ο γνωστός βρετανός «εθνάρχης» ήθελε να υπερασπιστεί τον κοινοβουλευτισμό ως επιβεβαίωση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά για να τον αντιπαραθέσει σ’ αυτήν. Εν μέσω πολιτικών συνομωσιών, γενικευμένης κοινοβουλευτικής διαφθοράς κι άθλιου παρασκηνίου, ένας απ’ τους βασικούς πρωταγωνιστές, ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, βγήκε ν’ αντιτάξει σ’ όσους είχαν το θράσος να διαμαρτύρονται για την καταπάτηση κάθε έννοιας δημοκρατίας, το γνωστό απόφθεγμα. Τι θέλετε και φωνάζετε; Αυτό το άθλιο, διάτρητο, διεφθαρμένο κι εντελώς ανυπόληπτο κοινοβουλευτικό σύστημα διαθέτουμε κι είναι ότι καλύτερο μπορούμε να ‘χουμε. Αυτό ήταν το μήνυμα που ήθελε να «περάσει» ο μέγας αυτός κοινοβουλευτικός ανήρ! Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα του κοινοβουλευτισμού που συγκινεί τόσο πολύ τον κ. Φυντανίδη, τον κ. Βενιζέλο, την παρέα τους και τ’ αφεντικά της!
Αυτό που λάτρευαν ανέκαθεν στον κοινοβουλευτισμό παλιότερα όλοι οι «μεγάλοι πολιτικοί», τύπου Ουίνστων Τσώρτσιλ, όπως κι οι νάνοι επίγονοί τους σήμερα, δεν είναι φυσικά ο όποιος αντιπροσωπευτικός του χαρακτήρας, αλλά η δυνατότητα απόλυτου εκφυλισμού του, ολοκληρωτικής του διαφθοράς κι εύκολης μετατροπής του σ’ ένα πρόστυχο «φύλλο συκής» για κάθε είδους αυθαιρεσία των κυβερνώντων.
Όταν κι όποτε θυμούνται οι εκάστοτε κλητήρες της εξουσίας την «λαϊκή ετυμηγορία», το κάνουν όχι γιατί καίγονται να εκφραστεί η λαϊκή θέληση, ούτε για να επιβεβαιωθεί αυτή η άμοιρη λαϊκή κυριαρχία, αλλά με σκοπό να κατοχυρώσουν για τους ημέτερους κυβερνώντες την αναγκαία «λευκή εντολή» που τους επιτρέπει να πολιτεύονται δίχως την παραμικρή δέσμευση απ’ τις διαθέσεις, τις επιθυμίες και τις ανάγκες των απλών εκλογέων.

Απ’ την λαϊκή κυριαρχία στη λευκή εντολή

Ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός, ακόμη και στην πιο ανεπτυγμένη του μορφή, όπως την βιώνουν οι χώρες της λεγόμενης «δημοκρατικής δύσης», δεν είναι παρά μια άθλια, βάρβαρη και τραγική διαστροφή των μεγάλων δημοκρατικών αιτημάτων, που διατύπωσε ο διαφωτισμός ήδη απ’ τον 18ο αιώνα και επεδίωξαν να εφαρμόσουν οι επαναστάσεις που εμπνεύστηκαν απ’ αυτόν. Την εποχή που μια νέα ιδιοκτήτρια τάξη, η νέα αριστοκρατία του χρήματος και της βιομηχανίας, διεκδικούσε τα σκήπτρα απ’ την παλιότερη κυρίαρχη ιδιοκτήτρια τάξη, δηλαδή τους βαρόνους, τους λόρδους και τους πρίγκιπες του μεσαίωνα, η δημοκρατία συνιστούσε μια νόμιμη πολεμική κραυγή ενάντια σε κάθε προνόμιο και αυθαιρεσία της εξουσίας.
Η πάλη για την κατάκτηση της δημοκρατίας ξεκινούσε από μια απόλυτα νόμιμη καχυποψία για τους μηχανισμούς της εξουσίας, από την ανάγκη οι κυβερνώντες να ‘ναι υπόλογοι κι εναντίωση σ’ οποιαδήποτε μορφή άνωθεν επιβαλλόμενης εξουσίας.
Τα δημοκρατικά δικαιώματα και τα ατομικά δικαιώματα είναι αποδεκτά, μόνο στον βαθμό που είναι εξαγοράσιμα, αγοραία και διατιμούνται στην «ελεύθερη αγορά». Το δικαίωμα στην προσωπική ζωή και ασφάλεια υπάρχει μόνο για να γίνεται θέαμα. Η ελευθερία να εκποιείς τα δικαιώματά σου. Η ελευθερία να πειθαναγκάζεσαι όχι με τον βούρδουλα, αλλά με την πείνα.
Ο κυρίαρχος ιδιωτικός τύπος, παρά τις υποκριτικές δηλώσεις των αφεντικών του, δεν υπήρξε ποτέ «προπύργιο της ελευθερίας», αλλά από καταβολής του μέσο χειραγώγησης και παραχάραξης της «κοινής γνώμης». Σε κάθε ιστορική ευκαιρία υπήρξε προπομπός και πρόσκοπος των πιο αντιδραστικών εκτροπών, ακόμη και του ίδιου του εκφασισμού της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής. Καμμιά επιμέρους «αποκάλυψη», δημοσιογραφική επιτυχία κι εξ υπολοίπου «δημοκρατική ευαισθησία» δεν αντισταθμίζει τον κατεξοχήν κι εξορισμού αντιδραστικό του ρόλο στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Μέσα στις φλόγες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ένας προικισμένος διανοητής του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ο Ο. Σπένγκλερ 
Για όλους αυτούς    
Παράγων σταθερότητας του πολιτικού συστήματος, δεν είναι η διαρκής επιβεβαίωση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά η αυθαιρεσία του πρωθυπουργού και η ενός ανδρός αρχή! Θαυμάστε δημοκρατική ευαισθησία. Μόνο που ένα τέτοιο σύστημα δεν χρειάζεται σεβασμό, αλλά ανατροπή.

Αλλά έτσι είναι, το σύνταγμα και τους θεσμούς τους θυμούνται μόνο όταν είναι να τους αντιπαραθέσουν στον φυσικό τους φορέα – που δεν είναι βέβαια κάποιο μεταφυσικό «εθνικό ή συλλογικό συμφέρον», που τάχθηκαν να εκπροσωπούν επί γης οι εκάστοτε κυβερνώντες, αλλά ο ίδιος ο λαός. Τους θυμούνται μόνο για ν’ αξιοποιήσουν την πιο αυθαίρετη, αυταρχική «ερμηνεία» τους, την πιο αντιδραστική εκδοχή τους. Ποτέ, όμως, όταν πρόκειται για θεμελιώδη ζητήματα, όπως η επιβεβαίωση της λαϊκής κυριαρχίας, που ‘χει έτσι καταντήσει μια περιοδική θλιβερή εκλογική παράσταση κοψοχέρηδων.



[1] Herbert Spencer, The Man versus the State, (1884), p. 123.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου