Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η αθλιότητα της «ισχυρής Ελλάδας»


Η μεγάλη (μη) συγχώνευση της Εθνικής-Άλφα



Τα κατορθώματα του φονταμενταλιστικού νεοφιλελευθερισμού της κυβέρνησης Σημίτη


Με τυμπανοκρουσίες στα τέλη Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον «αρραβώνα Εθνικής-Alpha», τη μεγαλύτερη συγχώνευση επιχειρήσεων που επιχειρήθηκε μεταπολιτευτικά στην ελληνική οικονομία. Η κυβερνητική προπαγάνδα κυριολεκτικά οργίασε. Με την συγχώνευση αυτή ενισχυόταν τάχα η θέση της Ελλάδας στην άκρως ανταγωνιστική αγορά της ΟΝΕ, θωρακιζόταν απ’ τις πιέσεις του Ευρώ, γινόταν επ’ ωφελεία των καταναλωτών και των εργαζομένων στις τράπεζες και αποδείκνυε την επιτυχία της πολιτικής των «διαρθρωτικών αλλαγών» που προωθεί η κυβέρνηση.

Λίγο ή πολύ η κυβέρνηση έθεσε το εξής πρόστυχο δίλημμα: Με την συγχώνευση και την αναβάθμιση της χώρας στην ευρωπαϊκή αγορά, ή ενάντια στην συγχώνευση και την υπονόμευση της ευρωπαϊκής θέσης της χώρας; Κι οφείλουμε να πούμε ότι «τσίμπησαν» άπαντες:
Η μεν ΝΔ άρχισε να ψελλίζει αντιρρήσεις σχετικά με τον «τρόπο», τους «όρους», τις «συνθήκες» και τις «προοπτικές», γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ξεσπούσε πόλεμος χαρακωμάτων ανάμεσα σε ανταγωνιστικά συμφέροντα των πιο μεγάλων αρπαχτικών της τραπεζικής αγοράς. Γι αυτό και κράτησε την δέουσα στάση αναμονής, ώστε την κατάλληλη στιγμή να πάει με τα αρπαχτικά που θα υπερισχύσουν.
Ο δε ΣΥΝ αποδέχτηκε, για μια ακόμη φορά, το κυβερνητικό δίλημμα για να συζητήσει απλά τους «όρους» της όλης υπόθεσης, αν δηλαδή θα γίνει με «όρους διαφάνειας» (ότι κι αν σημαίνει αυτό σε μια εντελώς αδιαφανή αγορά, με τραπεζικά κι εμπορικά απόρρητα, με βασικούς μετόχους των τραπεζών θεσμικούς επενδυτές, εταιρείες χαρτοφυλακίου, οφσόρ, κοκ), αν θα υπάρξει σαφές «επιχειρησιακό σχέδιο», αν θα «διασφαλιστούν οι εργαζόμενοι» κι άλλα εξόχως αντιπολιτευτικά.
Όσο για το ΚΚΕ, στον κόσμο του. Για τους «επαναστάτες» του γυάλινου πύργου στον Περισσό, όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από «νομοτελειακή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου» κι άρα δεν τους αφορούν. Τι γίνεται, όμως, με τους χιλιάδες εργαζόμενους των δυό τραπεζών που τους αφορούν άμεσα; Απλά θα πρέπει να κατανοήσουν ότι μόνη λύση είναι η «λαϊκή εξουσία», δηλαδή ο σοσιαλισμός. Κι ως ότου το κατανοήσουν, ας γίνουν όλα στάχτη και μπούρμπερη!

Το δόγμα της «ισχυρής επιχείρησης»

Η αλήθεια είναι ότι πολύ σπάνια βλέπουμε μια κυβέρνηση να μετατρέπεται τόσο ξεδιάντροπα σε «παπαγαλάκι» συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων. Η κίνηση αυτή δεν είχε στόχο την «ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας», αλλά την προκλητική ενίσχυση του κ. Κωστόπουλου και των οικονομικών συμφερόντων των οποίων είναι βιτρίνα. Δεν είχε στόχο την «ευρωπαϊκή αγορά», αλλά την εσωτερική αγορά και τον μονοπωλιακό της έλεγχο από συγκεκριμένα κερδοσκοπικά κυκλώματα. Τη φιλοσοφία αυτής της κίνησης απέδωσε με δηλώσεις του ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Ν. Χριστοδουλάκης μία ημέρα πριν από την επίσημη ανακοίνωση της συγχώνευσης: «Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερα μεγέθη τέτοια ώστε να μπορούν καλύτερα να ενσωματωθούν στην ευρωπαϊκή αγορά, να διαμορφώσουν διεθνείς συνεργασίες, να μεταφέρουν ελληνικές επωνυμίες σε καταναλωτές  σε όλες τις αγορές όλων των χωρών.» (30/10/2001).
Με άλλα λόγια η κυβέρνηση εγκαταλείπει πλέον ανοιχτά την υποτιθέμενη παραδοσιακή της «ουδετερότητα» και ανακοινώνει ευθαρσώς ότι πεδίο εφαρμογής της πολιτικής της δεν είναι πια η εθνική οικονομία στο σύνολό της, αλλά οι «ισχυρές επιχειρήσεις». Το δόγμα της «ισχυρής Ελλάδας» μετεξελίσσεται στο δόγμα της «ισχυρής επιχείρησης». Να πως ανέπτυξε το δόγμα αυτό ο ίδιος ο κ. Χριστοδουλάκης στην τελευταία ΚΕ του ΠΑΣΟΚ: «Οι ισχυρές επιχειρήσεις θα αποτελέσουν τα χρόνια που έρχονται κλειδί και καταλύτη της αναπτυξιακής διαδικασίας. Θα διασφαλίσουν την παρουσία ελληνικών ονομάτων σε μια ανταγωνιστική αλλά και με πολλές δυνατότητες ευρωπαϊκή αγορά και θα διασφαλίσουν έτσι τις προϋποθέσεις, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, για την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η εξωστρέφεια των επιχειρήσεων, η συνεργασία, οι συγχωνεύσεις, η προσέλκυση επενδύσεων, είναι οι όροι εκείνοι οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν την ισχυροποίηση των ελληνικών επιχειρήσεων μέσα σε ένα απαιτητικό, ταυτόχρονα και πολλά υποσχόμενο διεθνές περιβάλλον.» (18/01/2002).
Το μήνυμα του κ. υπουργού είναι σαφές: Ότι είναι καλό και συμφέρει τις μεγάλες και ισχυρές επιχειρήσεις, ότι είναι καλό για τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, είναι καλό και για την ελληνική οικονομία, είναι καλό για όλους. Κι όχι μόνο αυτό. Οι μεγάλες και ισχυρές επιχειρήσεις είναι και η μοναδική ελπίδα για την Ελλάδα στα πλαίσια της ΟΝΕ, η μοναδική ελπίδα της «αναπτυξιακής διαδικασίας». Επομένως, καλά είναι όλα αυτά τα παραμύθια περί «κοινωνίας της αλληλεγγύης», που η ίδια η κυβέρνηση παπαγαλίζει για ευνόητους πολιτικούς λόγους, αλλά μην περιμένετε να την απασχολήσει στα σοβαρά η δραματική κατάσταση των εργαζομένων και της ελληνικής κοινωνίας. Το παρών και το μέλλον ανήκει στις «ισχυρές επιχειρήσεις»!    
Στην πραγματικότητα η φιλοσοφία αυτή δεν είναι προϊόν της «ευφυΐας» του κ. Χριστοδουλάκη, ούτε φυσικά του κ. Σημίτη. Το δόγμα αυτό έχει υπερατλαντική καταγωγή και έχει διατυπωθεί πρόσφατα απ’ τους οικονομικούς φωστήρες της χρηματιστικής ολιγαρχίας των ΗΠΑ και της κυβέρνησης Μπους. Το ζουμί του είναι ότι λόγω της εξαιρετικά δύσκολης κρισιακής περιόδου για τη παγκόσμια οικονομία του πολυεθνικού κεφαλαίου, επιβάλλεται μια «περισσότερο παρεμβατική-ακτιβίστικη κυβέρνηση», που δεν θα στέκει «ουδέτερη», όπως απαιτούσε ο νεοφιλελευθερισμός παλιότερα, ασκώντας απλά οικονομική διαχείριση, αλλά θα προβαίνει σε «οτιδήποτε χρειάζεται» για την άμεση, ακόμη και προκλητική, στήριξη του «επιχειρηματικού κόσμου»1. Έτσι δικαιολογήθηκε η υιοθέτηση ενός πιο άγριου, φονταμενταλιστικού και πολεμικού νεοφιλελευθερισμού, που οδήγησε ακόμη και συντηρητικούς αναλυτές στις ΗΠΑ να μιλούν για «ένα σύστημα διεφθαρμένο»2.   
Το δύσοσμο αέρα αυτού του πιο ακραίου και αντιδραστικού νεοφιλελευθερισμού, αποπνέει το δόγμα της «ισχυρής επιχείρησης». Μόνο που στη περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί και μια έμμεση, αν και ανοικτή ομολογία: Από άποψη μεγέθους και προοπτικών μια οικονομία εξαρτημένη, παραγωγικά υποβαθμισμένη και περιθωριακή, σαν της Ελλάδας, είναι καταδικασμένη με τον ζουρλομανδύα του Ευρώ. Γι αυτό και η κυβέρνηση επικεντρώνει πια το ενδιαφέρον της στις «ισχυρές επιχειρήσεις». Έτσι ολόκληρη η οικονομία δεν είναι παρά η προίκα των «ισχυρών επιχειρήσεων», των πιο ισχυρών ντόπιων οικονομικών κύκλων στην αγωνιώδη τους προσπάθεια να συνδεθούν με τις γενικότερες επιδιώξεις του πολυεθνικού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή. Όσο για την τύχη της χώρας, ποσώς τους ενδιαφέρει.

Ο κερδοσκοπικός πόλεμος των αρπαχτικών

Το ιδιαίτερο γνώρισμα της επιχείρησης «συγχώνευση Εθνικής-Άλφα», είναι ότι η κυβέρνηση δεν επιχείρησε μόνο να ιδιωτικοποιήσει με τον πιο ανοικτό τρόπο την μεγαλύτερη κρατική τράπεζα, αλλά επιχείρησε ταυτόχρονα να επωφεληθεί και η ίδια, πολιτικά και μη, σπονσάροντας ανοικτά τα συγκεκριμένα κερδοσκοπικά κυκλώματα που εκπροσωπεί ο κ. Κωστόπουλος. Αυτή η προσπάθεια να δημιουργηθούν «εθνικοί πρωταθλητές», όπως τους ονόμασε η κυβέρνηση Σημίτη, δεν είναι καινούργια. Δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τις αναφορές του κ. Α. Παπανδρέου στα «νέα τζάκια», που είχαν σκοπό στην εποχή του να δικαιολογήσουν το προκλητικό σπονσάρισμα «νέων επιχειρηματικών δυνάμεων», όπως ήταν ο κ. Κοσκωτάς, όταν επικεφαλής της Τράπεζας Κρήτης επεδίωκε προς όφελος αλλοδαπών και ημεδαπών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων, να επεκταθεί προς όλους τους τομείς. Από πολιτική άποψη οι δυό περιπτώσεις μοιάζουν εξαιρετικά.
Ωστόσο, η κίνηση αυτή δεν βρήκε την «ομοθυμία» όλων των αρπαχτικών της ντόπιας τραπεζικής αγοράς. Κι έγινε σε μια ιδιαίτερα ατυχή στιγμή για την επιλογή της κυβέρνησης. Έγινε ακριβώς την εποχή που ετοιμάζονταν εξίσου μεγάλοι «αρραβώνες» κι απ’ ότι τελικά φάνηκε, με μεγαλύτερο ειδικό βάρος για το τραπεζικό κεφάλαιο της χώρας. Κι αυτοί ήταν οι «αρραβώνες» ισχυρών ντόπιων τραπεζικών ομίλων με ισχυρούς πολυεθνικούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους. Όπως, π.χ., είναι η «συμφωνία στρατηγικής συμμαχίας για την Ελληνική αγορά» μεταξύ της Τράπεζας Πειραιώς και του χρηματοπιστωτικού ομίλου της ING/NN, η οποία ολοκληρώθηκε επίσημα στις 18/1/02, καθώς και η «στρατηγική συμφωνία» της EFG Eurobank Ergasias με την Deutsche Bank (19/1/02).
Αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα στις κορυφές του τραπεζικού κεφαλαίου της χώρας εξέφραζε και η ευθύς εξαρχής διαφοροποίηση του τέως υπουργού Εθνικής Οικονομίας, κ. Γ. Παπαντωνίου, ο οποίος διαφώνησε με την «συγχώνευση» των δυο ελληνικών τραπεζών γιατί θεωρούσε ορθότερο τον «αρραβώνα» των ελληνικών τραπεζών με ευρωπαϊκές. Έτσι ξέσπασε ο πόλεμος της κερδοσκοπίας ανάμεσα στους επίδοξους μνηστήρες. Με τρόπαιο το καλύτερο πλασάρισμα στην εγχώρια αγορά  Κι όπως όλοι οι πόλεμοι αυτού του είδους, διεξάχθηκε στο απόλυτο σκοτάδι, στο παρασκήνιο και τους διαδρόμους της «ελεύθερης αγοράς». Εξ ου και η περίφημη δήλωση του κ. Χριστοδουλάκη, όταν ρωτήθηκε για το επικείμενο «διαζύγιο»: «Η ελεύθερη αγορά δεν έχει αδιέξοδα» (19/01/02).
Μια απ’ τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αυτού του κερδοσκοπικού πολέμου είναι η έντονη πίεση που δέχθηκε η τιμή της μετοχής της Εθνικής και της Άλφα, αμέσως μόλις ανακοινώθηκε η «συγχώνευση». Έτσι την 1/11/01 η μετοχή της Εθνικής έκλεινε στα 29,94 ευρώ και της Άλφα στα 21,70. Την επομένη αμέσως αρχίζει η κατρακύλα. Κι αυτό παρά την ξέφρενη προσπάθεια της κυβερνητικής προπαγάνδας να «πουλήσει» την συγχώνευση στους «επενδυτές» και να προκαλέσει «προσδοκίες ανόδου». Οι μετοχές και των δυο τραπεζών συνεχίζουν να κατρακυλούν έως τις 16/1/02 με την Εθνική να κλείνει στα 24,40 ευρώ και την Άλφα στα 18,62. Μόνο το οριστικό «διαζύγιο» αφαίρεσε την πίεση απ’ τις μετοχές και άρχισε μια ελαφρά ανοδική τάση. Έτσι στις 23/1/02 η μετοχή της Εθνικής έκλεισε στα 26,52 ευρώ και της Άλφα στα 19,38. Ποια κερδοσκοπικά κυκλώματα έπαιξαν και ποιοι επωφελήθηκαν είναι μάλλον δύσκολο να πει κανείς, αλλά όπως και να ‘χει είναι κάτι παντελώς δευτερεύον.
Όσο για τις εσωτερικές κόντρες στελεχών στην Εθνική και την Άλφα, ο ρόλος και οι πιέσεις κυρίως του Λάτση, αλλά και του Σάλα, τα ανταλλάγματα και οι προθέσεις του Κωστόπουλου, οι επιδόσεις του Καρατζά, οι πολυποίκιλες έξωθεν παρεμβάσεις, κλπ., ανήκουν στις γλαφυρές και γαργαλιστικές λεπτομέρειες της όλης υπόθεσης και δεν πρέπει να μας απασχολούν. Άλλωστε μ’ αυτές ασχολήθηκε κατά κόρο η οικονομικο-πολιτική παραφιλολογία του καθημερινού τύπου.
Τελικά τι επιβεβαιώνουν όλα αυτά;
Καταρχήν φανερώνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι αν θα πρέπει να γίνει ή όχι η όποια συγχώνευση, με «καλούς» ή «κακούς» όρους, με «διαφάνεια» ή μη. Το βασικό πρόβλημα είναι τι σόι τραπεζικό σύστημα έχει ανάγκη ο τόπος; Ποιος ο χαρακτήρας του τραπεζικού συστήματος που πρέπει ν’ απαιτήσουν οι εργαζόμενοι; Θα ενισχυθεί ο ήδη ιδιαίτερα σαράφικος και τοκογλυφικός χαρακτήρας του, μέσα απ’ τις ιδιωτικοποιήσεις, τις «συγχωνεύσεις», τις «στρατηγικές συμφωνίες» ντόπιων και ξένων τραπεζών, που γίνονται με σκοπό να κερδοσκοπήσουν με την υπερχρέωση της οικονομίας γενικά, των επιχειρήσεων, του κράτους, αλλά και του μέσου νοικοκυριού; Ή θα πρέπει να ανασυγκροτηθεί ριζικά με μοχλό το κράτος και με όρους πραγματικής διαφάνειας (κατάργηση απορρήτων, επιβολή καθολικού πόθεν έσχες στις πηγές και την κίνηση των κεφαλαίων, κοκ.) κοινωνικού, λαϊκού και εργατικού ελέγχου, αλλά και με όρους που θα προστατεύουν την λαϊκή αποταμίευση και θα στηρίζουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας;
Το ποια απάντηση θα δοθεί σ’ αυτό το άκρως επείγον κι επίκαιρο δίλημμα είναι στο χέρι των εργαζομένων στις Τράπεζες, αλλά και γενικότερα. Αρκεί να μην πέφτουν θύματα των κυβερνητικών ή εργοδοτικών εγκάθετων και παραδίδονται στην πολιτική ομηρία της απόγνωσης.



1. Βλ. BusinessWeek, Special Report: Rethinking the Economy, European edition, 1/10/2001.
2. Paul Krugman, A System Corrupted, New York, 18/1/2002

ΕΜΠΡΟΣ, ΤΧ. 2Ο. 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου