Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ




Το απόσπασμα του πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Μόσχα το 1938, Τζόζεφ Ντέιβις, που παραθέτει ο Μαρτένς και υιοθετεί άκριτα το κείμενο της ΚΕ ως «απόδειξη» της ενοχής των κατηγορουμένων στη δίκη Μπουχάριν, προέρχεται από ένα τηλεγράφημα του εν λόγω πρεσβευτή προς τον Πρόεδρο και τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ (13 Μαρτίου 1938) και το οποίο παραθέτουμε ολόκληρο (σε σωστή μετάφραση):
«Προς τον Πρόεδρο και τον Υπουργό Εξωτερικών. Αναφορικά με το τηλεγράφημά μου Νο. 60, 4 Μαρτίου, 11:00 π.μ.. Περί της πέμπτης πρωινής σήμερα όλοι οι κατηγορούμενοι στη δίκη προδοσίας κρίθηκαν ένοχοι και επιβλήθηκαν οι ποινές. Τρεις καταδικάστηκαν σε φυλάκιση και οι υπόλοιποι σε θάνατο με τυφεκισμό. Ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο ήταν οκτώ από τα πιο επιφανή πρώην μέλη της Σοβιετικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων ενός πρώην Πρωθυπουργού, έξι πρώην υπουργών, ενός από τους πιο επιφανής ηγέτες του Κόμματος και μέλους του Πολιτικού Γραφείου, όπως επίσης κι ένας πρώην Πρόεδρος μιας από την Ενωσιακές Δημοκρατίες. Αυτοί που καταδικάστηκαν σε φυλάκιση ήταν ο πρώην Πρεσβευτής στην Αγγλία και τη Γαλλία, ένας πρώην Πρόξενος στη Σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο και ένας γιατρός, διάσημος ειδικός καρδιολόγος.

Παρά την προκατάληψη ενάντια σ’ ένα σύστημα που βασίζεται στις καθ’ ομολογία αποδείξεις και το οποίο στην πράξη δεν επιτρέπει καμμιά προστασία για τον κατηγορούμενο, μετά από καθημερινή παρατήρηση των μαρτύρων, των αμήχανων καταθέσεών τους, των μη συνειδητών επιβεβαιώσεων που υπήρξαν, καθώς και άλλων γεγονότων κατά τη διάρκεια της δίκης, μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν δικονομική σημασία, όσον αφορά τους πολιτικούς κατηγορούμενους αρκετά εγκλήματα σύμφωνα με το Σοβιετικό νόμο, από το σύνολο αυτών για τα οποία κατηγορήθηκαν με την παραπομπή τους, επιβεβαιώθηκαν με αποδείξεις και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ώστε να δικαιολογούν το ότι κρίθηκαν ένοχοι προδοσίας και το ότι τους επιβλήθηκαν οι ποινές που προβλέπει η Σοβιετική ποινική δικονομία. Όσο για τους κατηγορούμενους γιατρούς διατηρώ επιφυλάξεις. Παρά τις υπερβολές που υπήρξαν λόγω πιθανής παράνοιας και άλλων πιθανών ψυχολογικών επιδράσεων ανάμεσα στους πολιτικούς κατηγορούμενους και παρά τον προφανή υπερβολικό ζήλο της κατηγορούσας αρχής να υπεραποδείξει την υπόθεσή της, η γνώμη μου είναι ότι ενώ δεν μπόρεσαν να αποδειχτούν όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου, όμως αρκετά γεγονότα επιβεβαιώθηκαν ώστε να αποδείξουν ότι αυτοί οι κατηγορούμενοι είχαν συνωμοτήσει να ανατρέψουν την παρούσα Σοβιετική Κυβέρνηση και ήταν διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο για την ανατροπή της Ένωσης και επομένως ήταν ένοχοι προδοσίας σύμφωνα με το Σοβιετικό νόμο. Οι διπλωμάτες εκείνοι που παρακολούθησαν τη δίκη σε τακτική βάση συμμερίζονται την άποψη ότι η υπόθεση έχει επιβεβαιώσει το γεγονός ότι υπήρξε μια εντυπωσιακή πολιτική αντιπολίτευση και μια εξαιρετικά σοβαρή συνωμοσία, που ερμηνεύουν κατ’ αυτούς πολλές από τις ανεξήγητες εξελίξεις των τελευταίων 6 μηνών εδώ. Η μόνη διαφορά γνώμης που φαίνεται να υπάρχει είναι σχετικά με το βαθμό που ο καθένας κατηγορούμενος είχε προσχωρήσει στη συνωμοσία και κατά πόσο αυτή είχε αποκτήσει συγκεντρωτικό χαρακτήρα.
Πέρα από το φυσικό αποτροπιασμό που εμπνέει αυτή η επίδειξη έντονου δράματος και ανθρώπινης τραγωδίας η δίκη προσφέρεται για να συνειδητοποιήσει κανείς με τρόμο ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα σύγχρονο σύστημα δικαιοσύνης που ανέχεται τόσο λίγο την προστασία των κατηγορουμένων και των δικαιωμάτων του ατόμου. ΝΤΕΙΒΙΣ»
(ΠΗΓΗ: United States Department of State, Foreign Relations of the United States. The Soviet Union, 1933-1939, Washington, D.C.: U.S. Government Printing Office, 1933-1939, σ. 532-33.)
 Καταρχήν κάνει εντύπωση το κόψιμο-ράψιμο του συγκεκριμένου αποσπάσματος που παραθέτει η ΚΕ στο κείμενό της αντιγράφοντάς το από το βιβλίο του Μαρτένς, ώστε να βολεύει καλύτερα ως «μαρτυρία» ενοχής. Η πρακτική αυτή το να κόβει και να ράβει κατά το συμφέρον τις πηγές του είναι κάτι που χαρακτηρίζει απόλυτα το βιβλίο του Μαρτένς, φτάνοντας στο σημείο να μην υπάρχει ουσιαστικά ούτε μια αναφορά, απόσπασμα, ή στοιχείο που να μην έχει παραποιηθεί κατάφωρα από το συγγραφέα. Κι αυτό το βιβλίο η ΚΕ το έχει αναγάγει σε θέσφατο και αναμασά άκριτα τα «επιχειρήματά» του.
Τι ισχυρίζεται ο Ντέιβις στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα;
1.      Ότι η δίκη ήταν άδικη γιατί βασίστηκε στις ομολογίες ως τεκμήρια ενοχής και γιατί δεν πρόσφερε καμμιά προστασία στους κατηγορούμενους.
2.      Ότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπόρεσε να αποδείξει το σύνολο των κατηγοριών, αλλά μόνο τη συνωμοσία για την «ανατροπή της Σοβιετικής Κυβέρνησης», δηλαδή του Στάλιν. Να θυμίσουμε μόνο ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν γιατί κρίθηκαν ένοχοι για τη δολοφονία του Κίροφ, του Κουιμπίσεβ (ο οποίος αυτοκτόνησε το 1935, αλλά επίσημα είχε ανακοινωθεί ότι πέθανε από «αδύναμη καρδιά») και του Μαξίμ Γκόργκι (που πέθανε από χρόνια φυματίωση).  Όπως και γιατί σχεδίαζαν δήθεν τη δολοφονία του Στάλιν, του Μόλοτοφ, του Βοροσίλοφ, του Καγκάνοβιτς, κ.ά. Καταδικάστηκαν επίσης ως πράκτορες της Γκεστάπο και επειδή είχαν δήθεν συμφωνήσει με την Ιαπωνία να διαμελιστεί η ΕΣΣΔ, κοκ. Καμμιά από αυτές τις κατηγορίες με βάση τις οποίες τουφέκισαν τους κατηγορούμενους δεν φαίνεται να έπεισαν τον κ. πρέσβη.
3.      Ότι η δίκη απέδειξε ότι η σύγκρουση δεν ήταν ανάμεσα στη Σοβιετική ηγεσία και σε μια σειρά πράκτορες ξένων δυνάμεων που επιδίωκαν την παλινόρθωση του καπιταλισμού και το διαμελισμό της ΕΣΣΔ, αλλά ανάμεσα στον Στάλιν και σε μια «εντυπωσιακή πολιτική αντιπολίτευση» που συνωμοτούσε για να τον ανατρέψει.
4.      Ότι η αντιπολίτευση δεν κρίθηκε ένοχη με βάση την κοινή λογική, ή με βάση ένα δίκαιο σύστημα δικαιοσύνης, αλλά με βάση το σοβιετικό νόμο, ο οποίος κατά τον κ. Πρέσβη είναι εκ προοιμίου άδικος.
Πόσο περήφανη κάνει την ΚΕ η αποδοχή αυτών των εκτιμήσεων του Ντέιβις; Πόσο περήφανος μπορεί να νιώθει κάποιος που στην ΕΣΣΔ του «νικηφόρου σοσιαλισμού» ηγέτες του μπολσεβίκικου κόμματος δικάζονται και καταδικάζονται με διαδικασίες κατάφωρα άδικες, με κατηγορίες αναπόδειχτες, μόνο και μόνο γιατί αποτελούσαν ή μπορούσαν να αποτελέσουν αντιπολίτευση στον Στάλιν;
Γιατί όμως ο κ. Ντέιβις, δηλαδή ο ταξικός εχθρός, ο εκπρόσωπος των δυνάμεων εκείνων που κρατούσαν σε ασφυκτική περικύκλωση την ΕΣΣΔ και συνωμοτούσαν να την πνίξουν, κάνει μια τέτοια παραχώρηση στη Σταλινική ηγεσία; Γιατί δίνει δίκιο στο Στάλιν; Κρίση ειλικρίνειας ή βαθύτερη πολιτική σκοπιμότητα; Το ερώτημα αυτό ούτε καν απασχολεί την ΚΕ, η οποία φαίνεται να υιοθετεί σιωπηρά την εκδοχή ότι ο κ. Ντέιβις μάλλον έπασχε από μια σοβαρή κρίση ειλικρίνειας. Ίσως γι’ αυτό και μια ιμπεριαλιστική δύναμη σαν τις ΗΠΑ να τον είχε διορίσει πρεσβευτή της στην ΕΣΣΔ!
Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Ντέιβις ανήκε σ’ εκείνες τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού που όχι μόνο έβλεπαν με πολύ καλό μάτι την εξόντωση των παλιών μπολσεβίκων, άλλα εκτιμούσαν επίσης ότι με το να στηρίξουν τον Στάλιν θα άνοιγε ο δρόμος μιας ειρηνικής διείσδυσης στην ΕΣΣΔ και μιας ομαλής παλινόρθωσης του καπιταλισμού υπό το σκήπτρο του ίδιου του Στάλιν και των πραιτοριανών του. Για τον κ. Ντέιβις το βασικό ερώτημα ήταν το εξής: ποια πλευρά θα έπρεπε οι ΗΠΑ να υποστηρίξουν στον αγώνα για την εξουσία που εκτιμούσε ότι εξελισσόταν στην ΕΣΣΔ; Τους παλιούς μπολσεβίκους ή τον Στάλιν;
Για τον κ. Ντέιβις ήταν καθαρό ότι οι δίκες εκφράζανε έναν ανταγωνισμό για την ηγεσία και την εξουσία στην ΕΣΣΔ. «Η γνώμη,» έγραφε ο Ντέιβις σε έκθεση προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τον Ιούνιο του 1938 σχετικά με τις δίκες της Μόσχας, «τόσο του Διπλωματικού Σώματος όσο και των δημοσιογράφων που παρακολούθησαν τη δίκη, έχει αυτή την ώρα καταλήξει σε ένα πρακτικά κοινό συμπέρασμα∙ παρά το γεγονός ότι αναπτύχθηκαν πολλά που δεν ήταν αλήθεια και πολλά υποτιθέμενα εγκλήματα που δεν αποδείχθηκαν, ωστόσο αποδείχθηκε πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι υπήρχε μια πολύ ισχυρή ομάδα ανθρώπων στην ίδια την Κυβέρνηση η οποία κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ή έξι ετών επέτρεψαν στους εαυτούς τους, από τη σκοπιά μιας νόμιμης αντιπολίτευσης, είτε να παρασυρθούν σε ή να υιοθετήσουν δραστηριότητες παράνομες ή προδοτικές [σύμφωνα με το σοβιετικό νόμο, σημ. στο περιθώριο του. Ντέιβις]. Η κατάσταση αυτή προκλήθηκε από τη συνεχώς αυξανόμενη καταπίεση του Σταλινικού καθεστώτος όσον αφορά την έκφραση κριτικής και την ελευθερία του λόγου. Οι ομάδες αυτές δεν αποτελούσαν μια συγκροτημένη οργάνωση αλλά στην πράξη συνωμότησαν για να δράσουν ενάντια και να ανατρέψουν την Κυβέρνηση του Στάλιν. Υπήρξαν αναποτελεσματικοί διότι δεν διέθεταν μια ενιαία και τολμηρή ηγεσία.» (FRUS, ο.π., σ. 545)
Η απάντηση λοιπόν του κ. Ντέιβις στο εύλογο ερώτημα του ποιον οι ΗΠΑ πρέπει να υποστηρίξουν είναι απλή: «Κανένας ξένος διπλωμάτης με το οποίο έχω συζητήσει δεν πιστεύει ότι το καθεστώς του Στάλιν είναι αδύναμο πολιτικά ή ότι απειλείται από κάποιον άμεσο κίνδυνο. Κατά τη γνώμη τους ο θάνατος του Στάλιν από φυσικά αίτια δεν πρόκειται να αλλάξει το καθεστώς, ιδίως αν ο χρόνος επιτρέψει στην οργάνωσή του να ανεβάσει το διάδοχό του στην εξουσία πριν τα νέα μαθευτούν ευρύτερα. Αν ο θάνατος του Στάλιν προκληθεί από δολοφονική απόπειρα είτε συνοδευτεί από ένα παλατιανό πραξικόπημα που το έχει καθοδηγήσει και έχει εκτελέσει μια ισχυρή ομάδα του Στρατού, το παρών καθεστώς είναι πολύ πιθανό να ανατραπεί.» (FRUS, ο.π., σ. 549).
Γιατί όμως πρέπει οι ΗΠΑ να υποστηρίξουν τον Στάλιν; «Κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος από τον κομμουνισμό εδώ. Για να διατηρηθεί αυτή η Κυβέρνηση θα πρέπει να εφαρμόσει καπιταλιστικές αρχές. Διαφορετικά θα αποτύχει και θα ανατραπεί. Οι άνθρωποι που κρατούν σήμερα τα ηνία της εξουσίας δεν θα επιτρέψουν να γίνει, στο βαθμό που μπορούν να το αποφύγουν. Περιμένω να δω αυτή την Κυβέρνηση, ενώ θα διατρανώνει την αφοσίωσή της στον Κομμουνισμό, να προχωρά συνεχώς στην πράξη όλο και πιο Δεξιά, όπως ακριβώς έχει κάνει τα τελευταία οχτώ χρόνια. Εάν κρατηθεί είναι πιθανό να εξελιχθεί σ’ ένα τύπο Φαβιανού σοσιαλισμού όπου η μεγάλη βιομηχανία θα βρίσκεται στα χέρια του κράτους, αλλά οι αγροτικές και μικρότερες επιχειρήσεις, όπως και οι έμποροι θα δουλεύουν με καπιταλιστικές αρχές.» (FRUS, ο.π., σ. 557).
Γιατί ο κ. πρέσβης είναι τόσο σίγουρος ότι για τις «Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος από τον κομμουνισμό εδώ.»; Για δυο κυρίως λόγους. Αφενός ο Ντέιβις πιστεύει ότι ο Στάλιν έχει συντρίψει το μπολσεβίκικο καθεστώς και έχει ήδη εγκαθιδρύσει «ένα τύπο καπιταλιστικού κρατικού σοσιαλισμού»: «Το Μπολσεβίκικο καθεστώς κινήθηκε στο χείλος της αναρχίας και του χάους για δέκα χρόνια, αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια κάτω από τα Πεντάχρονα Πλάνα έχει γίνει ολοφάνερη μια εξαιρετική επίδοση στην υδραυλική υποδομή, τη βιομηχανία, τις επικοινωνίες, την κοινωνική, εκπαιδευτική και στρατιωτική ανάπτυξη. Αυτή αναμφισβήτητα οφείλεται στην καθοδηγητική δύναμη του Στάλιν. Χαρακτηρίζεται από την εγκατάλειψη των κομμουνιστικών αρχών στην πράξη. Ήταν υποχρεωτικό να αποκατασταθεί το κίνητρο του κέρδους προκειμένου να δουλέψει το σύστημα. Οι αδυναμίες του συστήματος είναι πολλές και προφανείς. Ο κομμουνισμός θα αποτύχει εδώ. Η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να αλλάξει μέσα σε δυο γενιές. Το σύστημα σήμερα είναι ένας τύπος καπιταλιστικού κρατικού σοσιαλισμού.» (FRUS, ο.π., σ. 557).
Αφετέρου, ο Ντέιβις είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι η Κ.Δ. και το ΚΚΗΠΑ δεν αποτελούν κίνδυνο για την άρχουσα τάξη στις ΗΠΑ. Ήδη από το 1933 η σοβιετική ηγεσία μονομερώς είχε διαβεβαιώσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι δεν πρόκειται να ενισχύσει καμμιά ανατρεπτική δραστηριότητα σε βάρος της. Ο Μαξίμ Λιτβίνοφ εκ μέρους του Στάλιν και της ΕΣΣΔ έστειλε στις 16 Νοεμβρίου 1933 προς στον πρόεδρο Ρούζβελτ το εξής τηλεγράφημα:
«Αγαπητέ κ. Πρόεδρε: Έχω την τιμή να σας πληροφορήσω ότι ως συνέπεια της αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις δυο κυβερνήσεις μας θα αποτελέσει σταθερή πολιτική της Κυβέρνησης της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών:
1.      Να σεβαστεί χωρίς καμμιά υπαναχώρηση το αναμφισβήτητο δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να καθορίζουν τη ζωή τους εντός των ορίων της δικαιοδοσίας τους με το δικό τους τρόπο και να απέχει από κάθε ανάμιξη με οιονδήποτε τρόπο στις εσωτερικές υποθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, στα εδάφη και τις κτήσεις της.
2.      Να αποτρέψει και να περιορίσει όλα τα πρόσωπα στην υπηρεσία της κυβέρνησης και όλες τις οργανώσεις της Κυβέρνησης ή κάτω από τον άμεσο ή και έμμεσο έλεγχό της, συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων που χρηματοδοτούνται από αυτήν, από οποιαδήποτε ανοιχτή ή κρυφή δραστηριότητα η οποία μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τραυματίσει την ηρεμία, την ευημερία, την έννομη τάξη και την ασφάλεια του συνόλου ή μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τους, ειδικότερα από κάθε δράση που τείνει να ενθαρρύνει ή να υποκινήσει ένοπλη επέμβαση, ή από οποιαδήποτε προπαγάνδα ή αγκιτάτσια που έχει στόχο την παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τους, ή να επιφέρει με τη βία μια αλλαγή στην πολιτική ή κοινωνική τάξη πραγμάτων του συνόλου ή μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τους.
3.      Να μην επιτρέψει τη δημιουργία ή την παραμονή στο έδαφός της καμμιάς οργάνωσης ή ομάδας – και να απαγορέψει τη δράση στο έδαφός της κάθε οργάνωσης ή ομάδας, των αντιπροσώπων ή στελεχών οποιασδήποτε οργάνωσης ή ομάδας – η οποία ισχυρίζεται ότι αποτελεί την Κυβέρνηση, ή απειλεί την εδαφική ακεραιότητα, των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τουςˑ να μην δημιουργήσει, ούτε να ενισχύσει, να υποστηρίξει ή να επιτρέψει στο έδαφός της στρατιωτικές οργανώσεις ή ομάδες που έχουν ως στόχο τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τους, και να αποτρέψει κάθε στρατολογία εκ μέρους αυτών των οργανώσεων και ομάδων.
4.      Να μην επιτρέψει τη δημιουργία ή εγκατάσταση στο έδαφός της οποιαδήποτε οργάνωσης ή ομάδας – και να αποτρέψει τη δραστηριότητα στο έδαφός της οποιαδήποτε οργάνωσης ή ομάδας, των εκπροσώπων ή στελεχών οποιασδήποτε οργάνωσης ή ομάδας – η οποία έχει ως στόχο την ανατροπή ή την προετοιμασία για την ανατροπή, ή να επιφέρει με τη βία μια αλλαγή, της πολιτική και κοινωνικής τάξης πραγμάτων του συνόλου ή μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών, των εδαφών και των κτήσεών τους.» (FRUS, ο.π., σ. 28-29).
Τονίζουμε ξανά ότι αυτή η συμφωνία ήταν μονομερής εκ μέρους της Σοβιετικής Ένωσης, δηλαδή η ηγεσία της δεν απαιτούσε να δεσμευτεί το ίδιο και η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Έτσι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ενώ αποσπούσε τη δέσμευση της ΕΣΣΔ ότι η ΚΔ, το ΚΚΗΠΑ και όποια άλλη εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση δεν πρόκειται να έχει τη στήριξή της σοβιετικής ηγεσίας, η ίδια είχε το ελεύθερο να συντηρεί αντικομουνιστικές οργανώσεις και ομάδες που όχι απλά προπαγάνδιζαν ανοιχτά την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας, αλλά και προετοίμαζαν ένοπλο αγώνα εναντίον της. Με βάση αυτή τη συμφωνία οι ΗΠΑ διαμαρτυρήθηκαν έντονα στη σοβιετική κυβέρνηση εναντίον της σύγκλισης του 7ου συνεδρίου της ΚΔ (1935) και της πρόσκλησης Αμερικανών κομμουνιστών σ’ αυτό. Ο Στάλιν προσωπικά (βλ. τηλεγράφημα Ντέιβις στις 6 Ιουνίου 1938) διαβεβαίωσε τον πρόεδρο Ρούζβλετ ότι το ενδιαφέρον της κυβέρνησής του για την ΚΔ δεν αφορά την «παγκόσμια επανάσταση», αλλά «σχετίζεται απευθείας με τις εκτιμήσεις που υπάρχουν για την υπαρκτή απειλή μιας στρατιωτικής επίθεσης» από τις χώρες του άξονα (FRUS, ο.π., σ. 561).

Τι προέβλεπε ο σοβιετικός νόμος;

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα σχετικά με το σοβιετικό νόμο. Με βάση το ισχύον σοβιετικό δίκαιο της εποχής εκείνης κανείς δεν μπορούσε να δικαστεί και πολύ περισσότερο να καταδικαστεί γιατί αποτελούσε αντιπολίτευση στη Σοβιετική κυβέρνηση. Αυτό που καταδικαζόταν ήταν η αντεπαναστατική ενέργεια ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς, δηλαδή η δράση για την ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος. Το να επιδιώκει κάποιος να ανατρέψει τη εκάστοτε σοβιετική ηγεσία και κυβέρνηση δεν αποτελούσε ποινικό αδίκημα, εκτός κι αν μεθοδευόταν με αντεπαναστατικό πραξικόπημα. Επομένως οι ηγέτες του κόμματος και της κυβέρνησης είχαν κάθε νομικό, ηθικό και πολιτικό δικαίωμα να θέλουν να ανατρέψουν το Στάλιν και τη διοίκησή του, αρκεί να το επιδιώκουν μέσα στα πλαίσια της σοβιετικής νομιμότητας και με τις διαδικασίες που προβλέπει το καταστατικό του κόμματος και το σύνταγμα. Κανένα τακτικό σοβιετικό δικαστήριο δεν μπορούσε να τους καταδικάσει για κάτι τέτοιο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η υπόθεση Ριούτιν, γραμματέα της Κομματικής Επιτροπής της Μόσχας και αναπληρωματικού μέλους της ΚΕ, ο οποίος το 1931 συνέταξε και απέστειλε εμπιστευτικά στην ΚΕ τη γνωστή ως «πλατφόρμα Ριούτιν», όπου μέσα σε 200 σελίδες ασκούσε αναλυτική κριτική στις πολιτικές του Στάλιν, τον αποκαλούσε νεκροθάφτη του σοσιαλισμού και της επανάστασης και ζητούσε από το κόμμα να τον ανατρέψει. Ο Ριούτιν εκδιώκεται με ομόφωνη απόφαση της ΚΕ από το κόμμα με την πρωτοφανή για τα κομματικά χρονικά κατηγορία περί «δυσφήμησης της ηγεσίας του κόμματος». Κατόπιν συλλαμβάνεται από την OGPU ως αντεπαναστάτης και παραπέμπεται με βάση το ισχύον σοβιετικό δίκαιο για την αντιμετώπιση της αντεπανάστασης σε τακτικό σοβιετικό δικαστήριο. Το δικαστήριο δεν μπορεί να τεκμηριώσει την ενοχή του και έτσι τον αφήνει ελεύθερο μετά από πολύμηνη προφυλάκιση, παράνομη κατά το ισχύον σοβιετικό δίκαιο της εποχής. Το Σεπτέμβρη του 1932 συλλαμβάνεται ξανά από την OGPU για αντεπαναστατική και αντισοβιετική δράση. Μοναδικό πειστήριο ενοχής η «πλατφόρμα» του, καθώς και ένα γράμμα στην ΚΕ που απαντά στις κατηγορίες. Επειδή κανένα τακτικό σοβιετικό δικαστήριο με βάση το ισχύον σοβιετικό δίκαιο δεν θα μπορούσε να τον καταδικάσει ούτε καν σε φυλάκιση με βάση τα πειστήρια που υπήρχαν, παραπέμπεται να δικαστεί από ειδικό συμβούλιο της OGPU κεκλεισμένων των θυρών ως αντεπαναστάτης που συνελλήφθη επ’ αυτοφώρω.
Το κατηγορητήριο θεώρησε εντελώς αυθαίρετα ότι η «πλατφόρμα» του Ριούτιν καλούσε σε ανατροπή με τη βία του σοβιετικού καθεστώτος. Ωστόσο ακόμη κι αυτή η αυθαίρετη κατηγορία δεν ήταν αρκετή για να τον καταδικάσουν σε θάνατο, έτσι καταδικάζεται σε 10 χρόνια φυλάκιση. Τον Οκτώβριο του 1936 μεταφέρεται στην εσωτερική φυλακή της NKVD στη Μόσχα, όπου δικάζεται ξανά με μόνα πειστήρια την «πλατφόρμα» του και τα άλλα γραπτά του. Αυτή τη φορά όμως αντιμετωπίζει την κατηγορία του τρομοκράτη που δήθεν σχεδίαζε τη δολοφονία του Στάλιν και άλλων επιφανών στελεχών του κόμματος. Μέσα από την φυλακή του ο Ριούτιν απευθύνει (4/11/1936) στην Κεντρική Επιτροπή Ελέγχου του κόμματος επιστολή όπου αρνείται κατηγορηματικά τις κατηγορίες και καταγγέλλει την αυθαιρεσία των κατηγόρων του. Η επιστολή του αυτή θεωρήθηκε ότι επιβεβαιώνει την «αντισοβιετική δράση» του και τον Ιανουάριο 1937 το ειδικό στρατιωτικό δικαστήριο του Ανώτατου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ κεκλεισμένων των θυρών τον καταδικάζει σε θάνατο δια τυφεκισμού ως τρομοκράτη. Ο Ριούτιν μετά από αυτό «εξαφανίζεται», ενώ η NKVD φροντίζει να εξαφανιστούν όλα τα πειστήρια κομματικής ύπαρξης του Ριούτιν. Ακόμη και σήμερα δεν γνωρίζουμε που εκτελέστηκε και πως, ούτε διασώζεται ολόκληρη η «πλατφόρμα» του, παρά μόνο κάποια αποσπάσματά της που κράτησε ως προσωπικές σημειώσεις ένας από τους ανακριτές του. Ο Ριούτιν αποκαταστάθηκε για πρώτη φορά το 1988.
Από το παράδειγμα φαίνεται καθαρά ότι με βάση το ισχύον σοβιετικό δίκαιο της εποχής δεν θα μπορούσε να γίνει το μαζικό πογκρόμ που επιζητούσε ο Στάλιν.  Η μαζική εξόντωση κάθε πιθανής αντιπολιτευτικής φωνής στο κόμμα χρειαζόταν μια ριζικά διαφορετική δικαιακή βάση. Για παράδειγμα σύμφωνα με το τότε σοβιετικό δίκαιο η απονομή της δικαιοσύνης γινόταν από το επαναστατικό, λαϊκό δικαστήριο, το οποίο βασιζόταν σ’ ένα διευρυμένο ορκωτό σύστημα, όπου τον αποφασιστικό ρόλο δεν τον έπαιζαν οι δικαστές, αλλά οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης και των συμμάχων της που επιλέγονταν ειδικά για τον σκοπό αυτό. Κανένα τέτοιο λαϊκό, επαναστατικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει και μάλιστα σε θάνατο τους ηγέτες της Οκτωβριανής.
Επίσης ολόκληρο το σύστημα σοβιετικής απόδοσης δικαιοσύνης προέβλεπε μια πληθώρα μέσων υπεράσπισης του κατηγορουμένου, όπου οι κρατικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να ανταποκριθούν, καθώς και μια διαδικασία εφέσεων ώστε όποιος θεωρεί ότι αδικήθηκε να μπορεί να βρει το δίκιο του. Φυσικά, τα βασανιστήρια, η φυσική και ψυχολογική πίεση του κρατούμενου, απαγορευόταν ρητά. Γι’ αυτό και η ομολογία ενός κρατουμένου δεν γινόταν αποδεκτή ως τεκμήριο ενοχής δικής του ή άλλου σε κανένα σοβιετικό δικαστήριο. Η σοβιετική δικαιοσύνη ήταν η μόνη στον κόσμο τότε που δεν δεχόταν την ομολογία (όχι μόνο την κάτω από πίεση, αλλά και την εθελοντική) ως δικαστική απόδειξη. Σε αντίθεση με τα πιο φιλελεύθερα κράτη του καπιταλιστικού κόσμου, που απέρριπταν την ομολογία υπό το κράτος της πίεσης, αλλά αποδέχονταν την εθελοντική ομολογία. Οι σοβιετικοί δικαστές είχαν αποφανθεί ήδη από τη δεκαετία του ’20 ότι ο διαχωρισμός σε εθελοντική και μη ομολογία στην πράξη δεν μπορεί να γίνει μιας και ο κρατούμενος από τη στιγμή που συλλαμβάνεται έτσι ή αλλιώς βρίσκεται υπό το κράτος της πίεσης των διωκτικών αρχών. Γι’ αυτό και δεν αποδέχονταν καθόλου την ομολογία ή την μαρτυρία κάποιου κατηγορουμένου ως τεκμήριο ενοχής οποιουδήποτε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν έχει ληφθεί. Με τον τρόπο αυτό ήθελαν να διασφαλίσουν όσο ήταν δυνατό ότι ο κρατούμενος δεν θα υποστεί πιέσεις για να αποσπαστούν οι ομολογίες που ήθελαν οι ανακριτές του, αφενός και αφετέρου ότι οι διωκτικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν ακράδαντα πειστήρια για να συλλάβουν και να παραπέμψουν κάποιον. Ακόμη και ο γνωστός εισαγγελέας των δικών της Μόσχας, Βισίνσκι, σε ανύποπτο ακόμη χρόνο έγραφε σε βιβλίο του ότι η νομική αρχή του μεσαίωνα ότι «η ομολογία είναι η βασίλισσα των αποδείξεων» (confessio est regina probationum) οδηγούσε σε δίκες με κύριο αποδεικτικό υλικό τις ομολογίες των κατηγορουμένων, που σχεδόν πάντα ήταν προϊόν εκβιασμού, πίεσης και βασανισμού. Σύμφωνα με τον Βισίνσκι, «η αρχή αυτή είναι απολύτως απαράδεκτη για τη σοβιετική νομοθεσία και νομολογίαΜια τέτοια οργάνωση της έρευνας, στην οποία η μαρτυρία του κατηγορουμένου, είναι η κύρια και – ακόμη χειρότερα – η μόνη ηθική ολόκληρης της έρευνας, τότε αναγκαστικά θα τεθεί σε κίνδυνο και τελικά θα απορριφθεί.» (ΠΗΓΗ: Αντρέι Βισίνσκι, Η Θεωρία των Έννομων Αποδείξεων στη Σοβιετική Δικαιοσύνη, Μόσχα, 1933, σ. 56-57.) Κι όμως με μόνο αποδεικτικό στοιχείο τις ομολογίες των κατηγορουμένων δικάστηκε και εξοντώθηκε σχεδόν το σύνολο της ηγεσίας της Οκτωβριανής επανάστασης.
Έως το 1934 καμμιά εξαίρεση δεν αναγνωριζόταν επίσημα σ’ αυτούς του κανόνες του σοβιετικού δικαίου. Μόνο η OGPU και η NKVD ευθύνονταν για πλήθος «παρατυπίες» και παραβιάσεις στην απονομή σοβιετικής δικαιοσύνης, αλλά αυτό συνέβαινε με την ανοχή του κόμματος και εκτός των ορίων του επίσημου δικανικού συστήματος της ΕΣΣΔ. Όμως αυτό δεν επαρκούσε για μαζικό πογκρόμ στο κόμμα και τη σοβιετική κοινωνία. Έτσι αμέσως μετά τη δολοφονία του Κίροφ το Δεκέμβρη του 1934 ο Στάλιν το πρώτο που έκανε είναι να υπαγορέψει στον Καγκάνοβιτς ένα ειδικό διάταγμα που ονομάστηκε «ειδική παράγραφος 54» της ποινικής δικονομίας της ΕΣΣΔ, η οποία προέβλεπε τα εξής:
·         Τη δίκη όσων κατηγορούνταν για «τρομοκρατικές» ενέργειες από ειδικές επιτροπές τριών δικαστών που επιλέγονταν από την NKVD και κατ’ εξαίρεση από το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ.
·         Οι κατηγορούμενοι πρέπει να δικάζονται χωρίς την παρουσία υπεράσπισης και χωρίς την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει απτές αποδείξεις που να στηρίζουν την κατηγορία.
·         Αρκεί απλά και μόνο μια πληροφορία των διωκτικών αρχών για να κατηγορηθεί επίσημα κάποιος για «τρομοκρατική δράση», να συλληφθεί και να παραπεμφθεί σε δίκη όπου θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν ήταν «τρομοκράτης».
·         Οι δίκες για «τρομοκρατία» θα πρέπει να είναι συνοπτικές και αν το επιθυμούσε η κατηγορούσα αρχή μυστικές.
·         Απαγορευόταν ρητά η απόδοση χάρης σε κατηγορουμένους που βαρύνονται με κατηγορίες για «τρομοκρατία».
·         Απαγορευόταν οποιαδήποτε έφεση εναντίον των καταδικαστικών αποφάσεων και η προσφυγή των κατηγορουμένων στην τακτική σοβιετική δικαιοσύνη.
·         Στην περίπτωση της θανατικής ποινής προβλεπόταν η δίχως καμμιά καθυστέρηση εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης.
Επομένως οι δίκες της Μόσχας και το μαζικό πογκρόμ δεν έγιναν σύμφωνα με το σοβιετικό νόμο, αλλά σε κατάφωρη παραβίαση του σοβιετικού δικαίου.
Πρέπει να επισημάνουμε ότι ποτέ άλλοτε, σε καμμιά άλλη περίοδο της σοβιετικής εξουσίας, ούτε καν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, δεν δόθηκαν τόσες αυθαίρετες εξουσίες ζωής και θανάτου στους μηχανισμούς καταστολής. Ακόμη και την εποχή που η Τσεκά είχε το δικαίωμα να δικάζει και να εκτελεί επί τόπου «αντεπαναστάτες», αφορούσε αποκλειστικά όσους συλλάμβανε επί το έργο, όσους δηλαδή έπιανε επ’ αυτοφώρω να διαπράττουν δολοφονίες ή δολιοφθορές την περίοδο του πολέμου.

Πως έγιναν οι διώξεις;

Η ηγεσία του κόμματος που ηγήθηκε τυπικά των Δικών της Μόσχας εκλέχτηκε από το 17ο Συνέδριο, το 1934. Από τους 1968 αντιπροσώπους του Συνεδρίου, μόνο 35 επιβίωσαν των διώξεων. Από τα 120 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Κ.Ε. που εξέλεξε το συνέδριο 75 χάθηκαν στις διώξεις.
Συζητώντας για τους αντιπροσώπους του 17ου Συνεδρίου που διώχτηκαν ο Φέλιξ Τσούεφ ρωτά τον Μόλοτοφ: «Ας υποθέσουμε ότι η Κ.Ε. αποτελείται από 80 μέλη, εκ των οποίων τα 30 έχουν σωστές απόψεις, ενώ τα 50, όχι μόνο έχουν λάθος θέσεις, αλλά είναι και ενεργοί αντίπαλοι της κομματικής πολιτικής. Γιατί η πλειοψηφία θα πρέπει να υποκύψει στη μειοψηφία;»
Μόλοτοφ: Το ζήτημα τοποθετείται σε λάθος βάση.
Τσούεφ: Το θέμα είναι ότι είναι αυτός ο τρόπος που οι περισσότεροι άνθρωποι θα έθεταν το ζήτημα.
Μόλοτοφ: Ο Χρουτσώφ ήταν αυτός που έκανε τα πάντα για να θέσει έτσι το ζήτημα. Τα πάντα, μα τα πάντα. Πρώτο, σχετικά με το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Ο διαλεκτικός υλισμός εφαρμόζεται στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό; Άκου, δεν υπήρξε ούτε μια περίπτωση όπου η μειοψηφία απέκλεισε την πλειοψηφία. Αυτό ήταν μια βαθμιαία διαδικασία. Εβδομήντα απέκλεισαν δέκα με δεκαπέντε μέλη, κατόπιν, εξήντα απέκλεισαν άλλους δεκαπέντε. Εδώ έχεις τη σωστή σχέση ανάμεσα στην πλειοψηφία και τη μειοψηφία.
Τσούεφ: Αυτό ήταν απόδειξη μιας θαυμάσιας τακτικής περισσότερο παρά απόδειξη του ποιος ήταν σωστός.
Μόλοτοφ: Ας μου επιτραπεί να πω ότι αυτό αντιστοιχούσε στην πραγματική πορεία των γεγονότων και δεν ήταν απλά ένα ζήτημα τακτικής. Όλα εξελίχτηκαν βαθμιαία σε οξεία διαμάχη που εκτυλίχτηκε σε ποικίλους τομείς. Σε ορισμένα μέρη ήταν δυνατό να είσαι υπομονετικός. Δεν προχωρούσαμε σε δράση παρά το γεγονός ότι δεν τους εμπιστευόμασταν. Σε άλλα μέρη ήταν αδύνατο να είσαι υπομονετικός. Βαθμιαία όλα ακολούθησαν τη διαδικασία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, χωρίς παρατυπίες. Στην πραγματικότητα αυτό άφησε την Κ.Ε. να αποτελείται από μια μειοψηφία της προηγούμενης πλειοψηφίας, αλλά αυτό έγινε χωρίς παρατυπίες. Αυτό δεν παραβίασε τυπικά τις αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, ήταν μια διαδικασία βήμα το βήμα, αν και αποδείχτηκε μια μάλλον γρήγορη διαδικασία ξεκαθαρίσματος του δρόμου. (ΠΗΓΗ: Molotov remembers. Inside Kremlin politics. Conversations with Felix Chuev. Σικάγο 1993, σελ. 313 – 314).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου