Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να κατανοούμε την ΕΕ και το αίτημα της αποδέσμευσης




Ο κίνδυνος του αντικειμενισμού –δηλαδή η αντιμετώπιση όλων όσα συμβαίνουν στον καπιταλισμό ως έκφραση «αντικειμενικών διαδικασιών» στις οποίες τα ταξικά συμφέροντα αλλά και η ίδια η ταξική πάλη έχουν μόνο εξωγενή επίδραση– αποτελεί μια από τις κύριες απειλές για τον καθένα που θέλει να καταλάβει την πραγματικότητα της ΕΕ αλλά και γενικότερα τις συνθήκες και τους όρους ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτός ακριβώς ο κίνδυνος νιώθουμε ότι κρύβεται σε ορισμένα ερμηνευτικά σχήματα, τα οποία υιοθετούνται από απόψεις που ως προς το πολιτικό δια ταύτα άλλες τάσσονται ενάντια στην ΕΕ και άλλες υπέρ. Ο αντικειμενισμός αυτός αδυνατίζει την αντιπαράθεση με την ΕΕ, υπονομεύει την πάλη εναντίον της και «αδειάζει» το αίτημα της αποδέσμευσης. 


Τι χαρακτηρίζει τις σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΕ: η υποταγή ή η συμμαχία;

Συχνά μένει κανείς με την αίσθηση ότι η έννοια της υποταγής αντιμετωπίζεται ως κάτι υποδεέστερο και δευτερεύον σε σχέση με την έννοια της συμμαχίας, ακόμη και από απόψεις που αντιτίθενται στην ΕΕ. Τι σημαίνει όμως υποταγή και τι συμμαχία; Στην πραγματικότητα η έννοια της υποταγής αποδίδει την ουσία των σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα, τον ελληνικό καπιταλισμό, την ελληνική αστική τάξη και στην ΕΕ. Αντίθετα η έννοια της συμμαχίας μένει στα επιφαινόμενα, στην επιφάνεια των σχέσεων, στο τυπικό τους. Ενέχει τον κίνδυνο να διολισθήσει κανείς στην άποψη της κυρίαρχης προπαγάνδας ότι η χώρα είναι «ισότιμος εταίρος» στην ΕΕ, ότι «συναποφασίζει», «συνδιαμορφώνει», «συμμετέχει στο σκληρό πυρήνα», κοκ. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο «σκληρός πυρήνας» του ιμπεριαλισμού και της ΕΕ δεν άφησε ποτέ περιθώρια «συνδιαμόρφωσης» των πολιτικών του στην όποια κυβέρνηση της χώρας ή στην ελληνική αστική τάξη, ούτε νοιάζεται για την «οικονομική ευρωστία» του ελληνικού καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται να δει κανείς παρά μόνο την αντιμετώπιση των ελληνικών κυβερνήσεων από κομισάριους τύπου Αλμούνια, για να καταλάβει ότι οι σχέσεις της ΕΕ με την Ελλάδα δεν είναι «συμμαχικές», έστω κι αν νομικά, τυπικά εμφανίζονται ως τέτοιες, αλλά πρωτίστως σχέσεις εξάρτησης, υποτέλειας, υποταγής και υποδούλωσης. Για το μόνο που νοιάζεται ο «σκληρός πυρήνας» της ΕΕ είναι για το πόσο γρήγορα η ελληνική κυβέρνηση θα υλοποιήσει τις προσταγές του, πόσο γρήγορα θα «ρευστοποιηθεί» –με όρους κεφαλαίων και εργασίας–  η ελληνική οικονομία προς όφελος της χρηματιστικής κερδοσκοπίας και των πολυεθνικών, αλλά και για το πώς αναχαιτίζονται οι πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις του λαού της χώρας.   
Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι η αντίληψη ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός και οι διάφορες εκφράσεις του, όπως η ΕΕ, δεν είναι παρά μια «συμμαχία» κυρίαρχων τάξεων σε διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης είναι μια άκρως διαδεδομένη άποψη, την οποία μπορεί κανείς να βρει εύκολα στα εγχειρίδια διεθνούς οικονομικής που διδάσκονται από την εποχή του 19ου αιώνα. Πηγή αυτής της αντίληψης ήταν οι θεωρητικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του μερκαντιλισμού (εμποροκρατισμού) του τέλους του 18ου αιώνα. Γιατί, όμως, θα πρέπει να την υιοθετήσουμε, όταν η πραγματικότητα δείχνει αυτό που επιστημονικά έχει αποδείξει από την εποχή του κιόλας ο Μαρξ, δηλαδή ότι η παγκόσμια αγορά και γενικότερα η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού απορροφά, συμπαρασύρει, αφομοιώνει όλες τις χώρες του κόσμου όχι ισότιμα ή ισόμετρα, όχι αυτεξούσια ή αρμονικά, ούτε βέβαια με τους ίδιους όρους, αλλά με όρους επιβολής και κυριαρχίας των ισχυροτέρων πάνω σε όλους τους υπόλοιπους . Η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού συνοψίζεται στην αέναη προσπάθεια της ισχυρότερης κάθε φορά αστικής τάξης, του ισχυρότερου κεφαλαίου –με όρους παραγωγής, παραγωγικότητας, συγκέντρωσης και πολιτικής ισχύος– να εκμεταλλευτεί μέχρι εξαντλήσεως χώρες-εταίρους, λαούς και αστικές τάξεις. Γ’ι αυτό και πίσω από κάθε «συμμαχία», κάθε «συνεταιρισμό» στην παγκόσμια οικονομία κρύβονται πάντα σχέσεις εξάρτησης, υποταγής και υποδούλωσης, βρίσκεται η πάλη για επιβολή και κυριαρχία με οικονομικούς και πολιτικούς όρους. Το να θεωρεί κανείς ως πρωτεύον ή κυρίαρχο χαρακτηριστικό το «συνεταιρισμό» ή τη «συμμαχία», αντί να αναδεικνύει σε τι συνίστανται κάθε φορά αυτές οι σχέσεις εξάρτησης και υποταγής, σε τι αφορά η πάλη για επικυριαρχία που βρίσκεται πίσω από τις εκάστοτε «διεθνείς συμφωνίες» και συμπράξεις, τότε το λιγότερο που κάνει είναι να παραμορφώνει την πραγματικότητα. Δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να υποκαθιστά το κοινωνικο-πολιτικό περιεχόμενο με τη νομική μορφή.
Παρεμπιπτόντως θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ένα απλό περιστατικό από την ιστορία του επαναστατικού κινήματος, το οποίο δείχνει πολύ παραστατικά αυτό που προσπαθούμε να πούμε. Όταν το 1919 οι μπολσεβίκοι συζητούσαν το νέο τους πρόγραμμα, κάποιος πρότεινε να απαλειφθεί η αναφορά του προσχεδίου που ήθελε τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες να τραβιούνται στην παγκόσμια οικονομία με όρους υποδούλωσης, υποταγής και εξάρτησης, ιδίως την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Αντί γι’ αυτή πρότεινε την εξής διατύπωση: «η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που, με βάση την ανταλλαγή εμπορευμάτων και την εξαγωγή κεφαλαίων, τράβηξε όλους τους λαούς στην παγκόσμια οικονομία». Η απάντηση του Λένιν νομίζουμε ότι ήταν χαρακτηριστική: Η προτεινόμενη διατύπωση «εμφανίζει τα πράγματα πολύ αρμονικά, γιατί εκεί γίνεται απλώς λόγος για το “τράβηγμα όλων των λαών στην παγκόσμια οικονομία”!! Λες κι όλοι οι λαοί τραβήχτηκαν ισόμετρα στην παγκόσμια οικονομία! Λες και δεν υπήρχαν σχέσεις υποδούλωσης ανάμεσα στους “πολιτισμένους” και μη πολιτισμένους λαούς ακριβώς με βάση το “τράβηγμα στην παγκόσμια οικονομία”!» (Άπαντα, τομ. 34, σελ. 355-56). Ακριβώς με την ίδια συλλογιστική, πίσω από την όποια «συμμαχία» της Ελλάδας με την ΕΕ και παραπέρα με το διεθνές σύστημα του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού βρίσκονται σχέσεις οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής υποδούλωσης, που γίνονται ολοένα και πιο ασφυκτικές, ακριβώς στη βάση της στενότερης «συμμαχίας» του ελληνικού καπιταλισμού με την ΕΕ. Κι αυτές ακριβώς οι σχέσεις ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας και του λαού από την ΕΕ είναι που πρέπει να αναδείξουμε στο κείμενο της διακήρυξης, αλλιώς θα διολισθήσουμε σε μια γενική αντικαπιταλιστική κριτική δίχως πολιτική αιχμή, δίχως να αποκαλύπτει την πραγματικότητα στο λαό και η οποία δυστυχώς θα είναι καταδικασμένη να αντλεί τα ερμηνευτικά σχήματά της, όσο αντικαπιταλιστικά, επαναστατικά, ταξικά κι αν τα εμφανίζει, από την κυρίαρχη προπαγάνδα και την επίσημη φιλολογία περί «ισχυρής» ή «αναβαθμισμένης» Ελλάδας μέσω της συμμετοχής της στην ΕΕ. Μια τέτοια κριτική δεν υποστηρίζει το αίτημα της αποδέσμευσης, αλλά το «αδειάζει» από τον άμεσο, επιτακτικό και επείγοντα χαρακτήρα του για το λαό και τη χώρα, ενώ στην καλύτερη περίπτωση το συνδέει με το απώτερο «σοσιαλιστικό αύριο». Βέβαια, το να ανάγει κανείς όλα τα άμεσα αιτήματα της πάλης της εργατικής τάξης και του λαού στη σοσιαλιστική προοπτική, μπορεί να φαντάζει εξόχως ριζοσπαστικό, όμως στην πράξη έχει αποδειχτεί ότι στενεύει την κοινωνική και πολιτική εμβέλεια των αιτημάτων και διευκολύνει την εγκατάλειψή τους στο όνομα του «στρατηγικού στόχου».

Τι σημαίνει ηγεμονία μιας χώρας;

Σε πολλές απόψεις διαφαίνεται η τάση υποκατάστασης της έννοιας υποταγή με τις έννοιες «υποδεέστερη θέση» και ηγεμονία. Καταρχήν η παγκόσμια οικονομία του καπιταλισμού, πολύ περισσότερο στην εποχή του ιμπεριαλισμού, δεν χωρίζεται σε χώρες υποδεέστερες και χώρες ηγεμονικές. Στα επίσημα εγχειρίδια οικονομικής θα βρει κανείς διάφορους ανάλογους και «πολιτικώς ορθούς» διαχωρισμούς ανάμεσα σε «πλούσιες» και «φτωχές» χώρες, ανάμεσα σε βιομηχανικές και αγροτικές, ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένες, ανάμεσα σε «ώριμες» και «αναδυόμενες» αγορές, κοκ. Όλοι αυτοί οι διαχωρισμοί προσπαθούν να αποδώσουν «αντικειμενικές» διαβαθμίσεις των χωρών, δίχως να απαντούν στο κύριο ερώτημα: Ποιες χώρες επωφελούνται με όρους εκμετάλλευσης εις βάρος των άλλων χωρών, ποιες υποδουλώνουν τις υπόλοιπες, ποιες κυριαρχούν έναντι ποιων; Το να μιλά κανείς για ηγεμονία ή για «υποδεέστερη θέση» μιας χώρας δίχως την έννοια της υποταγής και της εξάρτησης είναι σαν να θέλει να βγάλει το ταξικό κεντρί από την ανάγνωση της πραγματικότητας. Η επιστημονικά ορθή αντιμετώπιση της διαφοροποίησης των χωρών στο παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού παίρνει πρώτα και κύρια υπόψη της τις σχέσεις εκμετάλλευσης ανάμεσα στις χώρες, τις σχέσεις επιβολής και επικυριαρχίας, τις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Μαρξ, όταν μιλούσε για την παγκόσμια αγορά, αρνιόταν τον όρο «αλληλεξάρτηση», που παραπέμπει σε μια λίγο ως πολύ ταξικά και πολιτικά άχρωμη αντιμετώπιση. Μιλούσε για σχέσεις οικονομικής εξάρτησης, δηλαδή για σχέσεις εκμετάλλευσης της μιας χώρας από μια άλλη. Αυτό ήταν το νόημα που έδινε στο διαχωρισμό σε «πλούσιες» και «φτωχές» χώρες, σε «πολιτισμένες» και μη, σε αντίθεση με την κυρίαρχη λογική της εποχής του, που έμενε στο διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης του «πολιτισμού» γενικά και των παραγωγικών δυνάμεων ιδιαίτερα. Στην εποχή του ο Λένιν μιλούσε για χώρες ιμπεριαλιστικές και χώρες ιμπεριαλιστικά εξαρτημένες –είτε διέθεταν πολιτική ανεξαρτησία είτε όχι– ή ακόμη πιο χρωματισμένα, για χώρες χώρες-δουλοκτήτες και χώρες-δούλους. Έχει αλλάξει σήμερα κάτι θεμελιώδες στη διάρθρωση του παγκόσμιου συστήματος, που μας αναγκάζει να καταφύγουμε σε πιο άχρωμους, ταξικά και πολιτικά, προσδιορισμούς της διεθνούς θέσης μιας χώρας; Έχουν πάψει να υπάρχουν χώρες-δούλοι και χώρες-δουλοκτήτες; Έχει πάψει να υποστηρίζεται η ηγεμονία μιας χώρας από σχέσεις οικονομικής και πολιτικής επικυριαρχίας; Όχι βέβαια. Αυτό που έχει αλλάξει είναι μόνο η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου συστήματος.
Το παγκόσμιο σύστημα του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την πόλωση ανάμεσα σε μια χούφτα ιμπεριαλιστικές χώρες και σε μια ευρύτατη γκάμα λιγότερο ή περισσότερο ανεπτυγμένων ιμπεριαλιστικά εξαρτημένων χωρών. Η διάκρισή τους δεν γίνεται με βάση το κατά κεφαλή ΑΕΠ μιας χώρας ή κάποια άλλα χονδροειδή μακροοικονομικά μεγέθη που παραπέμπουν στο γενικό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, όσο κι αν ορισμένα από αυτά συνιστούν κάποια ένδειξη για τη διεθνή θέση της χώρας. Ούτε επιστημονικά βάσιμο κριτήριο υπήρξε ποτέ η πολιτική των προσαρτήσεων ή της εξαγωγής κεφαλαίων μιας χώρας. Και αυτό γιατί ο επεκτατισμός, οι προσαρτήσεις και η εξαγωγή κεφαλαίου αποτελούσαν ευθύς εξαρχής θεμελιώδες χαρακτηριστικό της παγκόσμιας αγοράς και συνιστούσαν γνώρισμα όλων των κεφαλαιοκρατικών χωρών, ανεξαρτήτως επιπέδου ανάπτυξης, ιμπεριαλιστικής εξάρτησης ή μη. Δεν υπήρξε ποτέ καπιταλιστική χώρα, όσο «φτωχή», όσο υπανάπτυκτη και καθυστερημένη κι αν ήταν, που να μην επιδόθηκε σε προσαρτήσεις και επεκτατισμό, όταν ιστορικά της δόθηκε η ευκαιρία, που να μην εξήγε κεφάλαιο στην παγκόσμια αγορά. Το γεγονός ότι όλες οι καπιταλιστικές χώρες ήταν πάντα ικανές για επεκτατισμό, εξαγωγή κεφαλαίου, προσαρτήσεις και γενικά για άσκηση ιμπεριαλιστικής πολιτικής δεν σημαίνει ότι είναι και ιμπεριαλιστικές. Ιστορικά η κατάταξη κάποιου καπιταλιστικού κράτους στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είχε να κάνει με τρία πολύ βασικά κριτήρια:
(α) Τη μονοπωλιακή θέση που κατέχει στην παγκόσμια αγορά μέσω των τραστ, των καρτέλ, του χρηματιστικού κεφαλαίου, τις σχέσεις πιστωτή προς οφειλέτη.
(β) Το ρόλο της χώρας όχι απλά στην πάλη για προσαρτήσεις αλλά στον ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία.
(γ) Το αποικιακό μονοπώλιο. Με άλλα λόγια το μερίδιο που η συγκεκριμένη χώρα διαθέτει από τα εδάφη που προσαρτήθηκαν ως αποικίες ή ημιαποικίες.
Γι’ αυτό και ο Λένιν μιλούσε για 6-7 μεγάλες δυνάμεις, ιμπεριαλιστικά κράτη, που συγκρούονται ανελέητα για την παγκόσμια κυριαρχία. Απέναντι σ’ αυτές υπήρχε μια μεγάλη ποικιλία χωρών σε καθεστώς εξάρτησης, όπου άλλες ήταν αποικίες ή μισο-αποικίες, ενώ άλλες, παρά την πολιτική τους ανεξαρτησία, είχαν μεταβληθεί σε οικονομική αποικία του χρηματιστικού κεφαλαίου των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως ήταν η Ελλάδα και οι υπόλοιπες χώρες των Βαλκανίων. Στο σύνολό τους, όμως, αποτελούσαν το παγκόσμιο σύστημα του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια το παγκόσμιο σύστημα υπήρξε πάντα ένας ασταθής «συνεταιρισμός», μια «συμμετοχική επιχείρηση» του καπιταλισμού, όπου ελάχιστες χώρες κρατάνε το «πακέτο το μετοχών», το «μάνατζμεντ» και τα συνολικά κέρδη, ενώ οι υπόλοιπες είναι απλά «μέτοχοι» για να καταβάλλουν το υστέρημά τους στο «μετοχικό κεφάλαιο» και να φορτώνονται τις «ζημιές».
Αποτελεί η ΕΕ έναν ακόμη «πόλο» του ιμπεριαλισμού δίπλα στις ΗΠΑ;
Σε ορισμένες απόψεις υπάρχει η εκτίμηση η οποία θεωρεί την ΕΕ ως μια ιμπεριαλιστική «συμμαχία» υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ για την «πλανητική κυριαρχία» της σύγχρονης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Καταρχήν μια τέτοια εκτίμηση φαίνεται σαν να ανακαλύπτει τον καπιταλισμό ως κυρίαρχο παγκόσμιο σύστημα μόλις τα τελευταία χρόνια. Ο καπιταλισμός ως σύστημα ασκεί παγκόσμια κυριαρχία τουλαχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα, ενώ εξακολουθούσε να ασκεί ακόμη κι όταν υπήρχε το «αντίπαλο δέος» του υπαρκτού σοσιαλισμού, μιας και ο τρόπος ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς ήταν που καθόριζε ακόμη και την αναμέτρηση ανάμεσα στα δυο διαφορετικά κοινωνικο-οικονομικά συστήματα. Επομένως, το να υποστηρίζει κανείς ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός απαιτεί μια ιμπεριαλιστική «συμμαχία» για να επιβληθεί παγκόσμια οδηγεί το λιγότερο σε διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Άλλωστε η παγκόσμια κυριαρχία των εκάστοτε «σύγχρονων μορφών» που καπιταλισμού δεν επιβάλλεται βάση προμελετημένου σχεδίου ή κάποιας μυστικής «συμφωνίας» των κορυφών του, αλλά μέσα από μια αδυσώπητη πάλη και οξύτατα ανταγωνισμό, πρώτα και κύρια στο πεδίο της παγκόσμιας οικονομίας, για νέες αγορές και «συγκριτικά πλεονεκτήματα», για νέες επενδύσεις και πρόσθετα κέρδη.
Όμως, σε τι συνίσταται η ηγεμονία των ΗΠΑ; Μπορεί να υπάρξει ηγεμονία στη βάση του ιμπεριαλισμού, χωρίς να υπάρχουν σχέσεις υποταγής και επικυριαρχίας; Αν όχι, τότε τι σόι ηγεμονία είναι; Μήπως σε κάποια στιγμή μαζεύτηκαν όλοι μαζί οι ιμπεριαλιστές και επέλεξαν ως ηγεμόνα τους τις ΗΠΑ; Έτσι ειδυλλιακά αποφασίζεται η πρωτοκαθεδρία στις κορυφές του ιμπεριαλισμού ή μέσα από εξοντωτικές αναμετρήσεις πρώτα και κύρια στο έδαφος της οικονομίας αλλά και της πολιτικής, όπου κρίνεται ποιος θα έχει τελικά το «πάνω χέρι», ποιος κύρια θα ενσαρκώνει την παγκόσμια κυριαρχία; Κι αν παραβλέψουμε το γεγονός ότι η ηγεμονία στον ιμπεριαλισμό είναι προϊόν της οικονομικής και πολιτικής επικράτησης του ισχυρότερου διά παντός μέσου, τότε δεν διολισθαίνουμε σε μια απολογητική της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων κατά το πρότυπο της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, που θεωρούσε ότι μπορεί να υπάρξει ένας ιμπεριαλισμός στον οποίο θα κυριαρχεί η αρμονία και η σύμπνοια μιας «διεθνούς κοινοπολιτείας»; 
Μήπως το γεγονός ότι υπάρχουν «κοινά συμφέροντα» όλων των ιμπεριαλιστών για την παγκόσμια κυριαρχία τους αποκλείει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποτελούν οικονομικά και πολιτικά την κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη στην ΕΕ αλλά και παγκόσμια; Ή μήπως η ηγεμονία των ΗΠΑ περιορίζεται απλώς στη στρατιωτικο-πολιτική τους ισχύ; Αν υπονοείται κάτι τέτοιο, τότε απλά αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα. Στο έδαφος του ιμπεριαλισμού δεν υπάρχει καμιά στρατιωτικο-πολιτική ηγεμονία, δηλαδή καμιά μορφή επικυριαρχίας, που όχι μόνο να μην εκφράζει ταυτοχρόνως και πρωτίστως την οικονομική επικυριαρχία, αλλά και να βασίζεται σ’ αυτήν. Οι ΗΠΑ ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες αποτελούν πρώτα και κύρια την κυρίαρχη οικονομική δύναμη του ιμπεριαλισμού. Την τελευταία δεκαπενταετία σε κάθε 1% συνολικής ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας η συμμετοχή των ΗΠΑ υπερβαίνει το 0,6%. Οι ΗΠΑ ελέγχουν πάνω από το 50% της παγκόσμιας παραγωγής τεχνογνωσίας, όταν οι δυο επόμενες ιμπεριαλιστικές χώρες (Γερμανία και Ιαπωνία) δεν υπερβαίνουν μαζί το 16%! Μέσω του ισοζυγίου πληρωμών τους, οι ΗΠΑ ιδιοποιούνται πάνω από το 60% της παγκόσμιας κίνησης του κεφαλαίου σε όλες του τις μορφές. Στην ίδια την ΕΕ το χρηματιστικό κεφάλαιο των ΗΠΑ ελέγχει πάνω από το 50% όλων των πράξεων, συμπράξεων, συμμαχιών και εξαγορών των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών πολυεθνικών. Ιδίως τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ κατόρθωσαν πια να κυριαρχήσουν στις διεθνείς ροές επενδυτικών κεφαλαίων και σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία, ενώ στη Βρετανία κυριαρχούν ήδη από τη δεκαετία του ’80! Με άλλα λόγια χώρες ιμπεριαλιστικές όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία από πολύ παλιότερα εξαρτώνται για την άντληση επενδυτικών κεφαλαίων από την παγκόσμια αγορά πρωταρχικά από τις ΗΠΑ. Κάτι που ποτέ άλλοτε δεν συνέβαινε στην οικονομική ιστορία αυτών των χωρών. Γι’ αυτό και στα επιτελεία των Βρυξελλών συνηθίζουν να λένε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι δύο είναι οι κυρίαρχες οικονομίες παγκόσμια: αφενός η οικονομία των ΗΠΑ και αφετέρου η αμερικανική οικονομία της ΕΕ! Κι αυτό απηχεί μια αδυσώπητη οικονομική πραγματικότητα.
Ακόμη και η τρομακτική πολιτικο-στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ σήμερα, η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη χώρα ή συνασπισμό χωρών, συνδέεται στενά με την οικονομική θέση της χώρας ως παγκόσμια κυρίαρχης δύναμης. Η δυνατότητα σήμερα των ΗΠΑ να δρουν στρατιωτικο-πολιτικά μέσα από ένα διαρκές επεκτεινόμενο δίκτυο βάσεων σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μέσα από πολλαπλές «δυνάμεις ταχείας επέμβασης» αεροπορίας, στρατού και στόλου, μέσα από το άνοιγμα και τη συντήρηση πολλών διαφορετικών «μετώπων» ανά τον κόσμο, μέσα από συνεχείς επεμβάσεις και κατακτητικούς πολέμους, συνδέεται στενά με τον τρόπο που ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός έχει εξασφαλίσει την παγκόσμια στήριξη και χρηματοδότησή του. Καμιά ιμπεριαλιστική χώρα ή συνασπισμός χωρών δεν θα ήταν σε θέση να αναλάβει τη πολιτικο-στρατιωτική δράση την οποία ασκούν σήμερα οι ΗΠΑ σε ολόκληρο τον κόσμο, αν περιοριζόταν στους διαθέσιμους πόρους ακόμη και της πιο ανεπτυγμένης εθνικής οικονομίας. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αντιμετώπισε τη «στενότητα πόρων» για την πολιτικο-στρατιωτική του δράση μέσα από την οικοδόμηση μιας εντυπωσιακά ελλειμματικής οικονομίας, όπου τα τεράστια εμπορικά, εξωτερικά και δημοσιονομικά ελλείμματα χρησιμοποιούνται για να αντλούνται πρόσθετοι πόροι από την παγκόσμια οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το εξωτερικό χρέος των ΗΠΑ, που παράγεται από αυτά τα ελλείμματα, αντιστοιχεί στο 70% του συνολικού εξωτερικού χρέους όλων των χωρών του πλανήτη. Ποιες χώρες είναι εκείνες που πρωτίστως χρηματοδοτούν το εξωτερικό χρέος των ΗΠΑ; Η Ιαπωνία είναι από μόνη της ο μεγαλύτερος χρηματοδότης των ΗΠΑ μέσα από την αγορά ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου. Ακολουθούν η Κίνα, η Βρετανία, η Γερμανία, κοκ, ενώ τώρα τελευταία αυξάνει το μερίδιο και της Γαλλίας. Αν αυτές οι χώρες αποφάσιζαν ξαφνικά να σταματήσουν τις αγορές αμερικανικών ομολόγων, η πολιτική της κυβέρνησης Μπους αλλά και η ίδια η οικονομία των ΗΠΑ θα κατέρρεαν. Γιατί δεν το κάνουν, ιδίως τη στιγμή που πρόκειται για ιμπεριαλιστικές χώρες με ανταγωνιστικά συμφέροντα; Διότι η συντήρηση μιας τόσο ελλειμματικής οικονομίας από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό βασίζεται πρώτα και κύρια στο γεγονός της παγκόσμιας οικονομικής του κυριαρχίας.    
Αυτός είναι κι ο βαθύτερος λόγος της εντυπωσιακής ταύτισης πολιτικής ανάμεσα, πχ., σε Μπους και Μπλερ, ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ότι δεν συγκρούονται αντιτιθέμενα συμφέροντα ανάμεσα σε ιμπεριαλιστές. Μόνο που σήμερα η κυρίαρχη μορφή των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων δεν είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε ισχυρά κράτη ή ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς κρατών, όπως ήταν παλιότερα. Δεν αφορά, όπως παλιότερα, την αναδιανομή σφαιρών επιρροής και αγορών ανάμεσα σε αντίπαλους «πόλους» ιμπεριαλιστικής ισχύος, αλλά τη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής «αυτονομίας» χωρών όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία, κοκ απέναντι στην απροκάλυπτη οικονομική και πολιτική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σήμερα δεν αφορούν στο πως κατανέμεται η παγκόσμια κυριαρχία. Το παιχνίδι της παγκόσμιας κυριαρχίας, τουλάχιστον προς το παρόν, έχει κριθεί. Σήμερα η σύγκρουση διεξάγεται, τουλάχιστον όσον αφορά στο πολιτικό πεδίο, πρώτα και κύρια στο ίδιο το εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών χωρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα οι ΗΠΑ επιλέγουν και προωθούν απροκάλυπτα «δικούς τους» υποψηφίους στις πολιτικές ηγεσίες αστικών κομμάτων και κυβερνήσεων στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Ο Σαρκοζί στη Γαλλία, η Μέρκελ στη Γερμανία, ο Κοϊζούμι στην Ιαπωνία, κοκ. δεν κρύβουν ότι είναι «άνθρωποι των Αμερικανών», ούτε οι ΗΠΑ κρύβουν ότι πρόκειται για «δικά τους παιδιά». Στο σημερινό κόσμο έχουμε περισσότερους «Αμερικανούς» πρωθυπουργούς και προέδρους κυβερνήσεων σε μεγάλες και μικρές χώρες απ’ ό,τι υπήρξαν ποτέ αποικιακοί τοποτηρητές και κυβερνήτες της Βρετανικής αυτοκρατορίας.
Σήμερα οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην ίδια την ΕΕ θυμίζουν εποχές Πιουριφόι και «δημοκρατίας της μπανάνας». Να θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο κ. Μπαρόζο, ως επικεφαλής της Κομισιόν, ήταν επιλογή που επέβαλαν οι ΗΠΑ. Ο περίφημος και ανυπόστατος «γαλλογερμανικός άξονας» δεν κατόρθωσε ούτε καν να προωθήσει τον δικό του υποψήφιο. Γιατί επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ ο κ. Μπαρόζο; Για να εγγυηθεί την άμεση, ταχύτερη και πληρέστερη προώθηση των πολιτικών εξ Ουάσινγκτον, που ο προκάτοχός του Πρόντι απέτυχε να κάνει. Έτσι, για παράδειγμα, η γνωστή οδηγία Μπολκεστάιν για τη «φιλελευθεροποίηση των δημόσιων υπηρεσιών» στην πραγματικότητα είναι η ίδια παλιά οδηγία που απέτυχε να προωθήσει ο κεντροαριστερός Πρόντι, παρά τις ρητές δεσμεύσεις του προς την Ουάσινγκτον. Το πρώτο πράγμα που απαίτησαν οι ΗΠΑ, ο ίδιος ο Μπους, από τον νεοεκλεγέντα Μπαρόζο είναι η άμεση προώθηση της «φιλελευθεροποίησης των υπηρεσιών» στην ΕΕ. Στις λεγόμενες «νομοπαρασκευαστικές επιτροπές» του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, όπως και στις συνεδριάσεις των ειδικών επιτροπών της Κομισιόν, η παρέμβαση των Αμερικανών δεν περιορίζεται μόνο στη φυσική τους παρουσία ή στα τηλεφωνήματα των υπουργών τους, αλλά και στην απαίτησή τους να μετέχουν ενεργά σε κάθε φάση της διαμόρφωσης των πολιτικών που τους ενδιαφέρουν άμεσα. Σήμερα οι περισσότερες ευρωπαϊκές οδηγίες σε κεντρικές επιλογές δεν φέρουν μόνο τη σφραγίδα των ΗΠΑ, αλλά συχνά διαμορφώνονται, τουλάχιστον σ’ ένα πρώτο στάδιο, από τις δικές τους υπηρεσίες. Να θυμηθούμε ότι ο κ. Ζισκάρ ντ’ Εστέν, ο γνωστός πρόεδρος της «συντακτικής συνέλευσης» που εκπόνησε το τερατούργημα της «ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης», ομολογούσε σε περιοδεία του στις ΗΠΑ στις αρχές του 2005 ότι ως πρότυπο του «ευρωσυντάγματος» στάθηκε το αμερικανικό σύνταγμα, αλλά οι συνταγματικές παραδόσεις των ευρωπαϊκών χωρών που έπρεπε να αντιμετωπιστούν και να ξεπεραστούν επέβαλαν μια πολυσέλιδη και εκτεταμένη «συνταγματική συνθήκη» σε αντίθεση με τη «λιτότητα» του αμερικανού συντάγματος.
Αυτή η απροκάλυπτη παρέμβαση των ΗΠΑ, ο ρόλος του επικυρίαρχου που ασκούν στην ΕΕ έχουν οδηγήσει ακόμη και συντηρητικούς πολιτικούς των ιμπεριαλιστικών κρατών να διαμαρτύρονται δημόσια. Όμως κανένας τους δεν έχει τολμήσει να αμφισβητήσει έμπρακτα την κυριαρχία των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η αποδοχή της υποψηφιότητας της Τουρκίας στην ΕΕ. Ολόκληρος ο ευρωπαϊκός τύπος χαρακτήρισε το γεγονός αυτό ως επιτυχία της Κοντολίζα Ράις, η οποία καθόλη τη διάρκεια της συνόδου κορυφής βρισκόταν στο τηλέφωνο με τους Ευρωπαίους ηγέτες, έδινε οδηγίες και υπαγόρευε εντολές. Η κατάσταση αυτή οδήγησε τόσο τον Σιράκ όσο κι ορισμένους άλλους ηγέτες να διαμαρτυρηθούν για το «ασφυκτικό περιβάλλον» πιέσεων που είχε δημιουργήσει η κ. Ράις. Τόλμησαν, όμως, να αντιταχθούν στις πιέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ; Ούτε κατά διάνοια, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν πολύ καλά πως η σύνδεση της Τουρκίας εξυπηρετεί πρωταρχικά τα σχέδια των ΗΠΑ για την ενίσχυση των θέσεών τους τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και στον καθορισμό των προοπτικών της. Αυτό ήταν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της απόφασης περί «ενταξιακών διαπραγματεύσεων» με την Τουρκία και σωστά το κείμενο διακήρυξης το αναφέρει ως τέτοιο. Το γεγονός ότι υπάρχουν τμήματα της αστικής τάξης και του κεφαλαίου, ιδίως εκείνα που είναι περισσότερο δικτυωμένα με τα αμερικανικά συμφέροντα και τις πολυεθνικές, τόσο στην Ελλάδα όσο κυρίως στις ισχυρότερες χώρες της ΕΕ, τα οποία θα κοιτάξουν να επωφεληθούν από την εκμετάλλευση του άθλιου χαρακτήρα της «αγοράς εργασίας» και του πολιτικού συστήματος στην Τουρκία, δεν αναιρεί το κύριο, το βασικό: ότι πρόκειται για μία ακόμη πολιτική απόδειξη της υποταγής της ΕΕ στις ΗΠΑ.
Όσοι στις σημερινές συνθήκες φαντάζονται ότι υπάρχουν δυο «πόλοι» του ιμπεριαλισμού, οι ΗΠΑ και η ΕΕ, που ανταγωνίζονται για την παγκόσμια κυριαρχία, όχι μόνο αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, αλλά διολισθαίνουν επικίνδυνα στην αγκαλιά της κυρίαρχης προπαγάνδας, η οποία θέλει να εμφανίζει την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» ως υπαρκτό ή οιονεί «εναλλακτικό πόλο» στις ΗΠΑ. Καμιά διαφοροποίηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ δεν αφορούσε στις κύριες επιλογές εξ Ουάσινγκτον αλλά σε επιμέρους χειρισμούς, ακόμη και όταν έθιγαν άμεσα τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα χωρών όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πόλεμος στο Ιράκ. Η Γαλλία πρωτίστως και η Γερμανία δευτερευόντως έλεγχαν το «πακέτο» των συνολικών οικονομικών δοσοληψιών του καθεστώτος Σαντάμ. Αυτό ανατράπηκε με την εισβολή και κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ. Σήμερα οι ΗΠΑ έχουν στα χέρια τους ολόκληρη την «πίτα» του Ιράκ με εξαίρεση ένα μικρό μερίδιο που έχουν παραχωρήσει στους Βρετανούς. Πώς αντέδρασαν η Γαλλία και η Γερμανία; Δημόσια με δηλώσεις «αποστάσεων» από την ενέργεια των ΗΠΑ και κρυφά με την πλήρη πολιτικο-στρατιωτική στήριξη της όλης επιχείρησης. Σήμερα έχει αποκαλυφθεί ότι τόσο η Γαλλία του Σιράκ όσο και η Γερμανία του Σρέντερ πρόσφεραν ευθύς εξαρχής κάθε δυνατότητα στρατιωτικής διευκόλυνσης στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράκ, παρά το γεγονός ότι αρνούνταν την επίσημη συμμετοχή τους. Μάλιστα έχει καταγγελθεί ακόμη και μυστική συμμετοχή ειδικών μονάδων του γαλλικού και του ερμανικού στρατού στις «εκκαθαρίσεις» στο Ιράκ, από την εποχή της πιο έντονης φραστικής αντιπαράθεσης της Γαλλίας και Γερμανίας με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Σήμερα είναι γνωστό πως οι ΗΠΑ ασκούν έναν πρωτοφανή στα ιστορικά χρονικά οικονομικό και πολιτικό έλεγχο, άμεσα και έμμεσα, στα παγκόσμια κοιτάσματα πετρελαίου. Αυτό έχει ευνοήσει ένα τρελό παιχνίδι κερδοσκοπίας με τις τιμές του πετρελαίου στις χρηματιστικές αγορές, προς όφελος μιας απροκάλυπτης «συμμαχίας» συμφερόντων της κυβέρνησης Μπους και των μεγαλύτερων πολυεθνικών ενέργειας. Η κατάσταση αυτή, εκτός από όλες τις άλλες δραματικές συνέπειες, δημιουργεί πρόσθετες συνθήκες ασφυξίας για την οικονομία των ισχυρότερων χωρών της ΕΕ, που εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια βρίσκονται σε συνθήκες χρόνιας ύφεσης. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή στην ΕΕ, ιδίως των πιο ισχυρών οικονομικά χωρών, παραμένει εδώ και χρόνια στάσιμη, με μικρές διακυμάνσεις γύρω από το 0. Αποτέλεσμα είναι η υποχώρηση του ειδικού βάρους χωρών όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Βρετανία και των άλλων ανεπτυγμένων οικονομιών της «ευρωζώνης» στην παγκόσμια παραγωγή προς όφελος των ΗΠΑ. Την ίδια περίοδο, χάρη στις πολιτικές της Ουάσινγκτον, ενώ η συνολική οικονομία των ΗΠΑ επεκτείνεται, ακόμη πιο ραγδαία αναπτύσσεται και η «δεύτερη οικονομία» των ΗΠΑ, αυτή δηλαδή των επιχειρήσεων ανά τον κόσμο των πολυεθνικών με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα αυτή η «δεύτερη οικονομία» ισοδυναμεί με το 80% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, όταν στη δεκαετία του ’80 βρισκόταν γύρω στο 40%. Αντίθετα, η «δεύτερη οικονομία» των ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ συρρικνώνεται δραματικά παρά την επέκταση της «πρώτης οικονομίας», μέσω κυρίως των πολιτικών διεύρυνσης της ΕΕ. Πώς αντιδρά σε όλα αυτά η ιμπεριαλιστική ΕΕ; Απλούστατα με τη «συμμόρφωσή» της στις επιταγές των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα διατυπώνει κάποιες επιμέρους διαφωνίες.
Η ΕΕ σήμερα δεν αποτελεί έναν ακόμη «πόλο» του ιμπεριαλισμού αλλά οργανικό κομμάτι του «ευρωατλαντισμού», ένα καταναγκαστικό πλαίσιο επιβολής πολιτικών και υποταγής χωρών και λαών προς όφελος της παγκόσμιας κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, που σήμερα εκφράζεται πρωταρχικά από τις ΗΠΑ. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και μ’ αυτή την έννοια το αίτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ σήμερα δεν συνιστά απλά τη διάρρηξη των δεσμών εξάρτησης από έναν μόνο «πόλο» του ιμπεριαλισμού, αλλά στρέφεται αναγκαστικά και εναντίον του καθεστώτος υποτέλειας από τις ΗΠΑ. Στην ουσία του αποτελεί πλήγμα στο πλέγμα εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό συνολικά, του οποίου η κυρίαρχη έκφραση σήμερα είναι η παντοκρατορία των ΗΠΑ, ακόμη και μέσα από την ΕΕ.  

Υπάρχουν «κοινά συμφέροντα» ανάμεσα στις αστικές τάξεις των διαφόρων χωρών;
 
Μπορούν όλες αυτές οι ταυτίσεις στις κεντρικές επιλογές και κατευθύνσεις να εξηγηθούν μέσα από την κυριαρχία κάποιων «κοινών συμφερόντων» ανάμεσα στις αστικές τάξεις των χωρών της ΕΕ και των ΗΠΑ; Από πότε, όμως, στις δοσοληψίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές πρυτανεύει το «κοινό συμφέρον»; Το γεγονός ότι υπάρχουν καπιταλιστές που κυριαρχούν σε όλες τις χώρες και εκμεταλλεύονται τους λαούς και τις εργατικές τάξεις καθόλου δεν σημαίνει ότι πρυτανεύουν ανάμεσά τους «κοινά συμφέροντα». Το συμφέρον που κυριαρχεί ανάμεσα στους καπιταλιστές είναι η ιδιοτέλεια στο κυνήγι του μεγαλύτερου κέρδους, που οδηγεί αναγκαστικά στον ανταγωνισμό, στη σύγκρουση, στην εξοντωτική πάλη αναμεταξύ τους για μεγαλύτερα μερίδια αγοράς, για προνόμια και πρόσθετα κέρδη. Η ανάγκη να συντριβεί, να εκτοπιστεί ή να απορροφηθεί ο ανταγωνιστής στην αγορά αποτελεί την πιο θεμελιώδη, ενστικτώδη ανάγκη του καπιταλιστή. Διαφορετικά δεν μπορεί να επιβιώσει ούτε ο ίδιος, μιας και δεν μπορεί να υπάρξει συσσώρευση του κεφαλαίου γενικά. Οι επιχειρηματικές συμπράξεις ή συμφωνίες, στο βαθμό που δεν αποτελούν «κοινά μέτωπα» στην πάλη του ανταγωνισμού, συνιστούν περιστασιακές ανάπαυλες, που οδηγούν τελικά σε μια πιο οξυμένη ανταγωνιστική σύγκρουση.
Η ιστορική διαιώνιση του καπιταλισμού ως σύστημα δεν επιτυγχάνεται γιατί οι καπιταλιστές και γενικά η αστική τάξη έχουν μία ενιαία άποψη, θέση και στάση για τα συμφέροντά τους, ούτε γιατί γενικά υπερισχύει το «κοινό συμφέρον» του εκμεταλλευτή έναντι των εκμεταλλευόμενων. Μια τέτοια άποψη θα μας οδηγούσε σε ηθικολογικές αντιλήψεις που αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως μια «μεγάλη συνωμοσία» των πλουσίων εναντίον των φτωχών. Η δύναμη που εξασφαλίζει τη συνέχεια του καπιταλισμού είναι ο ανταγωνισμός, ο οποίος εκδηλώνεται πρωταρχικά ανάμεσα στους καπιταλιστές. Η εκμετάλλευση του εργάτη από τον καπιταλιστή δεν γίνεται για τη χαρά του κέρδους γενικά αλλά κάτω από την αδήριτη ανάγκη της αναπαραγωγής και της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Μόνο που αναπαραγωγή και συσσώρευση δεν μπορούν να υπάρξουν αν ο καπιταλιστής δεν αναμετρηθεί με τους ομοίους του στην αγορά, για να αποκτήσει η παραγωγή και η ιδιοκτησία του «ανταλλακτική αξία». Οι ανάγκες του ανταγωνισμού είναι που σπρώχνουν τον καπιταλιστή να αναζητήσει διαθέσιμη εργατική δύναμη στη χαμηλότερη δυνατή τιμή, να διεκδικήσει καλύτερη θέση στην αγορά, να αντλήσει νέα κεφάλαια και να εξασφαλίσει καλύτερη δικτύωση σ’ όλα τα επίπεδα της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής. Γι’ αυτό και πολύ εύστοχα ο Μαρξ θεωρούσε ότι ο ανταγωνισμός του κεφαλαιοκράτη με τον εργάτη, αλλά και των εργατών μεταξύ τους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά έκφραση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό του ίδιου του κεφαλαίου, ανάμεσα στους ίδιους τους καπιταλιστές. Και αυτός ο ανταγωνισμός μετεμφυτεύεται διαρκώς σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, με πρώτη και κύρια την οικονομία, έως ότου οδηγήσει τους πάντες σε σύγκρουση με τους πάντες, όχι μόνο τους καπιταλιστές μεταξύ τους ή τους καπιταλιστές με τους εργάτες αλλά και τους εργάτες με τους εργάτες, όπως και τους αστούς με τους αστούς. Όσο πιο ανεπτυγμένος είναι ο καπιταλισμός τόσο πιο καθολικός και εξοντωτικός γίνεται ο ανταγωνισμός.
Με το μονοπώλιο ο ανταγωνισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του. Μάλιστα τα σύγχρονα πολυεθνικά μονοπώλια έχουν οδηγηθεί σε τέτοιο επίπεδο συγκέντρωσης κεφαλαίου που οι διεθνείς άμεσες επενδύσεις τους είναι κατά 90% εξαγορές και συγχωνεύσεις, όταν σε ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο έως και τη δεκαετία του ’80 το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπέρασε το 40%. Με άλλα λόγια, οι πολυεθνικές σήμερα δεν μπαίνουν ούτε καν στον κόπο να επενδύσουν εξαρχής, για να διεκδικήσουν την αγορά από το διεθνή ή τοπικό ανταγωνισμό, απλώς εξαγοράζουν ή απορροφούν τους ανταγωνιστές τους, περιορίζοντας δραστικά τα όποια περιθώρια δράσης σε οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική μορφή. Με τον τρόπο αυτό οι πολυεθνικές έχουν τη δυνατότητα να μετεμφυτεύουν τον εξοντωτικό ανταγωνισμό σε οποιαδήποτε αγορά του κόσμου, όσο περιθωριακή ή προφυλαγμένη κι αν είναι. Στη βάση αυτή οι σύγχρονες αγορές έχουν μεταβληθεί σε «συγκοινωνούντα δοχεία», όπου βασιλεύει η αδυσώπητη αναμέτρηση δύναμης ανάμεσα σε γιγαντιαία επιχειρηματικά συγκροτήματα. Σ’ αυτή την αναμέτρηση δεν υπάρχουν ούτε όρια ούτε κανόνες, τα πάντα είναι στην διάθεση του ανταγωνισμού για την επικράτηση του ισχυροτέρου. Ακόμη και ο πόλεμος έχει πια μετατραπεί σε μέσο οικοδόμησης μιας πιο ανταγωνιστικής παγκόσμιας οικονομίας.
Πότε οι καπιταλιστές αναγκάζονται να πάνε κόντρα στη φύση τους και να αναδείξουν το «κοινό συμφέρον» τους; Μόνο όταν απειλούνται άμεσα και πρακτικά από τον «κοινό εχθρό» τους. Και αυτός δεν είναι άλλος από το εργατικό και λαϊκό κίνημα. Όποτε οι αστικές τάξεις, οι καπιταλιστές νιώθουν ότι περιορίζονται ασφυκτικά οι ορίζοντές τους, ότι απειλούνται από την άνοδο της πάλης του λαού και της εργατικής τάξης, μόνο τότε θυμούνται ότι έχουν «κοινά συμφέροντα», δηλαδή το «κοινό συμφέρον» της πολιτικής και κοινωνικής τους επιβίωσης ως σύστημα εκμετάλλευσης. Στις διεθνείς σχέσεις του ιμπεριαλισμού, μόνο σε μία ιστορική περίοδο κατόρθωσε να υπερισχύσει το «κοινό συμφέρον» όλων των ιμπεριαλιστών. Και αυτή ήταν η εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού, που συνδέθηκε αντικειμενικά και άμεσα με τη ραγδαία άνοδο των οργανωμένων κινημάτων της εργατικής τάξης σε όλες τις χώρες και των λαϊκών κινημάτων που σύντριψαν το φασισμό και την αποικιοκρατία. Υπάρχει κάποια τέτοια απειλή στον ορίζοντα, που θα εκβίαζε σήμερα τη «συμμαχία» των ιμπεριαλιστών ως παγκόσμιο σύστημα. Όχι βέβαια.
Ποτέ άλλοτε δεν στάθηκε δυνατό να υπερισχύσει κάποιο άλλο «κοινό συμφέρον» που θα μπορούσε να συνενώσει τους ιμπεριαλιστές. Οι «συμμαχίες» και οι «συνασπισμοί» τους ήταν πάντα λυκοφιλίες στις παραμονές γενικευμένων αναμετρήσεων, που δύο φορές στον 20ο αιώνα οδήγησαν σε παγκόσμιο πόλεμο. Ο κανόνας στον ιμπεριαλισμό είναι η διαρκής μάχη για την οικονομική διαίρεση του κόσμου ανάμεσα στα κυρίαρχα κρατικομονοπωλιακά συγκροτήματα κάθε εποχής. Θα ήταν μάλλον παράξενο να φανταστεί κανείς ότι σήμερα μπορεί να ισχύσει κάτι άλλο. Και αυτό γιατί το μόνο «κοινό συμφέρον» ανάμεσα σε καπιταλιστές και ιμπεριαλιστές είναι το συμφέρον της επιβολής του ενός πάνω στον άλλο, το συμφέρον να επικρατήσει ο ένας στον ανταγωνισμό εις βάρος του άλλου.
Το γεγονός λοιπόν ότι η αστική τάξη της Ελλάδας ή οι αστικές τάξεις της ΕΕ «αναγνωρίζουν» την ηγεμονία των ΗΠΑ οφείλεται πρώτα και κύρια στο γεγονός ότι το αμερικανικό κεφάλαιο επικρατεί στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και επιβάλλει ένα καθεστώς εξάρτησης και υποταγής ακόμη και σε ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες. Η κατάσταση αυτή επιδρά καταλυτικά και στο εσωτερικό της αστικής τάξης σε κάθε χώρα, επιφέροντας ακόμη και στις μονοπωλιακές της κορυφές σοβαρές διαφοροποιήσεις και ανατροπές. Τα τμήματα εκείνα που δικτυώνονται περισσότερο με τα αμερικανικά συμφέροντα, που οικοδομούν σχέσεις με το αμερικάνικο χρηματιστικό κεφάλαιο και συνδέονται οργανικά με την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας με τους ρυθμούς και τους όρους που επιβάλλουν οι ΗΠΑ παίρνουν το πάνω χέρι στην κορυφή της αστικής τάξης και επιδιώκουν να μεταλλάξουν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» το συνολικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο συγκρότησης της κάθε χώρας. Στη βάση αυτή έχει δημιουργηθεί μια διεθνής κρατικομονοπωλιακή ολιγαρχία, αποτελούμενη από τα επιτελεία των πολυεθνικών, των μεγάλων χρηματιστικών ομίλων και των διεθνών οργανισμών, που διαπλέκεται σε υπερεθνικό επίπεδο και μετεμφυτεύεται στις κορυφές της αστικής πολιτικής σε κάθε χώρα, μεγάλης και μικρής. Έμβλημα αυτής της διεθνούς ολιγαρχίας είναι το έμβλημα της κυρίαρχης οικονομικής δύναμης του ιμπεριαλισμού, δηλαδή των ΗΠΑ. Όχι γιατί αντλεί την εθνική καταγωγή της από τις ΗΠΑ, αλλά γιατί έχει συνδέσει την υπερεθνική της επιβολή πρώτα και κύρια με την κυριαρχία των ΗΠΑ.
Αυτό το νόημα έχει και το κίνημα «εξαμερικανισμού» της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτικής των ευρωπαϊκών χωρών που φαίνεται να εκφράζουν σήμερα οι περισσότερες από τις ηγεσίες των κομμάτων εξουσίας στην ΕΕ και όχι μόνο. Αυτό το νόημα είχε άλλωστε και ο διαχωρισμός της Ευρώπης από τους Αμερικανούς σε «παλιά» και «νέα» Ευρώπη. Στο έδαφος αυτό εμφανίζονται απειλές ακόμη και για την εθνική υπόσταση ακόμη και μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών, όπως η Γαλλία. Οι συγκρούσεις που εκδηλώνονται στο εσωτερικό των αστικών κομμάτων εξουσίας αλλά και ανάμεσά τους εκφράζουν τις περισσότερες φορές με ιδιότυπο τρόπο τη σύγκρουση ανάμεσα στους εκφραστές του σύγχρονου ιμπεριαλισμού της επικυριαρχίας των ΗΠΑ και εκείνους που επιμένουν να υπερασπίζονται τις παλιότερες μονοπωλιακές και ιμπεριαλιστικές δομές. Η σύγκρουση των «νέων Εργατικών» του Μπλερ με τους «παλιούς» ηγέτες του κομματός του, αλλά και ανάμεσα στους παραδοσιακούς και «νέους» Τόρηδες στη Βρετανία, καθώς και η σύγκρουση στο εσωτερικό του κόμματος του Σιράκ σχετικά με την ανάγκη να απαλλαγεί από τις παραδοσιακές ντεγκολικές αναφορές, όπως και οι συγκρούσεις κορυφής στο Γαλλικό Σοσιαλιστικό κόμμα σχετικά με το «κονωνικό πρότυπο» της Γαλλίας δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από το πλαίσιο που αναφέραμε. Όμως στο έδαφος του ιμπεριαλισμού καμιά τύχη δεν μπορεί να έχει η υπεράσπιση της «γαλλικότητας», της «βρετανικότητας», ή της «ευρωπαϊκότητας» έναντι της επικυριαρχίας των ΗΠΑ εκτός από τον εκφυλισμό της σε μια γενικευμένη αντιδραστική αναμέτρηση σκοταδισμού, σε μια ολοκληρωτική πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση. Γι’ αυτό και όσοι ονειρεύονται την ΕΕ ως «αντίπαλο πόλο» του ιμπεριαλισμού έναντι των ΗΠΑ δεν είναι απλά αιχμάλωτοι μιας αντιδραστικής ουτοπίας, αλλά επιθυμούν στην πράξη να σπρώξουν τις εσωτερικές συγκρούσεις των ιμπεριαλιστών έως την τελική αναμέτρηση, ό,τι κι αν σημαίνει κάτι τέτοιο για την ανθρωπότητα ως σύνολο.
Οι σημερινές συμμαχίες, συνασπισμοί, διεθνείς οργανισμοί και μηχανισμοί παρέμβασης, όπως είναι η ΕΕ, συνιστούν τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική της παγκόσμιας κυριαρχίας των ΗΠΑ. Ένα καθεστώς παγκόσμιας κυριαρχίας που δεν βασίζεται τόσο στην πολιτικο-στρατιωτική ισχύ της χώρας, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι αντιπροσωπεύει τις πιο ανεπτυγμένες μορφές και δράσεις του σύγχρονου πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Γι’ αυτό και η κυριαρχία των ΗΠΑ δεν χρειάζεται να εκφράζεται ως αυτοκρατορία με τη μορφή που είχε η βρετανική παντοκρατορία το 19ο αιώνα, ενώ ταυτόχρονα έχει δυνατότητες διείσδυσης, καθυπόταξης, υποδούλωσης και επιβολής που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε καμιά μορφή αποικιοκρατικού ιμπεριαλισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου