Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΚΥΠΡΟΣ


Μετά την καταφανώς θετική εξέλιξη της μη υπογραφής του σχεδίου Ανάν στη Λουκέρνη, ζούμε ένα πολιτικό θέατρο του παραλόγου. Οι εκβιασμοί και οι πιέσεις του «διεθνούς  παράγοντα» ήταν τόσο αφόρητοι στη Λουκέρνη, που εξανάγκασαν ακόμα και τον κ. Καραμανλή να δηλώσει ευθαρσώς ότι «δυστυχώς δεν συμφωνήσαμε», ενώ τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Τάσο Παπαδόπουλο, να δηλώνει: «Πήγαμε  στην Ελβετία να εξασφαλίσουμε έναν αξιοπρεπή συμβιβασμό. Όμως παρά την καλή διάθεση και την πολιτική βούληση, δεν κατέστη δυνατή συμφωνία. Δεν πρόκειται να θυσιάσω τα δικαιώματα του λαού μας στο βωμό πιέσεων» (Ναυτεμπορική, 1/4). Η ιστορία της Λουκέρνης αποδεικνύει γι ακόμη μια φορά ότι η τακτική υποχωρήσεων και εθελοδουλίας απέναντι στους ισχυρούς, μπορεί να οδηγεί μόνο απ’ το κακό στο χειρότερο.

Στην έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής όπου ο Κ. Καραμανλής υποτίθεται  ότι θα ενημέρωνε για το σχέδιο Ανάν, φάνηκε ολοκάθαρα η στάση των πολιτικών κομμάτων απέναντι στο πρόβλημα. Ο Κ. Καραμανλής, αφού είπε  ότι παραβρέθηκε στην τελική φάση της Λουκέρνης, τόσο «για να συμβάλουμε στην επίτευξη της λύσης, αλλά και διότι θεωρώ αμετακίνητο το χρέος μου να τηρώ με ευλάβεια τις υποχρεώσεις της χώρας μου από τη συμφωνία της Νέας Υόρκης» (ΑΠΕ, 2/4), πέταξε το μπαλάκι στους κυπρίους, λέγοντας ότι « η τελική απόφαση ανήκει στον κυπριακό λαό», και απέφυγε να πάρει θέση προτείνοντας τη σύγκληση συμβουλίου αρχηγών.
Στην ίδια συνεδρίαση, ο Γ. Παπανδρέου, διατύπωσε την καταπληκτική θέση ότι «για πρώτη φορά είμαστε τόσο κοντά σε μια λύση» και ότι «στο πλαίσιο της Ε.Ε. είναι δυνατόν να διευρυνθούν τα θετικά σημεία του σχεδίου» (ΑΠΕ, 2/4). Στη συνέχεια, ο κ. Παπανδρέου, δήλωσε ότι δεν σκοπεύει την ώρα αυτή να ασκήσει κριτική στους διαπραγματευτικούς χειρισμούς της κυβέρνησης στη Λουκέρνη, καθώς θα «ήταν λάθος να δημιουργήσουμε κλίμα εθνικής ηττοπάθειας, η ένα κλίμα καταγγελτικού ηρωισμού των τροπαιοφόρων του «Όχι» (ΑΠΕ, 2/4). Προφανώς, ο κ. Παπανδρέου, όχι μόνο θα είχε υπογράψει στη Λουκέρνη, αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, γίνεται τροπαιοφόρος του «Ναι».
Η κ. Παπαρήγα ήταν η μόνη που πήρε ξεκάθαρη θέση εναντίον του σχεδίου Ανάν, χαρακτηρίζοντας τη λύση που προτείνει ως «άδικη και επικίνδυνη». Παρ’ όλ’ αυτά, το Π.Γ. του ΚΚΕ, με ανακοίνωσή του (31/3) εξακολουθεί να υποστηρίζει μια «ομόσπονδη, διζωνική, δικοινοτική λύση» του Κυπριακού, δηλαδή να απορρίπτει το σχέδιο Ανάν, αλλά να αποδέχεται τη λογική πάνω στην οποία βασίστηκε. Πάντως, απ’ ότι φαίνεται οι τρομακτικές πιέσεις του ιμπεριαλισμού, επιδρούν και στην κ. Παπαρήγα, η οποία τόνισε ότι «όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, το ΚΚΕ θα σταθεί στο πλευρό των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων» (ΑΠΕ, 2/4).
Τέλος, ο κ. Κωνσταντόπουλος επέλεξε για μια ακόμη φορά την τακτική του παπά. «Να μελετήσουμε ψύχραιμα τα υπέρ και τα κατά του σχεδίου», είπε, αποφεύγοντας να πάρει σαφή θέση για το σχέδιο. Υπεραμύνθηκε των θέσεων του ΣΥΝ που εξαρχής είχε θεωρήσει το σχέδιο Ανάν ως «βάση συζήτησης». Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του το ανάλωσε σε ευθεία, προκλητική επίθεση ενάντια σ’ αυτούς που λένε όχι, ενώ για τη συμφωνία της Νέας Υόρκης το μόνο που βρήκε να πει ήταν ότι ήταν «λάθος χειρισμός». Για να αποφύγει να πάρει σαφή θέση, βιάστηκε να κρυφτεί πίσω από την Κυπριακή Αριστερά και τον Κυπριακό λαό, λέγοντας ότι «ο ΣΥΝ  θα  έχει άποψη, λαμβάνοντας υπόψη και τις θέσεις της κυπριακής αριστεράς» (ΑΠΕ, 2/4).
Το σχέδιο και η λογική στην οποία βασίζεται το σχέδιο Ανάν είναι τόσο εκτρωματική, που κανένας – εκτός ίσως του κ. Παπανδρέου – δεν θέλει να εμφανιστεί ανοικτά ότι το αποδέχεται. Κι έτσι τόσο εδώ, όσο και στην Κύπρο, γίνεται μια εντατική προσπάθεια να φορτωθεί την ευθύνη ο ίδιος ο λαός. Γι αυτό και η όλη συζήτηση προσπαθεί τεχνηέντως να επικεντρωθεί στην «συνεκτίμηση των θετικών και αρνητικών πλευρών» του σχεδίου.
Ωστόσο, σκοπίμως αποσιωπούνται ορισμένα πολύ απλά πράγματα, που δεν αφορούν τις άλφα, ή βήτα πλευρές του σχεδίου, ούτε τις τάδε, ή δείνα τροπολογίες του. Αντίθετα αφορούν την ίδια την εσωτερική λογική του σχεδίου, όσα «θετικά», ή «αρνητικά» κι αν του αναγνωρίζει κανείς.
Ποια είναι η βασική λογική του σχεδίου Ανάν;
Πρώτο: Αποδέχεται και νομιμοποιεί πλήρως τα «τετελεσμένα» μιας απροκάλυπτης στρατιωτικής επέμβασης και κατοχής εδάφους ανεξάρτητου κράτους και μέλους του ΟΗΕ. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί μόνο μια πραξικοπηματική ανατροπή ακόμη και των πιο βασικών καταστατικών αρχών του ίδιου του ΟΗΕ, αλλά και μια προκλητική ισοπέδωση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου. Η αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, που προάγει το σχέδιο, αποτελεί μια εντυπωσιακή οπισθοδρόμηση στο μεσαιωνικό «δίκαιο της πυγμής», στο «δίκαιο των τετελεσμένων» που επιβάλλει κάθε φορά ο πιο ισχυρός. Το σχέδιο ποδοπατά ότι καταχτήθηκε σε επίπεδο διεθνούς ισονομίας και ισοπολιτείας από την εποχή του 19ου αιώνα έως σήμερα.
Ακόμη κι αν προς στιγμή παραβλέψουμε τις απαράδεκτες λογικές διαχείρισης των «μειονοτικών» ζητημάτων στο νησί που προάγει το σχέδιο, και μόνο ότι αποτελεί μια τέτοια προκλητική προσβολή ακόμη και της πιο στοιχειώδους δημοκρατικής έννομης τάξης στις διεθνείς σχέσεις, αρκεί για να απορριφθεί ασυζητητί.
Δεύτερο: Αποδέχεται και νομιμοποιεί το βίαιο ξεριζωμό πληθυσμών, την εφαρμογή τυπικών μεθόδων γενοκτονίας εναντίον των κατοίκων του νησιού από τους κατακτητές, αλλά και την πολιτική εποικισμού του κατεχομένων, που εκτός όλων των άλλων το διεθνές δίκαιο χαρακτηρίζει ως ειδεχθή εγκλήματα πολέμου ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ από τον ίδιο τον ΟΗΕ έχουν χαρακτηριστεί και ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Τρίτο: Δημιουργεί τεχνητά ένα υβριδικό κρατίδιο-έκτρωμα με καθεστώς προτεκτοράτου, ημιαποικίας, με έξωθεν «εγγυήτριες δυνάμεις», υπό την άμεση στρατιωτικο-πολιτική εποπτεία, αλλά και την κηδεμονία κυρίως των ΗΠΑ, της Βρετανίας και του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα δημιουργεί ένα ιδιότυπο καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού, όχι στη βάση του χρώματος του δέρματος, αλλά στη βάση της εθνολογικής και θρησκευτικής ταυτότητας.     
Αλήθεια, ποιο «ευρωπαϊκό κεκτημένο», όπως και να το φαντασιώνεται κανείς, μπορεί με τον καιρό να απαλείψει αυτές τις «αρνητικές συνέπειες» του σχεδίου Ανάν; 
Το σχέδιο Ανάν, δεν είναι κατεξοχήν πρόβλημα των Κυπρίων. Δεν αφορά μόνο αυτούς, ούτε είναι μόνο δική τους υπόθεση αν θα το αποδεχτούν, ή όχι. Η όλη υπόθεση δεν τελειώνει με το όποιο αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων στην Κύπρο. Αντίθετα, τότε αρχίζει. Ιδίως στην περίπτωση που οι εκβιασμοί, οι πιέσεις, οι απειλές και η κινδυνολογία αναγκάσουν τον κυπριακό λαό να αποδεχτεί το σχέδιο. Κι αυτό γιατί τότε θα αρχίσει να οικοδομείται στην πράξη αυτό το έκτρωμα και να ξετυλίγεται όλη η αντιδραστικότητα και η επικινδυνότητά του όχι μόνο για το νησί και τους κατοίκους του, αλλά για ολόκληρη την περιοχή.
Η αποδοχή του σχεδίου δημιουργεί ένα άκρως επικίνδυνο προηγούμενο, κατοχυρώνει λογικές και προσεγγίσεις βαθιά αντιδραστικές, που συνιστούν άμεση απειλή για όλες τις χώρες, τους λαούς και την ήδη εύφλεκτη κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή. Η τυχόν αποδοχή του σχεδίου Ανάν δεν αποτελεί απλά ένα ξεπούλημα ολκής της λεγόμενης «εθνικής υπόθεσης», δεν αποτελεί απλά μια βαθύτατα αντιδραστική, ιμπεριαλιστική διευθέτηση του προβλήματος της Κύπρου, αλλά συνιστά την αυλαία μιας νέας γενικευμένης αποσταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής. Ανοίγει επισήμως τις πόρτες για νέους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς με τις ευλογίες των ισχυρών. Μετατρέπει τον πόλεμο, την στρατιωτική επέμβαση με προφάσεις, ή χωρίς, ως απόλυτα νόμιμο μέσο διευθέτησης των αντιθέσεων στην περιοχή και δημιουργίας νέων τετελεσμένων.
Η αποδοχή του σχεδίου Ανάν δεν απομακρύνει την πιθανότητα πολέμου στην περιοχή, αλλά την κάνει ακόμη πιο πραγματική, ακόμη πιο άμεση για όλους τους λαούς. Λύνει τα χέρια σε όλους όσους ονειρεύονται και σχεδιάζουν μια βίαιη αναδιάταξη του ευρύτερου χώρου του Αιγαίου, των Βαλκανίων, της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Κι έτσι φέρνει την απειλή του πολέμου στο κατώφλι όλων των χωρών της περιοχής. Γι αυτό και κανένας προοδευτικός άνθρωπος, κανένας δημοκρατικός πολίτης, κανένας αγωνιστής, δεν μπορεί απλά να περιοριστεί στην καταγγελία του σχεδίου Ανάν. Κανένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει μια τέτοια προοπτική, ένα τέτοιο έκτρωμα. Καμμιά «λαϊκή ετυμηγορία» δεν μπορεί να υποβαθμίσει την ανάγκη για συνέχεια στην πάλη, για την ανατροπή στην πράξη τέτοιων εκτρωμάτων ακόμη κι όταν κατορθώνουν να επιβάλλονται με τη «λαϊκή συγκατάθεση». Επιδίωξη δεν μπορεί παρά να είναι μία και μόνη, η ενιαία, αδιαίρετη, δημοκρατική, ελεύθερη, δίχως εσωτερικούς φυλετικούς, άλλους διαχωρισμούς, ανεξάρτητη και απαλλαγμένη από προστάτες, εγγυητές και κηδεμόνες Κύπρος. Αυτή είναι και η μοναδική δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Σε κάθε άλλη περίπτωση το πρόβλημα της Κύπρου παραμένει αντικειμενικά ανοικτό, άλυτο και πηγή επικίνδυνων επιπλοκών για όλους τους λαούς της περιοχής, αλλά και διεθνώς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου