Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Το μήνυμα των εκλογών




Το εκλογικό αποτέλεσμα και η σημασία του για την αριστερά

Οι τελευταίες εκλογές έκρυβαν πολλές εκπλήξεις. Εκ πρώτης όψεως, δυό είναι τα κύρια αποτελέσματά τους: Απ’ την μια, η πρωτοφανής ενίσχυση του δικομματισμού με το 87% των ψήφων, κάτι που συνιστά ιστορικό ρεκόρ για ολόκληρη την μεταπολιτευτική περίοδο. Κι απ’ την άλλη, η πολιτική ήττα της αριστεράς γενικά, που στην περίπτωση του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ μετατράπηκε σ’ αληθινή πανωλεθρία.
Οι εντυπώσεις που αφήνει αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελούν το γόνιμο έδαφος άνθησης κάθε είδους θυμοσοφιών περί «αστείρευτων εφεδρειών» του δικομματισμού, περί «τέλους της μεταπολίτευσης», όπου η πολιτική σκηνή της χώρας αποκτά όλο και πιο σαφή χαρακτηριστικά ενός δικομματισμού αμερικάνικου τύπου, κοκ. Πολλοί μάλιστα έτρεξαν να προδικάσουν το τέλος της αυτοτελούς παρουσίας της αριστεράς στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Το μόνο μέλλον που βλέπουν γι αυτήν είναι είτε στα πλαίσια ευρύτερων αφομοιωτικών απ’ τον δικομματισμό σχημάτων, όπως αυτό της κεντροαριστεράς, είτε στο πολιτικό περιθώριο, εκεί όπου ελπίζουν να ξαποστείλουν το ΚΚΕ κι όσους δεν συμβιβάζονται με την διχτατορία του υπάρχοντος.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλα αυτά υποδηλώνουν μάλλον τους παλαιόθεν μύχιους πόθους αρκετών εκτός, αλλά κι εντός της αριστεράς, που σήμερα έχουν κάθε λόγο να βγαίνουν θριαμβευτικά στην επιφάνεια. Όμως, ανεξάρτητα απ’ αυτούς τους πόθους, αλλά και τις πιέσεις – που στο επόμενο διάστημα θα γίνονται όλο και πιο αφόρητες για την αριστερά συνολικά – το εκλογικό αποτέλεσμα αναδεικνύει αρκετά και σοβαρά ερωτηματικά. Ο τρόπος που μια αριστερή δύναμη θ’ απαντήσει σ’ αυτά, προοιωνίζει την τύχη της.

Ο χαρακτήρας της ενίσχυσης του δικομματισμού

Η εκλογική ενίσχυση που πέτυχε ο δικομματισμός, ούτε τυχαία ήταν, ούτε απλά και μόνο προϊόν πολυποίκιλων εκβιασμών, απατηλών διλημμάτων και εξοντωτικών πιέσεων. Συμπυκνώνει σημαντικά πρωτότυπα χαρακτηριστικά του τρόπου που στην συγκεκριμένη συγκυρία προσλαμβάνουν την πολιτική οι λαϊκές μάζες, αλλά και του τρόπου που επιχειρεί να νομιμοποιηθεί κοινωνικά ο δικομματισμός. Ποια είναι τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύει η συγκεκριμένη ενίσχυση του δικομματισμού;
Πρώτο: Όσοι δεν έχουν σαγηνευτεί απ’ την κρυφή γοητεία της κυρίαρχης πολιτικής, γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχει μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή απόσταση ανάμεσα στην υπάρχουσα κοινωνική δυσαρέσκεια και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό δεν είναι μια ιδεοληψία ορισμένων στην αριστερά, αλλά μια πραγματικότητα που αποτυπώνεται ακόμη και στις έρευνες της προεκλογικής περιόδου, όπου τα «επιτεύγματα» της κυβερνητικής πολιτικής συγκέντρωναν γύρω στο 30% της κοινωνικής αποδοχής. Ακόμη κι ο «εθνικός στόχος» της ΟΝΕ παρουσιάζει διαρκώς μικρότερη κοινωνική αποδοχή, από το 80% που ήταν πριν ένα έτος, στο 60% κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο. Ενώ η αποδοχή του ΝΑΤΟ και της «νέας τάξης πραγμάτων», παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα
Όμως, πέρα από τις όποιες ποσοτικές ενδείξεις των ερευνών, η χρονιά που πέρασε ήταν απ’ την άποψη της ανάπτυξης των λαϊκών αγώνων και κινητοποιήσεων, ίσως η πιο σημαντική περίοδος ολόκληρης της τελευταίας δεκαετίας. Εργάτες, νέοι, διανοούμενοι, αγρότες, συναντήθηκαν σε μαχητικές μαζικές κινητοποιήσεις για ειδικότερα, αλλά και γενικότερα προβλήματα της χώρας και των Βαλκανίων. Μ’ αυτή την έννοια, η χρονιά που πέρασε με τις κοινωνικές εκρήξεις που προκάλεσε η παράδοση Οτσαλάν, η πολεμική επιδρομή στο Κόσοβο, οι αγώνες για την παιδεία που συνεχίζονται ακόμη, οι κινητοποιήσεις μεγάλων μερίδων της εργατικής τάξης για την ανεργία, το κλείσιμο επιχειρήσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, κοκ, θα νόμιζε κανείς ότι αποτελεί προνομιακή περίοδο για συσπείρωση γύρω από δυνάμεις της αριστεράς, ιδίως εκείνες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των αγώνων. Κάτι που φάνηκε να επιβεβαιώνεται κι απ’ τα αποτελέσματα των τελευταίων ευρωεκλογών.    
Παρόλα αυτά, παρά την ογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια και την αγωνιστική διέγερση ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας κι όχι μόνο εκείνων που αποτελούν τα πρώτα θύματα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, ο δικομματισμός κατόρθωσε να ενισχυθεί πέρα από κάθε προσδοκία. Έτσι, για πρώτη φορά στην μεταπολιτευτική του ιστορία, ο δικομματισμός πετυχαίνει να ενισχυθεί σημαντικά σε συνθήκες όπου η κοινωνική αποδοχή των κεντρικών του επιλογών φθίνει συνεχώς, όπου οι κοινωνικές αντιστάσεις ευρύτερων στρωμμάτων εντείνονται.
Δεύτερο: Ο δικομματισμός ενισχύθηκε, γιατί κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει την απόγνωση, τα αδιέξοδα και την αδυναμία των εργαζόμενων στρωμμάτων της κοινωνίας να μετασχηματίσουν την δυσαρέσκειά τους σε σαφή εναλλακτική άποψη για την πορεία της χώρας. Γι αυτό και ούτε η κυβέρνηση, ούτε φυσικά και η ΝΔ προσπάθησαν να απαλύνουν τις κοινωνικές επιπτώσεις και συνέπειες της πολιτικής που εφαρμόστηκε. Αυτό που προσπάθησαν να πείσουν τον κόσμο και ειδικά εκείνον που υπέφερε ιδιαίτερα, ήταν ότι το βαθύ «κοινωνικό έλλειμμα» συνιστά μια ιδιομορφία της διαχείρισης που προηγήθηκε, ενώ απ’ την επομένη των εκλογών θα ανοίξει ο δρόμος μιας άλλης κυβερνητικής πολιτικής με κέντρο τον άνθρωπο!
Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε συνθήκες ραγδαίας επιδείνωσης της συνολικής κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων της κοινωνίας, αλλά κι έντασης των κοινωνικών αγώνων, το πρόβλημα της προοπτικής γίνεται ακόμη οξύτερο, πιο άμεσο και δραματικά επίκαιρο για μεγάλες μάζες. Εάν αυτές δεν αντιληφθούν ότι μπορεί να υπάρξει διαφορετική προοπτική για την χώρα, τότε η διαμαρτυρία και η δυσαρέσκεια από πηγή ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνικής συνείδησης μετατρέπεται σε μοχλό συντηρητικής αναδίπλωσης κι απόγνωσης. Την θέση της συλλογικής αγωνιστικής αναζήτησης ριζικά διαφορετικής διεξόδου, παίρνει η προσφυγή σε ατομικές λύσεις, σε λογικές βολέματος κι αρπαχτής, όπου βρίσκουν γόνιμο έδαφος οι εκβιασμοί, τα απατηλά διλήμματα, η κινδυνολογία και οι κάθε είδους πιέσεις των «πάνω» προς τους «κάτω».    
Τρίτο: Η εκλογική αναντιστοιχία ανάμεσα στην λαϊκή δυσαρέσκεια και στην επιλογή ψήφου εκδηλώθηκε στην ξέφρενη και υποκριτική παροχολογία τόσο της κυβέρνησης, όσο και της ΝΔ. Σ’ αυτές τις εκλογές, ο δικομματισμός πέταξε στο καλάθι των αχρήστων την μάσκα του «υπεύθυνου πολιτικού, που ξέρει να λέει σκληρές αλήθειες δίχως να υπολογίζει το πολιτικό κόστος». Η λαϊκή αγανάκτηση και η γενικευμένη κοινωνική αντίσταση, ανάγκασε τους δήθεν «υπεύθυνους πολιτικούς» του δικομματισμού, να πάρουν πολύ σοβαρά υπόψη τους το «πολιτικό κόστος».
Με σημαία την «σκληρή αλήθεια» που δεν νοιάζεται για το «πολιτικό κόστος» αναδείχθηκε παλιότερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά δεν κατόρθωσε ούτε καν να ολοκληρώσει την τετραετία της. Ανάλογες σημαίες ανέμιζε και η κυβέρνηση Σημίτη, μόνο που όταν ήρθε η ώρα των εκλογών και κάτω απ’ το βάρος της ογκούμενης λαϊκής δυσαρέσκειας εξάντλησε κάθε παραδοσιακή συνταγή διαχείρισης του «πολιτικού κόστους»: Πληθώρα υποσχέσεων δίχως αντίκρυσμα και πελατειακά ανοίγματα που θα ζήλευε ακόμη και το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Ανάλογης ποιότητας ήταν και η προεκλογική επιχείρηση της ΝΔ, ώστε να επωφεληθεί κι αυτή απ’ την συσσωρευμένη απόγνωση πλατιών μαζών της κοινωνίας.
Ωστόσο, αυτός ο ψήφος απόγνωσης και αδιεξόδου προς τον δικομματισμό έχει αφήσει πολλούς ανοικτούς λογαριασμούς. Ο δικομματισμός αναγκάστηκε να καλλιεργήσει κοινωνικές προσδοκίες, που κάθε άλλο παρά συμβαδίζουν με τις αναγκαιότητες των προωθούμενων κεφαλαιοκρατικών αναπροσαρμογών. Αυτό είναι που ανησυχεί και την «επενδυτική κοινότητα» στο εξωτερικό, παρά την ικανοποίησή της για την επανεκλογή του εκλεκτού της. Έτσι, το Economist αναρωτιόταν για τον νικητή των εκλογών, κ. Σημίτη αν και κατά πόσο «θα έχει το θάρρος να περάσει μ’ αποφασιστικότητα τις οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να κλειδωθεί η Ελλάδα στην ζώνη ευρώ; Έχει επιδείξει την συνήθεια να αναβάλει τις δύσκολες αποφάσεις, σε τέτοια ζητήματα όπως η πώληση των κρατικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και η μεταρρύθμιση των δημόσιων ταμείων σύνταξης. Το ένστικτό του τον ωθεί να συμβιβάζεται παρά να ‘ναι αδυσώπητος»[1]. Η διάχυτη ανησυχία δεν αφορά τις δεσμεύσεις και τις προθέσεις του κ. Σημίτη, αλλά τις αναστολές που πιθανόν να προέλθουν απ’ την διόγκωση του «πολιτικού κόστους», ιδίως όταν φανεί πόσο φρούδες ήταν οι κοινωνικές προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν κατά την προεκλογική περίοδο.
Τέταρτο: Για πρώτη φορά απ’ την εποχή ανάδειξης του ΠΑΣΟΚ σε βασικό πόλο του δικομματισμού, έχουμε τον άλλο πόλο του δικομματισμού, την ΝΔ, να γνωρίζει τέτοια εκλογική άνοδο. Οι θεωρίες που δυστυχώς ανθούσαν και στην αριστερά περί «ανώτατου πλαφόν δυνάμεων της ΝΔ», αποδείχτηκαν αστείες. Στις εκλογές του ’96 μιλούσαμε δίκαια για εμβολισμό της ΝΔ από το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ. Σ’ αυτές τις εκλογές η ΝΔ ανταπόδωσε τον εμβολισμό στον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Κι έτσι οι δυό πόλοι του δικομματισμού, μετά τον «εκσυγχρονισμό» τους, μετατράπηκαν όχι μόνο ιδεολογικο-πολιτικά, αλλά και εκλογικά, σε «συγκοινωνούντα δοχεία». Μια λειτουργία εντελώς απαραίτητη για την ομαλή δικομματική εναλλαγή.
Ωστόσο, ένα επίσης καινούργιο στοιχείο είναι και το γεγονός ότι η εκλογική λεηλασία του χώρου της αριστεράς, έπαψε να είναι προνομιακό πεδίο άσκησης του ΠΑΣΟΚ. Παρατηρήθηκαν εξίσου σημαντικές μετατοπίσεις από την αριστερά και προς την ΝΔ. Σύμφωνα με τις έρευνες, σε κάθε 5 ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν απ’ την αριστερά προς τον δικομματισμό, γύρω στους 3 ψήφισαν ΠΑΣΟΚ και 2 ψήφισαν ΝΔ. Κάτι που ισχύει όχι μόνο για τον ΣΥΝ και το ΔΗΚΚΙ, που κυριολεκτικά λεηλατήθηκαν κι απ’ τους δυό μονομάχους του δικομματισμού, αλλά και για όσους διέρρευσαν απ’ το ΚΚΕ.  
Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν μια εν εξελίξει διαδικασία «ομογενοποίησης» της εκλογικής πελατείας του δικομματισμού. Τα εκλογικά αποτελέσματα εμφανίζουν τον εκλογικό χώρο και των δυό πόλων του δικομματισμού, σε συνθήκες εντεινόμενης ρευστότητας. Δεν υπάρχει πλέον κοινωνικός, πολιτικός και ιδεολογικός χώρος που ν’ αποτελεί προνομιακό πεδίο του ΠΑΣΟΚ, όπου να μην μπορεί να διεισδύσει εκλογικά και η ΝΔ. Το κατόρθωμα αυτό δεν είναι αποτέλεσμα τόσο της τακτικής της ΝΔ, αλλά της κοινωνικής απομυθοποίησης και της «εκσυγχρονιστικής αποϊδεολογικοποίησης» που υπέστη το ΠΑΣΟΚ, ώστε η κυβέρνησή του να κατορθώσει να «περάσει» την δική της εκδοχή νεοφιλελεύθερης πολιτικής.   
Η ρευστότητα αυτή έχει οδηγήσει σε μια εξελισσόμενη αλλαγή των τυπικών χαρακτηριστικών των ψηφοφόρων και των δυό πόλων του δικομματισμού. Ο ψηφοφόρος της ΝΔ μοιάζει όλο και λιγότερο μ’ εκείνον τον τυπικό συντηρητικό-δεξιό ψηφοφόρο, που γνωρίζαμε πριν μια δεκαετία. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ψηφοφόρο του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος έχει πολλούς λόγους να εξαρτάται απ’ το συγκεκριμένο κόμμα, αλλά σχεδόν κανέναν που ν’ αφορά μια ιδιαίτερη ιδεολογική, προοδευτική ή σοσιαλιστική, ταυτότητα. Αυτή η σταδιακή αλλαγή εκφράστηκε απ’ τις ηγεσίες και των δυό κομμάτων του δικομματισμού, με την θεωρία της αναγκαίας μετατόπισης προς το «κέντρο» ή προς ένα νέο «μεσαίο χώρο». Ο ανταγωνισμός τώρα πιά των δυό μονομάχων δεν αφορά πλαστά ή μη ιδεολογικά χαρακώματα, ούτε αντιτιθέμενα κοινωνικά στρατόπεδα, αλλά την προνομιακή εκπροσώπηση του ίδιου «κεντρώου» ή «μεσαίου» χώρου.
Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η εφεύρεση του «κεντρώου» ή «μεσαίου» χώρου, ήταν αναγκαία ώστε η εκλογική πελατεία καθενός απ’ τα κόμματα του δικομματισμού, να μην χωρίζεται με «σινικά τείχη» απ’ την άλλη. Κι αυτό για να κάνει δυνατή την εύκολη μετατόπιση της «κοινωνικής συναίνεσης» απ’ τον ένα στον άλλο πόλο του δικομματισμού, όποτε η κοινωνική φθορά της δοσμένης κυβέρνησης είναι τέτοια, ώστε η ομαλή συνέχιση της ίδιας πολιτικής να επιβάλλει την αλλαγή της. Με τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα, η ΝΔ αναδείχτηκε σε «δύναμη νίκης» και φαίνεται να έχει την δυνατότητα να συγκεντρώσει την απαραίτητη «κοινωνική συναίνεση», που θα της ανοίξει τον δρόμο για ομαλή διαδοχή της κυβέρνησης Σημίτη. Κάτι που η άρχουσα τάξη ίσως να χρειαστεί επειγόντως και πιθανόν πριν την λήξη αυτής της τετραετίας, αν η αποκαθήλωση του «κοινωνικού προσώπου» της νέας κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, είναι τόσο βίαιη όσο αναμένεται.  
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο δικομματισμός δεν μπορεί να είναι ποτέ ολοκληρωμένος και πολιτικά ασφαλής για την άρχουσα τάξη, αν δεν κατορθώσει να επιβάλει την ομαλή κυβερνητική εναλλαγή με ευρεία «κοινωνική συναίνεση». Οπως έλεγε κι ο Μάρξ, «η ολιγαρχία δεν μπορεί να διαιωνιστεί κρατώντας διαρκώς την εξουσία με το ίδιο χέρι, αλλά αφήνοντάς την από καιρού σε καιρό να της πέφτει απ’ το ένα, μόνο και μόνο για να την πιάσει ξανά με το άλλο χέρι, κι ούτω καθεξής»[2]. Απ’ την εποχή της πολιτικής κρίσης του 1989 το ζητούμενο για την άρχουσα τάξη ήταν η οικοδόμηση των αναγκαίων και ικανών συνθηκών ομαλής δικομματικής εναλλαγής. Το γεγονός ότι στα πλαίσια του δικομματισμού, υπήρχε μόνο ένας πόλος που μπορούσε να συγκεντρώσει ευρεία «κοινωνική συναίνεση», ενώ ο άλλος πόλος φαινόταν περιχαρακωμένος, αποτελούσε εν δυνάμει πρόβλημα για την ομαλή πορεία των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων.
Ελλείψει «αντίπαλου δέους» στα πλαίσια του δικομματισμού, οι «κοινωνικές τριβές» είναι πιθανό ν’ απεγκλωβίσουν σημαντικό αντιπολιτευτικό δυναμικό, που κάτω από προϋποθέσεις ίσως στραφεί προς τα αριστερά. Γι αυτό και η συνολική προσπάθεια της άρχουσας τάξης ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία ήταν να οικοδομηθεί αυτό το «αντίπαλο δέος» στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τον αναγκαίο εναλλακτικό πόλο «κοινωνικής συναίνεσης» για την ομαλή συνέχιση της ίδιας πολιτικής. Ένα «αντίπαλο δέος» στα πλαίσια του δικομματισμού, που θα μπορεί να λειτουργεί όχι διαλυτικά, αλλά συσπειρωτικά, για τον άλλο πόλο, μέσα απ’ την λογική του «λιγότερου κακού», και να κληρονομεί με κοινοβουλευτικά ομαλό τρόπο την «κοινωνική συναίνεση» ευρύτερων λαϊκών στρωμμάτων. Τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών αναδεικνύουν για πρώτη φορά και τα δυό κόμματα του δικομματισμού σε δυνάμεις άντλησης «κοινωνικής συναίνεσης».

Η πολιτική ήττα της αριστεράς

Το γεγονός της ενίσχυσης του δικομματισμού σε συνθήκες έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας, θέτει αναγκαστικά το εύλογο ερώτημα: Γιατί δεν μπόρεσε η αριστερά και ιδίως το ΚΚΕ, να εκφράσει αυτή την αναντιστοιχία κοινωνικών διαθέσεων και κυρίαρχης πολιτικής;       
Το δυστύχημα είναι ότι ορισμένοι που διαπιστώνουν αυτή την αναντιστοιχία, αποφεύγουν ακόμη και να θέσουν το παραπάνω ερώτημα. Γιατί; Μήπως θεωρούν φυσιολογικά τα εκλογικά αποτελέσματα, ειδικά για μαχόμενες αριστερές δυνάμεις, όπως το ΚΚΕ; Ή μήπως μπορεί κάποιος να είναι ικανοποιημένος με διαπιστώσεις περί «ικανότητας αντοχής» και «διατήρησης των δυνάμεων»; Στην πραγματικότητα όποιος διαπιστώνει «εκλογική αναντιστοιχία ανάμεσα στην λαϊκή δυσαρέσκεια και στην επιλογή ψήφου», πρέπει αναγκαστικά ν’ απαντήσει και στο γιατί ακόμη και οι πιο ταξικά συνεπείς δυνάμεις της αριστεράς δεν μπόρεσαν να εκφράσουν αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Εδώ ακριβώς έγκειται και η πολιτική ήττα της αριστεράς συνολικά, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ, έστω κι αν δεν υπέστη την πανωλεθρία του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ.
Η εύκολη απάντηση που συνήθως δίνεται είναι η γνωστή υπερβολή των δυσμενών συνθηκών ή όπως συνήθως αποκαλείται η «ένταση του πολωτικού κλίματος», όπου πρυτάνευαν οι εκβιασμοί, τα πλαστά διλήμματα, οι ψεύτικες υποσχέσεις, κοκ. Καταρχήν πρέπει ν’ αναρωτηθεί κανείς αν είναι αρκετό κριτήριο οι «απ’ τα πάνω» εκβιασμοί και πιέσεις για να κριθούν οι συνθήκες ως πραγματικά δυσμενείς. Όποιος αντιλαμβάνεται το τωρινό εκλογικό αποτέλεσμα, κυρίως ως συνέπεια μιας «απ’ τα πάνω» πίεσης στο ΚΚΕ, στην αριστερά και τις λαϊκές μάζες, τότε προσχωρεί σε μια τραγικά σκοταδιστική και βαθιά αντιδραστική κατανόηση της πολιτικής. Με βάση αυτή, η πολιτική και τα αποτέλεσμά της είναι προϊόντα των «απ’ τα πάνω» πιέσεων και εκβιασμών, οπότε το μόνο που μένει για την αριστερά είναι ένας απεγνωσμένος αγώνας για τη διατήρηση των δυνάμεών της.
Πρόκειται για μια κλασσικά περιθωριακή αντίληψη της πολιτικής, όπου η ταξική πάλη αποκτά μια διεστραμμένη εικόνα σύμφωνα με την οποία η άρχουσα τάξη καθορίζει τελικά τα πάντα και οι συνεπείς δυνάμεις απλά αμύνονται και αναμένουν την «επόμενη ευκαιρία». Ωστόσο, ακόμη και στις πιο δυσοίωνες συνθήκες, ακόμη και σ’ εποχές της πιο αφόρητης και καταθλιπτικής «παντοδυναμίας» του κεφαλαίου, ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να συσσωρεύει τόσο εύφλεκτο κοινωνικό υλικό, ώστε να τροφοδοτεί αντικειμενικά την ταξική πάλη σ’ όλες της τις μορφές. Κι έτσι να συντηρεί παρά την θέλησή του, ανοικτά όλα τα πολιτικά ενδεχόμενα. Η αδυναμία της πολιτικής πρωτοπορίας να αφομοιώνει, να αξιοποιεί για το βάθεμα της συνείδησης των μαζών και να επενδύει στο σύνολο των μορφών εκδήλωσης της ταξικής πάλης, αλλά και του αντικαπιταλιστικού δυναμικού που συσσωρεύεται αντικειμενικά στα σπλάχνα της κοινωνίας, είναι που τελικά κρίνει την αρνητική έκβαση μιας πολιτικής μάχης. Αυτή ακριβώς η ικανότητα της πολιτικής πρωτοπορίας είναι που μπορεί να χαρίσει επιτυχίες στο κίνημα ακόμη και σε συνθήκες όπου δεν υπάρχουν αγωνιστικές κορυφώσεις της ταξικής πάλης.
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο σε περιόδους, σαν την χρονιά που πέρασε, όπου εκδηλώνεται ανοιχτός κοινωνικός αναβρασμός και αγωνιστικές κορυφώσεις μεγάλων τμημάτων της εργαζόμενης κοινωνίας. Το γεγονός ότι σ’ αυτές τις συνθήκες τελικά «πέρασε» η δικομματική υποσχεσιολογία, οι πολιτικοί εκβιασμοί, οι επίπλαστες πολώσεις και τα διλήμματα, παραπέμπει αναγκαστικά στην συνολική ιδεολογικο-πολιτική δουλειά των δυνάμεων εκείνων, με πρώτο το ΚΚΕ, που πρωτοστάτησαν στα κινήματα της προηγούμενης περιόδου. Το γεγονός της πανωλεθρίας του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ, που πλήρωσαν ακριβά τις «ανοικτές πόρτες» προς τον δικομματισμό και κυρίως προς το ΠΑΣΟΚ, δεν αναιρεί την ανάγκη σοβαρής επανεκτίμησης του τρόπου που η κύρια αγωνιστική δύναμη της αριστεράς, το ΚΚΕ, ασκεί πολιτική και ξέρει να επενδύει στους αγώνες και τα κινήματα των εργαζομένων.
Τα εκλογικά αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι δεν αρκεί η πολιτική επένδυση στην κοινωνική διαμαρτυρία και την λαϊκή δυσαρέσκεια. Τα απανωτά χτυπήματα που δέχονται οι εργαζόμενες μάζες είναι φυσικό να συσσωρεύουν οργή κι απόγνωση. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησής τους. Αντίθετα, η οργή, η απόγνωση και η ατελέσφορη διαμαρτυρία αποτελούν κακό πολιτικό σύμβουλο για τις πλατιές μάζες.
Το ίδιο συμβαίνει και με τους κοινωνικούς αγώνες. Όποιος πιστεύει ότι η άνοδος των αγώνων οδηγεί αυτόματα και στην συνολική κοινωνικο-πολιτική άνοδο του κινήματος, αυταπατάται οικτρά. Η όξυνση των ταξικών συγκρούσεων, η ανάπτυξη των αγώνων και των κινητοποιήσεων, οδηγεί μεγάλες μάζες να συνειδητοποιήσουν τα αδιέξοδα της υπάρχουσας κατάστασης. Ειδικά σε μια εποχή σαν την δική μας, όπου η πάλη ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη, παίρνει τις διαστάσεις γενικευμένης σύγκρουσης με το σύνολο των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Η συνειδητοποίηση αυτή των αδιεξόδων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι από μόνη της μπορεί να οδηγήσει τις μάζες σε πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια πολιτικής προβληματικής. Αντίθετα, μπορεί ν’ αποτελέσει προνομιακό πεδίο βαθύτατης συντηρητικής αναδίπλωσης πλατύτερων μαζών, κάτω απ’ το βάρος της απογοήτευσης και της απόγνωσης.
Η περίοδος που πέρασε αποτελεί απτό παράδειγμα των παραπάνω. Η αγωνιστική εγρήγορση των κινημάτων και κυρίως το ιδιαίτερα σημαντικό αντι-πολεμικό κίνημα της προηγούμενης περιόδου, έθεσε σοβαρές προκλήσεις για την αριστερά. Οι απόντες απ’ αυτά – βλέπε ηγεσίες ΣΥΝ και ΔΗΚΚΙ – πλήρωσαν και θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν ακριβά, αντιμετωπίζοντας το καθόλα υπαρκτό φάσμα της πλήρους αφομοίωσης απ’ τον δικομματισμό. Ιδίως εάν επιμείνουν να οικοδομούν διαχωριστικές γραμμές στο εσωτερικό της αριστεράς με όρους «φωτός» και «σκότους», να κηρύσσουν διμέτωπους και να ελπίζουν σ’ έναν ανύπαρκτο κεντρώο «προοδευτικό χώρο». Το ΚΚΕ, όμως, που πρωτοστάτησε, ήταν στυλοβάτης και πρωτομαχητής, πλήρωσε την αδυναμία του ν’ ανταποκριθεί έγκαιρα, με γενναιότητα και τόλμη, στις ανάγκες και τα καθήκοντα της περιόδου.
Στις πλείστες των περιπτώσεων περιορίσθηκε στην καταγγελία του ιμπεριαλισμού, των σκοτεινών του σχεδίων και των σατανικών του προθέσεων, δίχως να ζυμώνει με επιμονή και πολιτικό βάθος την άμεση ανάγκη για μια ριζικά διαφορετική κοινωνικο-πολιτική προοπτική. Επένδυσε κυρίως στην συναισθηματική αγανάκτηση πλατιών μαζών η οποία κορυφώθηκε με το μακελειό της Γιουγκοσλαβίας. Έτσι παρασύρθηκε να εξαντλεί την πολιτική του παρέμβαση σε μάχες εκ του συστάδην με αμερικανούς κι άλλους πεζοναύτες, σε κιτς «δημόσιες δίκες» του ιμπεριαλισμού και σε κεντρικές μαζικές κινητοποιήσεις αντίθεσης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Τα προβλήματα, ωστόσο, μιας άλλης προοπτικής των Βαλκανίων, μαζί κι αυτής της χώρας, έμειναν αυστηρά στο περιθώριο και μόνο για τους «μυημένους».   
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο και το άδοξο τέλος αυτού του μαζικού αντιπολεμικού κινήματος μετά την για τις τηλεοπτικές κάμερες και για την «τιμή των όπλων» σύγκρουση με την αστυνομία στην επίσκεψη Κλίντον. Η πολιτική δεν ασκείται για τις εντυπώσεις και για το φιλοθεάμον κοινό, αλλά για να κερδίσεις την συνείδηση όλο και μεγαλύτερων μαζών. Κι αυτή δεν κερδίζεται από την εξωτερική οξύτητα μιας σύγκρουσης, ούτε απ’ την αλόγιστη χρήση βίαιων μορφών διαδήλωσης, που λίγο θέλουν για να μεταβληθούν σε απλές γελοιογραφίες «επαναστατικών συγκρούσεων». Αντίθετα κερδίζεται από την ικανότητα της πρωτοπορίας να συσπειρώνει γύρω από άμεσα, επίκαιρα και ζωτικά αιτήματα όσο το δυνατόν πλατύτερες μάζες και να κερδίζει όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις, παρά κι ενάντια στην εσωτερική τους ασυνέπεια, την συνεχή τους ταλάντευση και την ενδιάμεση θέση που παίρνουν απέναντι στον ταξικό εχθρό.
Κατά την διάρκεια ολόκληρης αυτής της περιόδου ανόδου των αγώνων, αυτό που αναδείχτηκε μ’ εξόφθαλμο τρόπο είναι το καίριο πρόβλημα του τι σπρώχνει μπροστά και τι διδάσκει τις μάζες. Σ’ αυτό το πρόβλημα, το ΚΚΕ παρόλη την μαχητικότητά του αποδείχτηκε εξαιρετικά ανεπαρκές. Η συνολική πολιτική του περιοριζόταν στην λογική της συνεχούς κορύφωσης των κινητοποιήσεων, δίχως αντίστοιχα ανεβασμένο πολιτικό περιεχόμενο, στόχους και αιτήματα, δίχως να νοιάζεται ιδιαίτερα για την ευρύτερη δυνατή αγωνιστική συσπείρωση μαζών και δυνάμεων. Η οξύτητα της μορφής των συγκρούσεων με περιεχόμενο την μετά βδελυγμίας καταγγελία και τα αρνητικά συνθήματα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και την «νέα τάξη», αποτελούσε το άπαν της πολιτικής του προβληματικής. Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν οδήγησε στην αγωνιστική εγρήγορση, αλλά στην αποστράτευση, δεν οδήγησε στην μαζικοποίηση των αγώνων, αλλά στην απομαζικοποίηση, δεν οδήγησε στην άνοδο του μαχητικού φρονήματος των μαζών, αλλά στην απογοήτευση, δεν οδήγησε στην «αποδυνάμωση του δικομματισμού», αλλά τελικά στην ενίσχυσή του.
Μ’ αυτόν τον τρόπο, ήρθε να επαληθευθεί για μια ακόμη φορά ότι οι λογικές που θεωρούν ότι οι μάζες «διδάσκονται από τα χτυπήματα που δέχονται» έχουν αναπόφευκτα άδοξο τέλος και το μόνο που μένει είναι ο πολιτικός αμοραλισμός του κινήματος. Δίκαια τις περιγελούσε ο Λένιν και τις θεωρούσε άκρως επικίνδυνες για τους κομμουνιστές[3]. Έστω κι αν μαζί μ’ αυτό, η ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται να ‘χει ξεχάσει ακόμη μία σοβαρή προειδοποίηση του Λένιν: «Η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει και δεν μπορεί να έχει ούτε ένα ‘αρνητικό’ σύνθημα που να χρησιμεύει μόνο για την ‘όξυνση της συνείδησης του προλεταριάτου ενάντια στον ιμπεριαλισμό’, χωρίς να δίνει ταυτόχρονα θετική απάντηση στο πως η σοσιαλδημοκρατία θα λύσει το αντίστοιχο ζήτημα, όταν θα έρθει η ίδια στην εξουσία. Το ‘αρνητικό’ σύνθημα, που δεν συνδέεται με μια συγκεκριμένη θετική λύση, δεν ‘οξύνει’, αλλά αμβλύνει τη συνείδηση, γιατί ένα τέτοιο σύνθημα είναι κενολογία, απλή κραυγή, κούφια ρητορεία»[4]. Τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα αποτελούν ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου, που δίνει στα λόγια του Λένιν εξαιρετικά επείγουσα επικαιρότητα. 

Η συμμαχία της αριστεράς

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ δεν πήρε τις αναγκαίες γενναίες και τολμηρές πρωτοβουλίες απέναντι στο σύνολο της αριστεράς, για να υπερβούν οι διαφορετικές δυνάμεις της τα «ιδεολογικά χαρακώματα» που τις χωρίζουν και να συσπειρωθούν στην κοινή πάλη ενάντια στον κοινό εχθρό. Επέμεινε σε μια πολιτική συσπείρωσης προσωπικοτήτων επιτρέποντας στις στενές του κομματικές ανασφάλειες να πρυτανεύσουν πάνω στις αναγκαιότητες και τις δυνατότητες που αναδείκνυε η ταξική πάλη. Κι αυτό δεν μπόρεσε – ούτε θα μπορούσε – να εξισορροπηθεί απ’ τα σημαντικά ανοίγματα που επιχείρησε κατά την προεκλογική περίοδο. Το γνωστό επιχείρημα των υπαρκτών αντι-ΚΚΕ κι αντικομουνιστικών επιδιώξεων των ηγεσιών του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ, δεν μπορεί να το επικαλείται σαν άλλοθι, μια δύναμη που θέλει να παίξει τον ρόλο της πρωτοπορίας. Εκτός κι αν θεωρεί ότι έχει την πολυτέλεια να χαρίσει στον κάθε κ. Κωσταντόπουλο και στον κάθε κ. Τσοβόλα, την υπόλοιπη αριστερά.         
Ο πληροφορημένος αναγνώστης γνωρίζει πολύ καλά ότι σ’ ολόκληρη την ιστορία τους, τους κομμουνιστές ποτέ δεν τους εμπόδισε ακόμη κι ο πιο εξόφθαλμος αντικομουνισμός άλλων μικροαστικών αριστερών δυνάμεων, απ’ το να απευθυνθούν με τόλμη και γενναιότητα σ’ αυτές και να επιμείνουν στην ανάγκη κοινής πάλης ενάντια στον κοινό εχθρό. Για την συγκρότηση ενιαίων προλεταριακών μετώπων κοινής πάλης, οι κομμουνιστές ποτέ δεν έβαλαν σαν αναγκαίο όρο προσχώρησης, την αλλαγή των μύχιων προθέσεων, των επιδιώξεων, της ιδεολογίας, ή των πολιτικών εξαρτήσεων μιας δύναμης. Ακόμη κι όταν τους χώριζε αίμα με τις εν δυνάμει σύμμαχες δυνάμεις. Οι όροι που έμπαιναν ήταν σαφείς, απλοί και καθαροί για να τους καταλαβαίνουν ακόμη και οι πιο πολιτικά καθυστερημένες μάζες: Καταρχήν, έθεταν σαν βασική προϋπόθεση την συμφωνία σε ζωτικά για την εργατική τάξη, κοινά αιτήματα πάλης ενάντια στον κοινό εχθρό. Δεύτερο, υπεράσπιζαν πάντα την οργανωτική και ιδεολογική αυτοτέλεια κάθε δύναμης στην κοινή πάλη, καθώς και την διατήρηση της ιδιαίτερης οπτικής, της ανοιχτής ζύμωσης, των πολιτικών επιδιώξεων και των κοσμοθεωρητικών απόψεων των δυνάμεων που συμμετέχουν στην κοινή πάλη. Πρόκειται για την τακτική που επιγραμματικά διατύπωσε ο Λένιν λέγοντας ότι «η γραμμή μας είναι να βαδίζουμε χωριστά μα να χτυπάμε μαζί»[5].
Ακριβώς γι αυτόν τον λόγο οι κομμουνιστές ποτέ δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό, κανένα πρόβλημα, καμμιά αναστολή, να καλέσουν στην κοινή πάλη ενάντια στον κοινό εχθρό, οποιαδήποτε πολιτική δύναμη, οργάνωση ή κόμμα, όσο ρεφορμιστικό ή σοσιαλπροδοτικό κι άν ήταν, εφόσον αυτό θα διευκόλυνε την ενότητα δράσης του συνόλου της εργατικής τάξης. Όπως και δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να καταγγείλουν και να ξεσκεπάσουν μπροστά στις μάζες, τις ηγεσίες εκείνες που δεν ήθελαν ή δυναμίτιζαν την ενότητα δράσης και την κοινή πάλη, ταμπουρωμένοι πίσω απο «αξεπέραστες ιδεολογικές διαφορές».
Όσοι υπερηφανεύονται για το πόσο ψηλά κρατούν την σημαία του λενινισμού, ας κάνουν τον κόπο να θυμηθούν ότι για τον Λένιν η προσπάθεια συγκρότησης ενιαίου μετώπου ολόκληρου του προλεταριάτου ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου δεν μπορούσε να σταματήσει στο κατώφλι των σοσιαλπροδοτικών κομμάτων της 2ης Διεθνούς και των κεντριστικών δυνάμεων της 21/2 Διεθνούς. Αντίθετα αποτελούσε την πρακτική πολιτική απάντηση στην υπό διαμόρφωση συμμαχία των αστικών κομμάτων με την σοσιαλδημοκρατία. Έτσι η ανάγκη συσπείρωσης και κινητοποίησης ακόμη και των πιο πλατιών πολιτικά καθυστερημένων μαζών της εργατικής τάξης, έκανε την Κομμουνιστική Διεθνή ν’ απευθυνθεί και στα «εργατικά κόμματα της αστικής τάξης»[6] – όπως αποκαλούσε ο Λένιν την σοσιαλδημοκρατία της εποχής του – παρά το γεγονός ότι τους χώριζε όχι μόνο ιδεολογικο-πολιτική άβυσσος, αλλά και το αίμα της Λούξεμπουργκ και του Λήμπνεχτ, καθώς και άλλων δολοφονημένων επαναστατών της εποχής.
Στην συνδιάσκεψη που επρόκειτο να γίνει με πρωτοβουλία της Κ.Δ., ανάμεσα στις τρεις Διεθνείς την άνοιξη του 1922 – και η οποία έγινε με πολλά εμπόδια στις αρχές Απριλίου του 1922 – με στόχο την διαμόρφωση μιας «κοινής πλατφόρμας» σαν βάση του ενιαίου προλεταριακού μετώπου, ο Λένιν υπογράμμιζε: «Απο την πλευρά μας πρέπει να βάλουμε στον κατάλογο αυτό [των θεμάτων προς συζήτηση και συμφωνία] μόνο τα ζητήματα που αφορούν άμεσα την πρακτική κοινή δράση των εργατικών μαζών… Πρέπει διεξοδικά να αιτιολογήσουμε γιατί προς το συμφέρον του ενιαίου μετώπου περιοριζόμαστε σε τέτοια ζητήματα… Πρέπει να βρούμε αφορμή να δηλώσουμε επίσημα ότι θεωρούμε τη ΙΙ και τη ΙΙ ½ Διεθνή σαν ασυνεπή και ταλαντευόμενα μέλη στο συνασπισμό με την αντεπαναστατική παγκόσμια αστική τάξη και ότι εμείς πηγαίνουμε στη σύσκεψη για να επιτευχθεί ένα ενιαίο μέτωπο σε μια ενδεχόμενη πρακτική ενότητα άμεσης δράσης των μαζών και για το ξεσκέπασμα όλης της λαθεμένης πολιτικής στάσης της ΙΙ και της ΙΙ ½ Διεθνούς, έτσι ακριβώς, όπως οι Διεθνείς αυτές (ΙΙ και ΙΙ ½) πηγαίνουν στη σύσκεψη με μας για την πρακτική ενότητα της δράσης των μαζών και για το πολιτικό ξεσκέπασμα των δικών μας λαθεμένων θέσεων»[7].
Για τον Λένιν δεν έμπαινε θέμα ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αφού πρώτα αυτοί εναντιωθούν ή απαλλαγούν απ’ τους σοσιαλδημοκράτες αρχηγούς. Δεν απαιτούσε «δηλώσεις μετανοίας» για όλη την προηγούμενη δράση τους, ούτε ν’ αλλάξουν πρώτα τις προθέσεις και τις επιδιώξεις τους, ώστε κατόπιν οι κομμουνιστές να προχωρήσουν σε συμφωνία κοινής πάλης. Ακριβώς αυτή η πολιτική πρακτική διευκόλυνε τους κομμουνιστές να απευθυνθούν στις σοσιαλδημοκρατικές μάζες – που τις τρομοκρατούσαν οι αρχηγοί τους με χυδαία αντικομουνιστικά κι αντισοβιετικά συνθήματα – καλώντας όλους να βγουν από τα «ιδεολογικά χαρακώματα» και να παλέψουν ενιαία για τα πιο άμεσα ζωτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, ενάντια στον κοινό εχθρό.
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.
Όσο για τις διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις κάθε δύναμης και τις βαθιές ιδεολογικο-πολιτικές διαφορές, ας αφήσουμε την ίδια την πράξη μέσα από την ανεξάρτητη ζύμωση καθενός να αποδείξει ποιος έχει δίκιο ή όχι: Έτσι μιλούσε ο Λένιν και η Κ.Δ. την εποχή εκείνη. Χωρίς να φοβούνται πιθανά λάθη και πολιτικές ακροβασίες στα οποία ήταν πιθανόν να υποπέσουν, αλλά και χωρίς να τρέμουν μπροστά στις υπαρκτές και καθόλα ύπουλες αντικομμουνιστικές επιδιώξεις των σοσιαλπροδοτών. Ένιωθαν αρκετά ικανοί, πεισμένοι για το δίκιο και την βαθιά τους διαφορετικότητα, ώστε να μην τους τρομάζει στο ελάχιστο οποιαδήποτε «μάχη ερμηνειών» με τους σοσιαλδημοκράτες, οποιαδήποτε σύγκρουση επιδιώξεων μέσα στα πλαίσια της συμμαχίας. Αρκεί φυσικά να επιτρέπεται πλήρως η ανεξάρτητη ολοκληρωμένη ζύμωση κάθε πολιτικής δύναμης εντός κι εκτός της συμμαχίας.
Τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα δείχνουν ότι η περίοδος όπου η αριστερά και ιδιαίτερα το ΚΚΕ, μπορούσε βολικά να καβαλά το παλιρροιακό κύμα της ανόδου του κινήματος και να ασκεί πολιτική επενδύοντας στην ογκούμενη αγανάκτηση και λαϊκή δυσαρέσκεια, τελείωσε. Μπαίνουμε σε μια περίοδο όπου το πιθανότερο είναι να πρυτανεύσει η συντηρητική αναδίπλωση της κοινωνίας και των πλατύτερων εργαζόμενων μαζών, πάνω στην βάση της απόγνωσης και της απογοήτευσης. Γι αυτό κι όποιος «πτωχός τω πνεύματι» επίδοξος επαναστάτης πιστεύει ότι θα πάρει την «ρεβάνς» απ’ τον δικομματισμό, καβαλικεύοντας για μια ακόμη φορά στην λαϊκή δυσαρέσκεια και τις κοινωνικές αντιδράσεις, που θα προκαλέσει ο αντιλαϊκός χαρακτήρας της κυβερνητικής πολιτικής, θα πρέπει να είναι έτοιμος για πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις. Το πιθανότερο είναι ότι η κοινωνική απογοήτευση και δυσαρέσκεια θα αποτελέσει γόνιμο έδαφος για ακραίες συντηρητικές εκδηλώσεις και φαινόμενα ρατσισμού, για λογικές προσωπικής διεξόδου και βολής, παρά για ριζοσπαστική αριστερή στροφή.    
Τα εκλογικά αποτελέσματα απαιτούν απ’ ολόκληρη την αριστερά και κυρίως απ’ την κύρια δύναμή της, το ΚΚΕ, να «κάνει ταμείο» για όσα έκανε ή δεν έκανε σ’ ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο. Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ένα: Το ΚΚΕ πλήρωσε την αδυναμία του ν’ αντλήσει διδάγματα απ’ την ιδεολογία και την ιστορία του, ν’ αντισταθεί στην γοητεία μιας εύκολης και βολικής πολιτικής με όρους λαϊκής διαμαρτυρίας και καταγγελίας, όπως και τις αναστολές του να προβεί σε γενναίες και τολμηρές συμμαχικές πρωτοβουλίες προς όλες ανεξαιρέτως τις δυνάμεις της αριστεράς. Δυστυχώς η ταξική πάλη δεν περιμένει πότε θα είναι κάποιος έτοιμος ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της, ούτε πότε αυτός θα κατανοήσει τα πραγματικά προβλήματα του πραγματικού κινήματος. Παρόλα αυτά καμμιά άσχημη τροπή, καμμιά δυσοίωνη προοπτική, καμμιά ήττα δεν είναι μη αναστρέψιμη, αν η πολιτική πρωτοπορία κατανοήσει έγκαιρα τις ανάγκες και πάρει τα αναγκαία μέτρα και πρωτοβουλίες. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά.


Δημήτρης Καζάκης


[1] Economist, April 15th – 21st ’00, σελ. 34. 
[2] K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 14 (1855-56), International Publishers (N.Y.-Moscow, 1980), p. 338.
[3] Βλέπε αναλυτικά στην Ιστορία της Τρίτης Διεθνούς, Σύγχρονη Εποχή (Αθήνα, 1975) σελ. 118-122.
[4] Β.Ι. Λένιν,  Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Προγρές  (Μόσχα, 1984), σελ. 52.
[5] Β.Ι. Λένιν,  Άπαντα, τομ. 15,  σελ. 68 και τομ. 13, σελ. 247.
[6] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 32, σελ. 310-312, κ.ά.
[7] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 44, σελ. 377-378.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου