Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Επείγει μια νέα πολιτική πρόταση υπέρ των εργαζομένων




Η πιο ξεδιάντροπη και προκλητική ενίσχυση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου, η ικανοποίηση των πιο ασύδοτων ορέξεων των ντόπιων και ξένων κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων αποτελεί βασική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής των «μεταρρυθμίσεων». Την κατεύθυνση αυτή οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ υπηρέτησαν με υποδειγματική συνέπεια και αξιοσημείωτη κοινωνική αναλγησία, οδηγώντας τη χώρα σε κατάσταση εκρηκτικής πόλωσης ανάμεσα σ’ έναν μικρό κύκλο εντυπωσιακού παρασιτικού πλουτισμού και στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που επιβιώνει με μεγάλη δυσκολία.

Αυτή την πολιτική τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ επιχειρούν να εμφανίσουν ως αναγκαίο «εκσυγχρονισμό» της χώρας. Μόνο που πρόκειται για νέα μορφή του παλιού γνωστού τρόπου ανάπτυξης της Ελλάδας, που στηρίχθηκε ανέκαθεν στη φτηνή εργατική δύναμη με περιορισμένα και υπό αίρεση δικαιώματα, στα σχεδόν αποικιοκρατικά προνόμια του ντόπιου και ξένου μεγάλου κεφαλαίου, στην αποσπασματική και συμπληρωματική ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, στην απλόχερη προσφορά «πρόσθετων κερδών» ακόμη και μέσα από τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου, την επιχειρηματική «αρπαχτή», τη διασπάθιση του κρατικού κορβανά, όπως και στην ασφυκτική ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Το νέο στοιχείο είναι ότι η σημερινή πιο ασφυκτική μονοπωλιακή διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας από το πολυεθνικό κεφάλαιο και τα ανελαστικά πλαίσια που τοποθετούνται από τα διεθνή όργανά του, ιδίως από την ΕΕ, δεν επιτρέπουν σε μια χώρα όπως η Ελλάδα ούτε καν μια περιορισμένη, αποσπασματική, συμπληρωματική και άκρως προβληματική ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγικής βάσης της οικονομίας.
Οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι σ’ έναν φαύλο κύκλο διαρκούς συμπίεσης του «εργατικού κόστους», σε δουλειά δίχως μέλλον και κατοχυρωμένα δικαιώματα, σε ζωή δίχως ουσιαστικές απολαβές. Είναι καταδικασμένοι να ζουν σε μια κοινωνία όλο και πιο αδυσώπητη, εγκληματική, εξωφρενική από κάθε άποψη. Η οικονομία της αγοράς και της ελευθερίας των επιχειρήσεων αντιστοιχεί σε μια εργασία δίχως κατοχυρώσεις και δικαιώματα, σε μια πολιτική ποδηγέτησης και καταπάτησης ακόμη και της πιο στοιχειώδους δημοκρατίας, αλλά και σε μια κοινωνία καθολικής αποσάθρωσης και σήψης, έξαρσης της εγκληματικότητας και γενικευμένου πολέμου επιβίωσης του ενός εις βάρος του άλλου.
Ο λαός, η κοινωνία, οι εργαζόμενοι δεν έχουν πια θέση και ρόλο στο σύγχρονο πολιτικό σύστημα, παρά μόνο ως υπεξούσιοι ενός εντελώς απρόσιτου, αποξενωμένου και απόμακρου συστήματος εξουσίας, ως άθλιοι υπήκοοι κρατικών και υπερκρατικών μηχανισμών, ολοκληρώσεων και οργανισμών, μακριά από κάθε έννοια δημοκρατικής νομιμοποίησης. Ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας βρίσκεται σήμερα σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Η ανάγκη να συνεχιστεί ο ίδιος «μονόδρομος», παρ’ όλη την κρίση και την κοινωνική υποβάθμιση, δημιουργεί δυσκολίες ακόμη και στην ίδια την ομαλή δικομματική εναλλαγή. Τα παλιά κόλπα δεν επαρκούν. Έχουν εξαντληθεί πλέον οριστικά τα περιθώρια ακόμη και για εμπόριο αυταπατών ή ελπίδας. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ αντλούν πια τη δύναμή τους απευθείας από τη γενίκευση της πιο μεγάλης απόγνωσης, της μοιρολατρίας και των συσσωρευμένων προσωπικών αδιέξοδων της εργαζόμενης κοινωνίας. Όρος πολιτικής ομαλότητας για το συνασπισμό εξουσίας σήμερα δεν είναι η εξαγορά της κοινωνίας με αυταπάτες, ανέξοδες υποσχέσεις και φρούδες ελπίδες, αλλά η γενική της αποσύνθεση μέσα σε μια εξατομικευμένη «κοινωνία των πολιτών», στην οποία οι εργαζόμενες τάξεις και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα θα πάψουν να έχουν συλλογικές και οργανωμένες απαιτήσεις στη βάση των πιο άμεσων βιοποριστικών τους αναγκών, υπήκοοι ή υποτελείς του εκάστοτε πολιτικού «μεσσία».
Ποτέ άλλοτε σε συνθήκες τυπικής «δημοκρατικής ομαλότητας» το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα δεν είχε απαξιωθεί τόσο πολύ στη συνείδηση των εργαζομένων. Σήμερα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ συναγωνίζονται για το ποιος θα απαξιωθεί περισσότερο και ταχύτερα στα μάτια της εργαζόμενης κοινωνίας. Οι δείκτες «κοινωνικής αποδοχής» και των δύο κομμάτων καταρρέουν ακόμη και στους πιο «πιστούς» τους ψηφοφόρους. Η κατάσταση αυτή εκ των πραγμάτων δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας χρόνιας πολιτικής κρίσης από την οποία μπορούν να βγούν η χώρα και ο λαός της μόνο μέσα από την ανατροπή του συνολικού πλαισίου επιβολής της σημερινής πολιτικής. Το δίλημμα που μπαίνει πλέον επιτακτικά και είναι πια ολοφάνερο σε όλους είναι: Απαλλοτρίωση της χώρας και του λαού της ή απαλλοτρίωση του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του εντός και εκτός Ελλάδας;

Και η αριστερά;

Από ιστορική άποψη η αριστερά υπήρξε ανέκαθεν μια πολιτική έννοια δίχως ξεκάθαρο περιεχόμενο, δίχως σαφείς κοινωνικές, ταξικές και ιδεολογικο-πολιτικές αναφορές. Δεν ήταν παρά ένα αναγκαίο προϊόν της τυπικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και επομένως φέρει ανεξίτηλα και εγγενώς όλες τις παραμορφώσεις, αυταπάτες και διαστροφές του αγοραίου κοινοβουλευτισμού. H άνδρωση της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, η άνοδος της πάλης για εργατικά και λαϊκά αιτήματα οδήγησαν και στην αναγκαία ιστορική μετεξέλιξη της αριστεράς. Από μια συγκεχυμένη κοινοβουλευτική έννοια –στην οποία πρυτάνευαν τα αισθήματα κοινωνικής αδικίας και τα διάφορα δόγματα «κοινωνικής δικαιοσύνης»– μετεξελίχθηκε στην επαναστατικά, κοινωνικά και ταξικά διαφοροποιημένη έννοια της αριστεράς. Η αριστερά έπαψε να είναι συνώνυμο της ηθικής ή ηθικολογικής καταγγελίας της όποιας αδικίας, για να μετατραπεί σε ανοιχτό πεδίο οργανωμένης αντιπαράθεσης ιδεολογικο-πολιτικών ρευμάτων, κομμάτων και τάσεων, ιδεώδες περιβάλλον για τη μαχητική ανάδειξη της ολοκληρωμένης ταξικής προοπτικής της εργατικής τάξης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η αναφορά στην αριστερά ως αυτοτελή πολιτική έννοια δεν υπήρχε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τότε η αριστερά δεν συνιστούσε τίποτα περισσότερο από έναν πολιτικό επιθετικό προσδιορισμό τάσεων και ρευμάτων στο εσωτερικό των εργατικών, λαϊκών και επαναστατικών κινημάτων. Στη δεκαετία του 1960 και στο έδαφος της βαθιάς κρίσης τόσο της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μετεξελισσόταν γοργά σε οργανικό πυλώνα του πολιτικού συστήματος εξουσίας του μεγάλου κεφαλαίου, όσο και του «διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος», που αντιμετώπιζε τα δικά του εσωτερικά αδιέξοδα, έγινε μια συστηματική προσπάθεια από τον ιδεολογικό και πολιτικό μηχανισμό του ιμπεριαλισμού, ιδίως των ΗΠΑ, να οικοδομηθεί μια «νέα αριστερά» ή στην ευρωπαϊκή της εκδοχή μια «ανανεωτική αριστερά». Μια αριστερά αρκούντως αφηρημένη ώστε να είναι παντελώς ξεκομμένη και απόλυτα εχθρική προς τις όποιες κοινωνικο-ταξικές αναφορές, προπομπός της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Η ολοκλήρωση της πορείας μεταλλαγής της σοσιαλδημοκρατίας από ένα «αστικό κόμμα της εργατικής τάξης» σε μαχητική πολιτική δύναμη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, η εκφυλιστική πορεία και η πλήρης διάλυση του «διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μαζί με τη συνολική υποχώρηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος επέτρεψαν τελικά σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική «νέα αριστερά» να επικρατήσει. Σήμερα, στις συνθήκες κρίσης πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης της εργατικής τάξης, η αριστερά γενικά μετεξελίσσεται όλο και περισσότερο σε μια γενική αδιαφοροποίητη έννοια, στην οποία χωρούν τα πάντα. Η αριστερά όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε χώρο πολιτικής συμβίωσης με ό,τι πιο αντιδραστικό και σκοταδιστικό έχει γεννήσει η λογική της προσαρμογής στις επιταγές του μεγάλου κεφαλαίου. Όλο και περισσότερο αποσπάται από τα πιο άμεσα λαϊκά, εργατικά και δημοκρατικά αιτήματα, αποσπάται από τις αληθινές αγωνίες του εργαζόμενου λαού, για να μεταβληθεί σε χρήσιμη εφεδρεία των κυρίαρχων δυνάμεων για τη πολιτική διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Επομένως, αριστερά γενικά δεν υπάρχει ή υπάρχει απλώς και μόνο για να συσκοτίζει ανυπέρβλητες ταξικές διαφορές ανάμεσα σε δυνάμεις και πολιτικές, ενώ η μετατροπή της σε κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί τυπική διαστροφή εκείνων που κατανοούν την πολιτική με επιδερμικούς κοινοβουλευτικούς όρους και αδυνατούν να απευθυνθούν πρωταρχικά στην ίδια την εργατική τάξη και το λαό.
Πρέπει να γίνει σαφές πως η επιλογή μιας δύναμης να αναφέρεται πρωταρχικά στην αριστερά γενικά προδίδει την απόστασή της από την εργαζόμενη κοινωνία, αποδεικνύει τον τυπικά αστικό τρόπο κατανόησης της πολιτικής, στα πλαίσια της οποίας η εργατική τάξη και γενικά οι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι στο περιθώριο ως οπαδοί της μιας ή της άλλης πολιτικής ηγεσίας. Γι’ αυτό και οι εκκλήσεις για την «ενότητα της αριστεράς» δεν είναι μόνο η αναγκαία πρόφαση για όλους όσοι  στο όνομα γενικά της αριστεράς επιζητούν την ενότητα με τις πολιτικές υποταγής στο μεγάλο κεφάλαιο, την ΕΕ και το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, αλλά συνιστά επίσης και μια συστηματική προσπάθεια ανοικτής υπονόμευσης της αναγκαίας κοινής δράσης του λαού και της εργατικής τάξης με επίκεντρο τα πιο άμεσα και ζωτικά του αιτήματα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι πιο χαρακτηριστικοί πρωταγωνιστές της «ενότητας της αριστεράς» έχουν διακριθεί για την προκλητικά διασπαστική τους πρακτική απέναντι σε κάθε συμμαχική πρωτοβουλία, που δεν είναι του ελέγχου τους και δεν «στρογγυλεύει» αρκετά τα αιτήματά της, ώστε να είναι επαρκώς ακίνδυνα από ταξική και πολιτική άποψη. Έχουν επίσης διακριθεί για τις προνομιακές συμφωνίες πάνω και κάτω από το τραπέζι της πολιτικής συναλλαγής, για την ανοιχτή πρακτόρευση κεντρικών πολιτικών επιλογών του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας στο εσωτερικό και το εξωτερικό, για την αναγωγή της δικής τους πολιτικής επιβίωσης και εκλογής στο κοινοβούλιο ως πρωτεύον ζήτημα της όποιας «ενότητας». Για μια ακόμη φορά επαληθεύεται το ιστορικό δίδαγμα ότι οι μεγαλύτεροι διασπαστές, οι χειρότεροι εκπρόσωποι του παρασκηνίου στην πολιτική, οι πιο ένθερμοι θιασώτες της πολιτικής διαβολής, της συκοφαντίας, του καυγά για τις καρέκλες στην κορυφή, του παραγοντισμού και της προσωπικής προβολής είναι πάντα εκείνοι που φωνάζουν πιο δυνατά απ’ όλους για την «ενότητα» γενικά.
Αυτός είναι και ο λόγος που η αριστερά σήμερα δεν είναι συνώνυμο της προόδου, ούτε συνιστά αναγκαστικά μια προοδευτική δύναμη. Τα βασικά κριτήρια για τον πολιτικά προοδευτικό ή μη χαρακτήρα μιας δύναμης είναι τρία:
Πρώτο, η άμεση πρακτική συμβολή της στην κοινωνικο-πολιτική οργάνωση και ανασυγκρότηση του εργαζόμενου λαού.
Δεύτερο, ο ρόλος της στην ανάπτυξη του εργατικού και λαϊκού κινήματος ως κυρίαρχου πολιτικού υποκειμένου.
Τρίτο, η σχέση της με την ανάδειξη των πιο άμεσων ζωτικών αιτημάτων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων σε πρωτεύον πεδίο αναφοράς της πολιτικής γενικά.
Με βάση αυτά τα κριτήρια χαράσσονται οι σύγχρονες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στην πρόοδο και τη συντήρηση, ανάμεσα στη δημοκρατία και την αντίδραση και όχι με γενικές αναφορές σε αριστερές περγαμηνές, αληθινές ή ψεύτικες. Καμιά φυγή στη σφαίρα του ιδεατού σοσιαλισμού, κανένα σύνθημα όπως «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», κανένας «ταξικός» όρκος στην επανάσταση ή η πίστη σε κάποιο ανώτερο ιδεώδες δεν μπορούν να κρύψουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα μιας αριστεράς που συμβάλλει καθημερινά στη διάλυση των μαζικών οργανώσεων του εργατικού και λαϊκού κινήματος, που υποκαθιστά την ίδια την εργατική τάξη και το λαό με τη δική της πολιτική επιβίωση και υποτάσσει τα εργατικά και λαϊκά αιτήματα στις δικές της ιδεοληψίες, σκοπιμότητες και εσωτερικές ισορροπίες.

Μπορεί να αποτελέσει απάντηση το ΚΚΕ;

Το ΚΚΕ στην ιστορική του πορεία, ιδίως μετά την περίοδο της αντίστασης και του εμφυλίου, συνδέθηκε οργανικά και εξέφρασε με τον πιο αυθεντικό τρόπο τα πιο ζωτικά δημοκρατικά αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας για την κατάκτηση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας, για την ανατροπή του καθεστώτος της υποτέλειας και της εξάρτησης, για την ικανοποίηση των άμεσων και ιστορικών δικαίων της εργατικής τάξης, αλλά και των άλλων εργαζομένων. Κι αυτό πέρα από τις κατά καιρούς εσωτερικές αντιφάσεις της πολιτικής του, τα εκάστοτε αδιέξοδα της πρακτικής του στο μαζικό κίνημα και τις ιδεολογικο-πολιτικές αγκυλώσεις του. Αυτή ακριβώς την πολιτική παράδοση εκφράζει ακόμη και σήμερα το ΚΚΕ κι αυτήν αντιπροσωπεύει στα μάτια ευρύτατων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, ιδίως σε μια εποχή που καμιά άλλη πολιτική δύναμη, εντός και εκτός αριστεράς, δεν τολμά να αντιταχθεί στην καθεστωτική υποτέλεια, στην καταρράκωση της δημοκρατίας, στην ισοπέδωση των προσδοκιών και των αιτημάτων των λαϊκών μαζών. Και είναι αυτή η πολύ ζωντανή πολιτική παράδοση που βαραίνει ιδιαίτερα στο ίδιο το ΚΚΕ και το διαφοροποιεί εξαρχής και αντικειμενικά από οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη της αριστεράς και μη. Γι’ αυτό άλλωστε και εξακολουθεί ως κόμμα να εισπράττει σχετικά εύκολα, σε σύγκριση με την όποια άλλη αριστερά, την αυθόρμητη κοινωνική δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία.
Για την ηγεσία του ΚΚΕ σήμερα η άσκηση «ταξικής» πολιτικής έχει ταυτιστεί με την «πολιτική της άρνησης» και της καταγγελίας, όπως ακριβώς την πρέσβευαν όλα τα μικροαστικά και αστικά ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα ήδη από την εποχή της Πρώτης Διεθνούς. Τίποτε δεν έχει σημασία για την ταξική πάλη, ούτε η δημοκρατία, ούτε η εθνική ανεξαρτησία, ούτε μια νέου τύπου ανάπτυξη προς όφελος των εργαζομένων, μιας και όλα αυτά παραμένουν στο γενικό έδαφος του καπιταλισμού. Μ’ αυτόν τον τρόπο η καταγγελία του κεφαλαίου και των πολιτικών του διολισθαίνει σε μια απολογητική του καπιταλισμού και σε μια εκούσια «παράδοση άνευ όρων» των πιο κρίσιμων μετώπων της ταξικής πάλης. Το μόνο που επαναλαμβάνει μηχανικά η ηγεσία του ΚΚΕ σε κάθε νέα δραματική επιδείνωση της κατάσταση, είναι «οι εργαζόμενοι πρέπει να βγάλουν τα συμπεράσματά τους»! Κι έτσι η πάλη ενάντια στα μονοπώλια και τον καπιταλισμό μετατρέπεται σε ένα σχολαστικό ζήτημα, σε απλό πρόβλημα γενικής προπαγάνδας και εκλογικής ψηφοθηρίας, ενώ ο σοσιαλισμός σε κάτι ανάλογο με τη μελλοντική «επουράνια βασιλεία» ή τη «δευτέρα παρουσία», στην οποία μπορούν να ελπίζουν μόνο οι πιστοί.
Η πολιτική αυτή έχει θέσει το ΚΚΕ σε τροχιά πλήρους απόσπασης από την ταξική του βάση. Το έχει οδηγήσει σε μια πορεία πλήρους και οριστικής διάρρηξης των λαϊκών και εργατικών δεσμών του με την ελληνική κοινωνία, τους οποίους έχει οικοδομήσει ιστορικά ως κόμμα και οι οποίοι το διέσωσαν από την πλήρη διάλυση την εποχή της ιστορικής ήττας. Έτσι έχουμε μια ηγεσία που αρνείται να παλέψει με όρους μαζικού κινήματος και χρησιμοποιεί τις ιστορικά καταγραμμένες πολιτικές θέσεις του ΚΚΕ ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας και παραίτησης, την ίδια στιγμή που η κοινωνική του βάση, αλλά και ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας εξακολουθούν να επενδύουν στις θέσεις αυτές. Αυτοί ακριβώς οι ιστορικοί δεσμοί φαίνεται να αποτελούν τον πιο μεγάλο βραχνά της ηγεσίας του, η οποία αγωνίζεται να απαλλαγεί καταφεύγοντας όλο και πιο πολύ σε θεωρίες, αντιλήψεις και πρακτικές από τις πιο σκοτεινές σελίδες και το νεκροταφείο ιδεών της ιστορίας του εργατικού κινήματος στη χώρα μας αλλά και διεθνώς.
Όμως το σπουδαιότερο απ’ όλα είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ οικοδομεί μια πρακτική για το μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης που βασίζεται όχι στην πάλη για την ενότητα του συνόλου της τάξης και των άλλων εργαζομένων γύρω από τις οργανώσεις τους, αλλά στη παλιά μικροαστική λογική διάσπασης του εργατικού και λαϊκού κινήματος σε «ταξικό» και μη, σε «δικό μας» και «δικό τους». Η γνωστή ρήση του διεθνούς εργατικού κινήματος από την εποχή του Μαρξ ότι ταξική είναι μια μαζική οργάνωση που αγκαλιάζει στο μέτρο του δυνατού χωρίς διακρίσεις, επαγγελματικές, πολιτικές ή άλλες, το σύνολο της εργατικής τάξης δεν φαίνεται να σημαίνει τίποτε για το σημερινό ΚΚΕ. Σε μια εποχή που επιχειρείται η ολοκληρωτική αποσύνθεση του οργανωμένου εργατικού κινήματος, ώστε η εργατική τάξη να κατακερματιστεί και να χάσει την αίσθηση της τάξης μέσα από τον εξατομικευμένο ανταγωνισμό στην «αγορά εργασίας», η πρακτική του ΚΚΕ έρχεται να προσθέσει περισσότερους διαχωρισμούς στην τάξη, έρχεται να συμβάλει με το δικό της τρόπο στη διάλυση των οργανώσεων της μέσα από τον επιμερισμό τους σε «δικές μας» και «δικές τους». Έτσι, η ένδοξη ιστορία των κομμουνιστών αλλά και του ίδιου του ΚΚΕ, που οικοδόμησαν ιστορικά ακατάλυτους δεσμούς με την εργατική τάξη και τους άλλους εργαζομένους, ξέροντας να παλεύουν ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες μέσα σε κίτρινα, φασιστικά και αντιδραστικά συνδικάτα για την ενότητα και την ηγεσία του συνόλου της τάξης, έχει ποδοπατηθεί και ρεζιλευτεί με το χειρότερο δυνατό τρόπο.
Ωστόσο θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι στον τομέα αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ υιοθετεί απλώς λανθασμένες τακτικές από το παρελθόν του εργατικού κινήματος. Όσο και να ψάξει κανείς στην ιστορία του εργατικού κινήματος τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς δεν θα βρει καμιά άλλη περίπτωση που να προσιδιάζει στο ΠΑΜΕ. Καμιά παλιά αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, κανένα «κόκκινο συνδικάτο» δεν μπορεί να παρομοιαστεί με το ΠΑΜΕ, μιας και τα πρώτα αποτελούσαν ακόμη και τις εποχές του πιο «επαναστατικού» σεχταρισμού τους, μάχιμες συνδικαλιστικές οργανώσεις του εργατικού κινήματος. Αντίθετα το ΠΑΜΕ δεν αποτελεί ούτε συνδικάτο, ούτε συνδικαλιστική παράταξη, ούτε καν μέτωπο συνδικαλιστικών δυνάμεων. Στην πραγματικότητα το ΠΑΜΕ συνιστά μια ιδιόμορφη πολιτική οργάνωση, υπεράνω συνδικάτων, με άμεσο στόχο τον έλεγχο της καθημερινής δράσης των κομματικών και «συνεργαζόμενων» συνδικαλιστών. Από την άποψη του εργατικού κινήματος το ΠΑΜΕ δεν αποτελεί απλώς μια «διασπαστική οργάνωση», αλλά τυπικό παράδειγμα αυτού που οι κλασικοί χαρακτήριζαν ως «λικβινταριστική οργάνωση», δηλαδή μια δύναμη που συμβάλλει άμεσα και πρακτικά στην υπονόμευση της οργανωμένης πάλης της εργατικής τάξης που ως σύνολο μπορεί να εκφράζεται μόνο μέσα από τις δικές της οργανώσεις.
Αυτό που φοβίζει την άρχουσα τάξη σήμερα δεν είναι ο γενικός αντικαπιταλιστικός λόγος του ΚΚΕ ούτε η πολιτική του παρουσία γενικά, αλλά κυρίως η ύπαρξη ενός σημαντικού μάχιμου συνδικαλιστικού δυναμικού, που σε διαφορετικές συνθήκες και με κατάλληλες πολιτικές προϋποθέσεις ίσως να μπορούσε να συμβάλει αποφασιστικά στην τόσο αναγκαία ανασυγκρότηση του οργανωμένου κινήματος της εργατικής τάξης. Όσο αυτό το δυναμικό παραμένει εγκλωβισμένο στο ΠΑΜΕ, οι επιδιώξεις της άρχουσας τάξης δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο. Για τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ και φυσικά για το ΠΑΜΕ, η εργατική τάξη, όταν δεν αποτελεί ένα βολικό άγιο εικόνισμα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από το επιζητούμενο έπαθλο ενός πολέμου χειραγώγησης, που διεξάγεται ανάμεσα σε «ταξικές» και μη δυνάμεις. Η ίδια η ταξική πάλη έχει εκφυλιστεί σε «επιδείξεις δύναμης» μικρών ομάδων της υποτίθεται «συνειδητής πρωτοπορίας», σε αναρτήσεις αεροπανό και σε ξεχωριστές καθαρές «κόκκινες» διαδηλώσεις, κατά το πρότυπο του παλιού περιθωριακού αριστερισμού της δεκαετίας του 1970. Η πολιτική αυτή μπορεί να αυτοϊκανοποιεί, αλλά στην πράξη είναι πολιτική ήττας, διάλυσης και πλήρους απαξίωσης.

Μήπως αποτελεί εναλλακτική λύση ο ΣΥΝ;

Ο ΣΥΝ μπορεί ν’ αποτελεί αριστερό κόμμα, δεν είναι όμως ούτε μικροαστικό ούτε «σοσιαλδημοκρατικό». Δεν είναι μικροαστικό κόμμα, με την έννοια ότι ούτε εκφράζει περισσότερο ή λιγότερο συγκροτημένα μεσαία στρώματα της πόλης ή του χωριού ούτε διεκδικεί να τα αντιπροσωπεύσει. Η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε ιστορικά ως ρεύμα του οργανωμένου εργατικού κινήματος και διεκδίκησε να εκπροσωπήσει το σύνολο της εργατικής τάξης στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού. Η ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στο αστικό σύστημα εξυπηρετούσε την ανάγκη ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης. Ακόμη και η σημερινή σοσιαλδημοκρατία, οργανικό στοιχείο του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, έχει ανάγκη να διατηρεί σχέσεις με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Αντίθετα ο ΣΥΝ εξαρχής αυτοπροσδιορίστηκε ως πολυσυλλεκτικό κόμμα της αριστεράς, δεν επιδίωξε να εκφράσει ούτε να εκπροσωπήσει οργανωμένα κανένα κοινωνικό στρώμα ή τάξη εργαζομένων, ούτε ποτέ είχε καμιά ταξική αναφορά της πολιτικής του, δηλαδή δεν διεκδίκησε ότι ασκεί πολιτική για λογαριασμό κάποιας τάξης, πόσο μάλλον της εργατικής. Ο πολυσυλλεκτισμός του ΣΥΝ σημαίνει ότι γι’ αυτόν η εργαζόμενη κοινωνία υπάρχει κυρίως και πρωτίστως ως εκλογική πελατεία. Γι’ αυτό και κυρίαρχος στόχος του, στον οποίο υποτάσσει τα πάντα, είναι η εκλογική του επιβίωση. Η όποια παρουσία του στα συνδικάτα, στα μαζικά λαϊκά κινήματα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση υποτάσσεται στην ανάγκη κοινοβουλευτικής επιβίωσής του.
Από τη στιγμή που ο ΣΥΝ ούτε εξαρτάται από την εργαζόμενη κοινωνία ούτε στηρίζεται σ’ αυτή, αναγκαστικά προσδένεται στους μηχανισμούς εξουσίας, ιδιαίτερα στο καθεστώς εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό. Το κεντρικό ιδεολόγημα πάνω στο οποίο στήριξε εξαρχής τη συνολική του πολιτική είναι ο «αναγκαίος» εκσυγχρονισμός της «καθυστερημένης Ελλάδας» που έρχεται με καταναγκαστικό τρόπο απ’ έξω, κυρίως από την ΕΕ και την αποκαλούμενη «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Το μόνο που μένει για την αριστερά είναι να προσαρμοστεί στους έξωθεν καταναγκασμούς και να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στη διαχείριση αυτού του εκσυγχρονισμού με δικό της προσωπικό εφόδιο την «κοινωνική ευαισθησία». Γι’ αυτό και ο ΣΥΝ υιοθέτησε κατά καιρούς κάποια από τα πιο τρέχοντα λαϊκά και εργατικά αιτήματα, μόνο όμως ως «συμπλήρωμα» στο καθεστώτος υποταγής, αναπτυξιακής υποβάθμισης και δημοκρατικής εκτροπής της χώρας που οικοδομούν η ΕΕ και ο ιμπεριαλισμός. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο πολιτικό λεξιλόγιο του ΣΥΝ από την πάλη για τη δημοκρατία έχουν απομείνει μόνο κάποιες αναφορές σε «δημοκρατικά δικαιώματα» και ο ΣΥΝ έχει «ξεχάσει» επιδεικτικά τη λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, που αποτελούν τους δυο ακρογωνιαίους λίθους της δημοκρατίας και κάθε δημοκρατικού δικαιώματος, αλλά και τα αιτήματα που σφράγισαν την πάλη του λαού σε ολόκληρη την ιστορία του. Στις σημερινές συνθήκες είναι αδύνατο για μια πολιτική δύναμη να αγωνίζεται αληθινά για τη δημοκρατία, για την ουσιαστική βελτίωση των όρων ζωής και δουλειάς των εργαζομένων, για την αναπτυξιακή προκοπή μιας χώρας όπως η Ελλάδα προς όφελος του λαού της και ταυτόχρονα να αποδέχεται το οικοδόμημα της ΕΕ. Η «προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» δεν αποτελεί, ειδικά σήμερα, απλώς μια αντιδραστική αυταπάτη, αλλά ένας από τους πιο αντιδραστικούς μοχλούς μαζικής εκποίησης της δημοκρατίας γενικά, των ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων των λαών της Ευρώπης. Γι’ αυτό και όποια δύναμη, όπως ο ΣΥΝ, έχει στρατευτεί σ’ αυτή την «προοπτική» δεν είναι απλώς μια ενσωματωμένη πολιτική δύναμη αλλά πολιτικό εξάρτημα της ΕΕ. Ο ΣΥΝ δεν αντιτάχθηκε σε καμιά βασική επιλογή της ΕΕ και δεν διατύπωσε ούτε καν τις επιμέρους ενστάσεις που διατύπωνε κατά καιρούς ο δικομματισμός σε σχέση με τη βιωσιμότητα του ελληνικού καπιταλισμού στα πλαίσια της ΕΕ. Ενώ σε μεγάλο βαθμό το στελεχικό του δυναμικό έχει διαβρωθεί και έχει ενσωματωθεί πλήρως από τους μηχανισμούς και τα κυκλώματα εξουσίας, ιδίως τα υπερεθνικά.
Η λεγόμενη «αριστερή στροφή» του ΣΥΝ με την πρόσφατη αλλαγή προέδρου αφορά στις εσωκομματικές ισορροπίες κορυφής και όχι στη συνολική πολιτική του και την αναγκαία αντιστοίχησή του με τις λαϊκές ανάγκες και τα λαϊκά αιτήματα. Στην πραγματικότητα η «αριστερή στροφή» σηματοδότησε την ολοκλήρωση της πορείας πολιτικής μετάβασης του ΣΥΝ από δύναμη ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο πολιτικό παιχνίδι εξουσίας σε άμεσο πολιτικό υποχείριο της ΕΕ. Κι αυτό σε μια εποχή που ο ελληνικός λαός αλλά και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης αμφισβητούν έμπρακτα και καθημερινά ολόκληρο το οικοδόμημα της ΕΕ. Γι’ αυτό και η πρώτη επίσημη επιδίωξη του νέου προέδρου του ΣΥΝ, με την ανάληψη των καθηκόντων του, ήταν να διασφαλίσει τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» του κόμματος. Στην πραγματικότητα η «αριστερή στροφή» αποδείχθηκε δεξιά προσαρμογή στις επιταγές του ιμπεριαλισμού. Είναι ενδεικτικό ότι ο ΣΥΝ δεν αντιτάχθηκε στο ευρωσύνταγμα από τη σκοπιά της δημοκρατίας αλλά στο γενικό έδαφος της κριτικής του «νεοφιλελευθερισμού». Η όλη του προσπάθεια επικεντρώθηκε στην απενοχοποίηση της ΕΕ για αυτή την τερατώδη επιχείρηση κατεδάφισης της δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η προσπάθεια του ΣΥΝ να αντιτάξει στο υπάρχον ευρωσύνταγμα κάποιο άλλο δήθεν καλύτερο και «δημοκρατικότερο» είναι το ίδιο με την απόρριψη αυτής της κακής «νεοφιλελεύθερης» κατεδάφισης της δημοκρατίας προς όφελος μιας άλλης «αριστερής» κατεδάφισης της δημοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα ηχηρά «όχι» στο ευρωσύνταγμα των ευρωπαϊκών λαών ο ΣΥΝ πρωταγωνιστεί στην εκστρατεία πολιτικής διάσωσης της ΕΕ.
Η ηγεσία του ΣΥΝ μαζί με διάφορους άλλους παράγοντες και ομάδες της αριστεράς επιχειρούν να χωρίσουν τεχνητά την αριστερά ανάμεσα σ’ αυτούς που θέλουν τις πολιτικές συμμαχίες και εκείνους που δεν τις θέλουν. Αυτό το εγχείρημα προσπαθεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των πολιτικών προγραμμάτων στο επίπεδο ενός γενικού αισθήματος ότι «όλοι αριστεροί είμαστε». Ταυτόχρονα ο ΣΥΝ επιχειρεί να οικοδομήσει ένα τυφλό αντι-ΚΚΕ μέτωπο όχι σε αντιδιαστολή με την πραγματική πολιτική και πρακτική του ΚΚΕ, αλλά εμφανίζοντας το τελευταίο ως κόμμα αρνητή των συμμαχιών. Στην ουσία και τα δυο κόμματα διαθέτουν πολιτικές συμμαχιών και μάλιστα ταυτόσημες, γιατί δεν επιδιώκουν την ενότητα στη δράση για την προώθηση εργατικών και λαϊκών αιτημάτων αλλά την ανάδειξη της δικής τους πολιτικής και εκλογικής επιβίωσης σε πρώτιστο μέλημα της αριστεράς και του λαού. Έτσι η πολιτική συμμαχιών τους εξαντλείται στην προσάρτηση δορυφορικών προσωπικοτήτων, παραγόντων και ομάδων, προκειμένου το κάθε κόμμα να δημιουργήσει το δικό του περιχαρακωμένο περίγυρο σε μια μάχη επιβίωσης του ενός εναντίον του άλλου. Η διαφορά έγκειται στο ότι ο ΣΥΝ δεν έχει ούτε καν τις τυπικές αναφορές τις οποίες κάνει το ΚΚΕ στην εργατική τάξη και τα λαϊκά προβλήματα. Αντίθετα η ηγεσία του ΣΥΝ αναζητά στηρίγματα σε μια κοινωνία εικονικής πραγματικότητας την οποία οικοδομεί και επιδοτεί ο ίδιος ο ιμπεριαλισμός. Και αυτή δεν είναι άλλη από την αποκαλούμενη «κοινωνία των πολιτών». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ακόμη και η όποια παλιότερη παρουσία του ΣΥΝ στα συνδικάτα και άλλα μαζικά κινήματα υποχωρεί όλο και περισσότερο από την προνομιακή σχέση του με τα διάφορα Κοινωνικά Φόρα, τα δίκτυα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, τις «ενώσεις καταναλωτών» και τα επιμέρους «κινήματα» που επιχορηγούνται, ενισχύονται και προβάλλονται από τα όργανα της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» του ιμπεριαλισμού αλλά και απευθείας από τις ίδιες τις πολυεθνικές.
Στα πλαίσια αυτά κινούνται ο ΣΥΡΙΖΑ και η «Πρωτοβουλία της Αριστεράς», που δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από δορυφορικά σχήματα του ΣΥΝ. Πρόκειται για μια ευκαιριακή σύμπλευση των άμεσων πολιτικών επιδιώξεων της ηγεσίας του ΣΥΝ με τις προσωπικές κοινοβουλευτικές φιλοδοξίες ορισμένων παραγόντων, επωνύμων και μη, της ευρύτερης αριστεράς, καθώς και πολιτικών ομάδων που αποδέχονται τις πολιτικές εκπτώσεις σε κεντρικά πολιτικά μέτωπα στο όνομα της «ενότητας της αριστεράς». Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η «Πρωτοβουλία» δεν έχουν να επιδείξουν καμιά πολιτική τοποθέτηση ξεκάθαρα υπέρ των εργαζομένων και του λαού στα καίρια μέτωπα της πάλης, ενώ αναλίσκονται στη διατύπωση γενικών «αριστερών» ιδεολογημάτων και αναφορών σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρύψουν ότι άγονται και φέρονται από την ηγεσία του ΣΥΝ. 

Η ζωτική ανάγκη για μια ριζικά διαφορετική πολιτική λύση

Οι κυρίαρχες δυνάμεις της αριστεράς, τουλάχιστον με τη σημερινή τους μορφή, δεν αποτελούν απάντηση στο κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας από τη σκοπιά των εργαζομένων. Αντίθετα, συνιστούν μέρος του προβλήματος. Γι’ αυτό και περιορίζονται σε ρόλο κομπάρσου των πολιτικών εξελίξεων, με το ΚΚΕ να ιδρωκοπά για μια οριακή αύξηση του εκλογικού του ποσοστού και τον ΣΥΝ να αγωνιά για την κοινοβουλευτική του επιβίωση. Χρειάζεται επειγόντως η ανάδειξη μιας νέας πολιτικής πρότασης διεξόδου που όχι μόνο θα απαντά μαχητικά στα πιο άμεσα και επείγοντα προβλήματα από τη σκοπιά των εργαζόμενων, αλλά θα μπορεί να οικοδομήσει μια βαθιά ψυχική συγγένεια με το λαό και την εργατική τάξη, να μιλήσει τη γλώσσα του λαού, να δεθεί με την καθημερινή εμπειρία των εργαζομένων στον τόπο δουλειάς και στη γειτονιά, να κερδίσει την εμπιστοσύνή τους, σαν κάτι δικό τους, κομμάτι από τον εαυτό τους, από τις ανάγκες και τις προσδοκίες τους.
Ποια λοιπόν θα πρέπει να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νέας πολιτικής πρότασης διεξόδου;
Πρώτο: Στη σημερινή πολιτική κατάσταση που υποτάσσει τα πάντα στο κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους και στην αύξησή του, χρειάζεται να αντιπαρατεθεί μια ριζικά διαφορετική πολιτική η οποία πρέπει να βασίζεται σε νέα κριτήρια ανάπτυξης με επίκεντρο τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων για απασχόληση, για παιδεία, υγεία, κοινωνική εξασφάλιση, προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και αποφασιστική συμμετοχή σ’ όλες τις διαδικασίες που τους αφορούν στην εργασία, την κοινωνία και την πολιτική.
Εκεί που έχει οδηγηθεί η οικονομία από την κρίση, την πρόσδεσή της στην ΕΕ και την ΟΝΕ, καθώς και από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική, δεν μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές και βιώσιμες λύσεις στα προβλήματα που τη μαστίζουν, αν δεν εντάσσονται σ’ ένα συνολικό μακρόπνοο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης σε ανταγωνιστική κατεύθυνση με τα κριτήρια και τη λογική της εξαρτημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Είναι επείγουσα ανάγκη ένας νέου τύπου οικονομικός ρόλος του κράτους, που δεν θα είναι συμπληρωματικός της αγοράς, αλλά βασικός μοχλός μιας ριζικά διαφορετικής ανάπτυξης με κριτήριο τις άμεσες ανάγκες και τα συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας. Το βασικό ζητούμενο είναι το κράτος να μεταβληθεί από εικονικό, σε πραγματικό εκπρόσωπο της κοινωνίας και μάλιστα εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που η επιβίωσή τους εξαρτάται από την προσωπική τους εργασία. Ειδικά σε μια περίοδο άγριου ανταγωνισμού στις αγορές το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται «ουδέτερο», ούτε να «απέχει» από την άμεση παραγωγική διαδικασία. Αντίθετα, πρέπει να εξαναγκαστεί σε σαφή τοποθέτηση και αυτή να είναι με την πλευρά των αδυνάτων, των χαμένων του παιχνιδιού, των ανθρώπων του μόχθου, που στέκουν ανίσχυροι μπροστά στους επιχειρηματικούς γίγαντες. Και για να γίνει αυτό, το κράτος πρέπει να εξυγιανθεί, να κόψει τους δεσμούς του με τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, να γίνει εγγυητής των συλλογικών δικαιωμάτων και των άμεσων αναγκών των εργαζόμενων τάξεων και να αναδειχθεί σε βασικό, στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας συνολικά.
Δεύτερο: Δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική σε όφελος των εργαζομένων δίχως την πάλη για τον απεγκλωβισμό από το καθεστώς εξάρτησης της χώρας, δίχως την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Κύριο μέλημα της άρχουσας τάξης ήταν από παλιά η προσπάθεια να εμφανίζει το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας ως κάτι απολύτως «φυσικό», ως τη μοναδική «εγγύηση έναντι των εθνικών κινδύνων», ως «μονόδρομο ένταξης στην παγκόσμια οικονομία», ως αναγκαία «έκφραση της διεθνούς αλληλεξάρτησης». Στην πραγματικότητα η εξάρτηση είναι κάτι το «φυσικό» μόνο σε ένα διεθνές περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί η αρχή της ισχύος και της πυγμής, σε μια παγκόσμια αγορά όπου αναμετρούνται μονοπωλιακές δυνάμεις. Ενώ ο βασικός εθνικός κίνδυνος προέρχεται από αυτή την ίδια την εξάρτηση. Κι απ’ αυτήν η χώρα μπορεί και πρέπει να απαλλαγεί. Γι’ αυτό και η όποια υποτίμηση του προβλήματος της εξάρτησης, η όποια υποβάθμισή του για οιονδήποτε λόγο συνιστούν τυπική απολογητική του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Η παραγνώριση της εξάρτησης οδηγεί αναγκαστικά στην εγκατάλειψη προνομιακών πεδίων συσπείρωσης και μετώπων πάλης του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Κανένα πρόβλημα της δημοκρατίας και της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί δίχως να αναδειχθεί πρώτα απ’ όλα η ανάγκη πάλης ενάντια στο καθεστώς εξάρτησης, για την απαλλαγή από την αμερικανοκρατία και την αποδέσμευση από την ΕΕ.
Τρίτο: Θεμελιακή προϋπόθεση μιας πολιτικής αναγέννησης της χώρας και του λαού της είναι η κατάκτηση της δημοκρατίας ως αφετηρία αντιμετώπισης των προβλημάτων της οικονομίας και της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας. Σημαίνει εξασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και κατάργηση όλων των διακρίσεων και αντιδημοκρατικών νόμων. Σημαίνει την επιβολή ενός δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου σε όλα τα επίπεδα του συστήματος εξουσίας. Απαιτεί επίσης την προώθηση ενός κλιμακώμενου προγράμματος ουσιαστικής δημοκρατικής αποκέντρωσης θεμελιωμένη σε μια πραγματική λαϊκή τοπική αυτοδιοίκηση, όργανο και έκφραση του δικαιώματος της ελεύθερης αυτοοργάνωσης του λαού.
Όμως πρώτα και κύρια απαιτείται ένα νέο λαϊκό δημοκρατικό σύνταγμα, το οποίο θα είναι έκφραση αλλά και προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας. Γι’ αυτό και θα είναι προϊόν μιας Συντακτικής Συνέλευσης, μιας νέας Εθνοσυνέλευσης, που θα γεννηθεί απευθείας από τον ίδιο το λαό. Το σύνταγμα αυτό θα βασίζεται στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του εργαζομένου στην εργασία, την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική. Θα αναδεικνύει το κράτος σε εγγυητή αυτών των δικαιωμάτων και των ελευθεριών και θα θεσμοθετεί την εθνικοποίηση και δημοκρατική εξυγίανση των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά και τη δημοκρατική αναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμό του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.
Τέταρτο: Κινητήρια δύναμη αυτής της πολιτικής πρότασης δεν μπορεί να είναι άλλη από την ίδια την εργατική τάξη και το οργανωμένο της κίνημα, από το μαζικό κίνημα του λαού. Στην πράξη αυτή η πολιτική πρόταση δεν μπορεί παρά να είναι η προγραμματική βάση μιας ευρύτατης κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας με επίκεντρο την εργατική τάξη και το μαζικό κίνημα, μοχλός ανατροπής συσχετισμών, οργάνωσης και χειραφέτησης των εργαζομένων. Ενώ το κοινωνικο-ταξικό μέτρο αποδοχής και επιτυχίας της δεν θα είναι το κυνήγι των ψήφων σε έναν φαύλο κύκλο στείρου κοινοβουλευτισμού, αλλά η στήριξη και η άμεση βοήθεια σε κάθε αγώνα, σε κάθε κίνημα του λαού, σε κάθε προσπάθεια, από όπου κι αν προέρχεται, με στόχο την απόσπαση κατακτήσεων, βελτιώσεων και αλλαγών υπέρ των εργαζομένων. Μια πολιτική πρόταση που δεν μπορεί να φανεί άμεσα χρήσιμη στις καθημερινές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, στο άνοιγμα του δρόμου για έστω και περιορισμένες βελτιώσεις στην καθημερινή ζωή της είναι αδιέξοδη, ανεδαφική και αδιάφορη από τη σκοπιά των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου