Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Περί «ανθρωπιστικού πολέμου» και διεθνούς δικαίου.




Η ωμότητα του επεμβατικού πολέμου εναντίον του Ιράκ και η κατοπινή επιβολή απροκάλυπτου καθεστώτος κατοχής σε μια ανεξάρτητη χώρα, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, ξύπνησε πολλές συνειδήσεις στην αριστερά και εκτός αυτής. Πολλοί διαδήλωσαν και εξακολουθούν να διαδηλώνουν ενάντια σ’ αυτή την εξόχως προκλητική και άκρως επικίνδυνη κατάσταση. Όμως η διαμαρτυρία και η διάθεση αντιπαράθεσης με την κρατούσα πολιτική δεν υπήρξε ποτέ επαρκές εχέγγυο, ούτε αρκετή απόδειξη πραγματικής αντιπολίτευσης ενάντια στους κρατούντες.
Το άρθρο του Άρη Δεληβέρη, «ανθρώπινα δικαιώματα και πόλεμος» (Εμπρός, τ.14-15), επιχειρεί να ανιχνεύσει τις θεωρητικές ρίζες του νέου επίσημου δόγματος πολέμου, που συχνά αποκαλείται «ανθρωπιστικός». Κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα, σε μια εποχή όπου κυριαρχεί στην αριστερά όχι μόνο μια γενικευμένη θεωρητική αφασία, αλλά και μια πρωτοφανής ιδεολογική συνθηκολόγηση της πολιτικής γενικά. Δυστυχώς όμως το άρθρο διολισθαίνει σε μια εγχειριδιακή ευκολία ανάλυσης των ζητημάτων. Πιο συγκεκριμένα ο αρθρογράφος φαίνεται να υιοθετεί άκριτα τα κλισέ της επίσημης «διεθνολογίας» κι έτσι οδηγείται να αρνείται τις πιο ακραίες συνέπειες της αντιδραστικής λογικής του «ανθρωπιστικού πολέμου», αφού την έχει υιοθετήσει ως προοδευτική και μάλιστα «επαναστατική»!

Το άρθρο ξεκινά με την παραδοχή ότι το δόγμα του «ανθρωπιστικού πολέμου» είναι «αντίληψη επαναστατική» – ίσως ο αρθρογράφος να εννοεί αντίληψη καινοτόμα, ή σύγχρονη – η οποία «επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τους βασικούς κανόνες των διεθνών σχέσεων που ισχύουν τα τελευταία 350 χρόνια από τη συνθήκη της Βεστφαλίας». Ποιοι ήταν αυτοί οι «βασικοί κανόνες» διεθνών σχέσεων που ανέδειξε η συνθήκη της Βεστφαλίας και «ισχύουν» εδώ και 3,5 αιώνες; Κατά τον αρθρογράφο είναι η «ισότητα των κρατών, κυριαρχία, μη-επέμβαση»! Βέβαια, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σωστά όταν μένει κανείς στις αναλύσεις των επίσημων «διεθνολόγων» και μάλιστα των πιο συντηρητικών του είδους, αλλά δυστυχώς δεν έχουν καμμιά σχέση με την ιστορική αλήθεια. Όποιος έχει έστω και στοιχειωδώς μελετήσει την ιστορία, γνωρίζει πολύ καλά ότι κάθε άλλο παρά αυτοί ήταν οι «βασικοί κανόνες» στις διεθνείς σχέσεις από το 17ο αιώνα έως σήμερα. Αντίθετα, η υπονόμευση κάθε έννοιας κυριαρχίας, η πολιτική, στρατιωτική και κυρίως η οικονομική υποδούλωση, αλλά και η ανοιχτή επέμβαση, η γνωστή ως «πολιτική των κανονιοφόρων», αποτελούσαν τους «βασικούς κανόνες» του παγκόσμιου συστήματος διεθνών σχέσεων από την πρώτη κιόλας στιγμή. Κι αυτό δεν ήταν απλά μια «παρεκβατική συμπεριφορά» των κρατών ενάντια σε «διεθνείς κανόνες και συνθήκες», όπως συνήθως λέγεται, αλλά διέθετε ανέκαθεν «δικαιακή» υπόσταση στην κυρίαρχη θεωρία και πρακτική των διεθνών σχέσεων κάθε περιόδου.

Τι νέο έφερε η συνθήκη της Βεστφαλίας;
Με τη συνθήκη ειρήνης της Βεστφαλίας τον Οκτώβριο 1648 δεν έκλεισε απλά ο τριακονταετής πόλεμος, αλλά άνοιξε επίσημα και μια νέα εποχή διεθνών σχέσεων που στηριζόταν πλέον ξεκάθαρα στην οικονομική και πολιτική ιδιοτέλεια των πιο ισχυρών μοναρχιών της εποχής. Καταρχήν καθιέρωναν όχι την εθνική κυριαρχία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, αλλά το αυτεξούσιο του κράτους και παραπέρα του ηγεμόνα μιας χώρας. Η κρατική εξουσία ως αυτοσκοπός, ή κατά τα λεγόμενα της εποχής reason detat, αυτή ήταν η θεμελιώδης αρχή που έφερναν στο προσκήνιο των διεθνών σχέσεων οι συνθήκες της Βεστφαλίας.
Την εποχή αυτή η έννοια «έθνος» και «εθνικότητα» ταυτιζόταν με το κράτος και επομένως η έννοια της «εθνικής κυριαρχίας» αφορούσε το απόλυτο δικαίωμα της εξουσίας να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της δίχως δεσμεύσεις. Έτσι η συνθήκη της Βεστφαλίας αναγνώριζε το δικαίωμα των ηγεμόνων της εποχής να καθορίζουν οι ίδιοι δίχως εσωτερικούς, ή εξωτερικούς περιορισμούς την επικρατούσα θρησκεία, τις οικονομικές σχέσεις και την πολιτική κατάσταση της χώρας τους. Το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν ως απόλυτα κυρίαρχο μόνο σε σχέση με τους ξένους ηγεμόνες, αλλά και απέναντι στους υπεξούσιους του κάθε κράτους.
Η έννοια αυτή του «έθνους» πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η απολυταρχία στη δυτική Ευρώπη διαπότισε και την κυρίαρχη σκέψη γύρω από τις διεθνείς σχέσεις έως την εποχή της μεγάλης γαλλικής επανάστασης. Ο Ούγκο Γκρότιους – που η επίσημη διεθνολογία θεωρεί κι ως έναν από τους ιδρυτές της – αντιλαμβανόταν ως εσωτερικό στοιχείο του «έθνους» την ίδια υποταγή που διακρίνει τη σχέση «του αφέντη με το σκλάβο», ενώ θεωρούσε ότι ο υπεξούσιος θα «πρέπει να υπομένει τη σκληρότητα και τις πολυτέλειες των ηγεμόνων του, όπως υπομένει κανείς τη ξηρασία, τις υπερβολικές βροχοπτώσεις, ή την όποια αναποδιά της φύσης»[1]. Για τους θεωρητικούς εκφραστές των κυρίαρχων διεθνών σχέσεων της εποχής αυτής, ο άνθρωπος στη «φυσική του κατάσταση» είναι σε διαρκή πόλεμο με το συνάνθρωπό του, διακατέχεται από άγρια επιθετικά ένστικτα και γι αυτό χρειάζεται μια «υπερισχύουσα αρχή», μια απόλυτη εξουσία – ένας Λεβιάθαν κατά τον Χομπς – ικανή να επιβάλει την τάξη και την ειρήνη. Για τους επίσημους εκφραστές των κυρίαρχων διεθνών σχέσεων έως τον 18ο αιώνα η έννοια «έθνος» χρησιμεύει για να προσδώσει «εθνικότητα σε μια συμμορία ληστών, σ’ ένα πλήρωμα από πειρατές, σ’ ένα καραβάνι από εμπόρους, ή σ’ ένα πλήρωμα εμπορικού πλοίου», όπως σχολίαζε εύστοχα ο αμερικανός δικαστής Μπέβερλι Τάκερ στα τέλη του 19ου αιώνα, έτσι ώστε η «εθνικότητα» να ταυτιστεί «με το δικαίωμα στην υποταγή»[2].
Στη βάση αυτής της αντίληψης για το «έθνος» η συνθήκη ειρήνης της Βεστφαλίας αποκατέστησε και τα «πανάρχαια δικαιώματα» των διαφόρων πριγκίπων, ηγεμόνων και φεουδαρχών στο έδαφος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, κατακερματίζοντας τη Γερμανία σε περισσότερα από 300 κρατίδια. «Οι λόρδοι είχαν νικήσει», όπως ορθά έγραφε στις αρχές του 20ου αιώνα ο γερμανός προοδευτικός ιστορικός Μαξ Μπέερ, «και με τη νίκη τους η Γερμανία έμπαινε σε μια πολύ μακρά περίοδο οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής στασιμότητας και οπισθοδρόμησης. Τα άνθη του πολιτισμού των πόλεων μαράθηκαν. Ο πρώιμος καπιταλισμός παρέμεινε ένα απλό επεισόδιο. Οι χωρικοί ξανάπεσαν σε κατάσταση φεουδαρχικής εξάρτησης…Η Μεταρρύθμιση αποστεώθηκε και συχνά οπισθοδρόμησε, αποτελώντας μια από τις αιτίες του Τριαντακοενταετούς Πολέμου, από τον οποίο η Γερμανία… βγήκε εξαντλημένη, ντροπιασμένη, ανάπηρη και διαμελισμένη. Όμως η τάξη είχε επικρατήσει. Η ταξική πάλη είχε εξοντωθεί, όλες οι εξεγέρσεις είχαν ηττηθεί και η δύναμη του Γερμανικού λαού είχε εξανεμιστεί. Ολόκληρη η Γερμανική μιζέρια από το έτος 1550 έως σήμερα είναι αποτέλεσμα της επικράτησης των περιφερειακών πριγκίπων και γαιοκτημόνων…η ανάπτυξη της Γερμανίας είχε οπισθοχωρήσει για αιώνες»[3].
Αυτή η απολυταρχική έννοια του «έθνους» και της «εθνικότητας» ανατρέπεται με τη μεγάλη Γαλλική επανάσταση, όπου το έθνος ταυτίζεται πια με το λαό και η εθνική κυριαρχία γίνεται συνώνυμο της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτή ακριβώς η οργανική σχέση έθνους-λαού αποτέλεσε και την πηγή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Όμως, το γεγονός ότι το έθνος μετασχηματιζόταν από ιστορικό περίβλημα της απολυταρχίας, σε προνομιακό πεδίο των αγώνων κάθε λαού για πολιτική και κοινωνική χειραφέτησή του, εξανάγκαζε τις άρχουσες τάξεις όλο και περισσότερο να γοητεύεται από τις παλιές δοξασίες της εποχής της απολυταρχίας. Έτσι παρατηρούμε ακόμη και σήμερα μια ιδιαίτερη αγωνία για τη διάσωση ακόμη και των πιο αντιδραστικών παραδόσεων της συνθήκης της Βεστφαλίας. Πράγμα που φαίνεται και στο γεγονός ότι τα επίσημα εγχειρίδια επιμένουν προκλητικά, αν και εντελώς ανιστόρητα, να τη θεωρούν ως απαρχή των σύγχρονων διεθνών σχέσεων. Πρόκειται για μια άποψη που λανσαρίστηκε για πρώτη φορά από τους θεωρητικούς του ιμπεριαλισμού στα τέλη του 19ου αιώνα.
Μάλιστα το 1998 στην επέτειο των 350 χρόνων από τη συνθήκη, οργανώθηκαν από τα υπουργεία εξωτερικών της Γερμανίας, Γαλλίας και Βρετανίας σημαντικές εκδηλώσεις μνήμης στην πρωτεύουσα της Βεστφαλίας. Το γιατί εξηγείται σαφώς από έναν γερμανό διπλωμάτη, ο οποίος θεώρησε την επέτειο μια θαυμάσια ευκαιρία για να αναθεωρηθεί η παραδοσιακά αρνητική αντιμετώπιση της συνθήκης και των συνεπειών της ειδικά για τη Γερμανία: «Τώρα, με δεδομένο το ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης στη Γερμανία και την προοπτική της Ευρωπαϊκής ενοποίησης σε μια ‘Ευρώπη των περιφερειών’, αποδίδεται για μια ακόμη φορά θετικά ο ρόλος της Ειρήνης της Βεστφαλίας από τη στιγμή που άνοιξε το δρόμο για την εγκαθίδρυση μιας ειρηνικής τάξης πραγμάτων βασισμένης στις αρχές του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, το οποίο δεν διαμορφωνόταν πια από θρησκευτικές πεποιθήσεις»[4]. Με τη σειρά του το ΝΑΤΟ σε ειδικό σεμινάριο στα πλαίσια του Κολεγίου Άμυνας που διατηρεί στη Ρώμη διατύπωνε την εξής φιλοσοφία: «Όπως η Ειρήνη της Βεστφαλίας έληξε τους θρησκευτικούς εμφύλιους πολέμους του δέκατου έκτου και δέκατου εβδόμου αιώνα διαχωρίζοντας το κράτος και τη θρησκεία, έτσι και οι εθνικοί παγκόσμιοι πόλεμοι του εικοστού και εικοστού πρώτου αιώνα μπορούν να απαντηθούν με το διαχωρισμό του κράτους και τους έθνους»[5]. Μόνο που η απόσπαση του κράτους από το έθνος, όπως το επιδιώκει το ΝΑΤΟ, αλλά και οι ΗΠΑ με την ΕΕ, αφορά στην ουσία της μια προσπάθεια να ξεκοπεί παντελώς η εξουσία και οι μηχανισμοί της από την έστω και τυπική δυνατότητα έλεγχου από τη λαϊκή βάση, να αποσπαστεί το κράτος ακόμη και από τους τυπικούς περιορισμούς της λαϊκής κυριαρχίας, να οικοδομηθεί μια απρόσιτη κοσμοπολίτικη απολυταρχία σε διεθνές επίπεδο, με δικαίωμα ζωής και θανάτου σε χώρες και λαούς.

Πόσο νέο είναι το δόγμα του «ανθρωπιστικού πολέμου»;

Το δόγμα του «ανθρωπιστικού πολέμου», που λανσάρεται ποικιλοτρόπως τα τελευταία χρόνια, δεν είναι ούτε νέο, ούτε «κλυδωνίζει» το σύστημα των διεθνών σχέσεων της Ειρήνης της Βεστφαλίας, ούτε φυσικά υπόκειται σε καταχρήσεις από τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πολύ περισσότερο δεν αφορά καθόλου τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως και να τα κατανοεί κανείς. Αντίθετα, είναι μια σύγχρονη εκδοχή ενός πολύ παλιού δόγματος, που αφορά στο δικαίωμα των ισχυρών, ή των μεγάλων δυνάμεων κάθε εποχής να επεμβαίνουν ανοικτά ενάντια σε οτιδήποτε αντιλαμβάνονται ως «απειλή» ενάντια στη δική τους κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Κι αυτό το δόγμα μπορεί να το ανιχνεύσει κανείς ακόμη από την εποχή της συνθήκης της Βεστφαλίας. Ειδικά τα τελευταία άρθρα της συνθήκης περιγράφουν την ανάγκη διατήρησης της ειρήνης στην Ευρώπη, φυσικά στα μέτρα και στα σταθμά που είχε οριστεί από τους ισχυρούς της εποχής. Έτσι μια ενδεχόμενη «απειλή» εναντίον αυτής της ειρήνης υποχρέωνε τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης να συνασπιστούν ώστε να αντιμετωπίσουν δυναμικά τον «ένοχο». Απ’ αυτή την εποχή και έπειτα, η «διατήρηση της ειρήνης» θα αποτελέσει το βολικό πρόσχημα για κάθε ολοκληρωτικό πόλεμο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και όχι μόνο. Για την «υπεράσπιση της ειρήνης» στην Ευρώπη διεξήγαγε τις πολεμικές του επιχειρήσεις ο Ναπολέοντας. Για τη «διατήρηση της ειρήνης» υποτίθεται ότι συγκροτήθηκε και η Ιερή Συμμαχία.
Ο Τόμας Τζέφερσον 
      Το δικαίωμα της εξουσίας στους υπεξούσιούς της βασιζόταν σε αρχαία κληρονομικά δικαιώματα, τη θρησκεία, στις ίδιες της βλέψεις του ηγεμόνα. Η «Ευρώπη των Περιφερειών» δεν είναι παρά η σύγχρονη μετεμψύχωση του μεσαιωνικού πολυκερματισμού σε κρατίδια, πριγκιπάτα και προτεκτοράτα στη βάση της  «πανάρχαιας καταγωγής», που σήμερα πλασάρεται ως «πολυπολιτισμική ιδιαιτερότητα». Η κρατική υπόσταση χάνει το κυρίαρχο πολιτικό της στοιχείο ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και αποκτά ξανά «πολιτισμικά» χαρακτηριστικά. Η «ενότητα» εξουσίας και λαού δεν είναι πλέον πολιτική, αλλά «εθνολογική», «πολιτισμική», στη βάση των δοξασιών, των εθίμων και των πολιτισμικών ηθών.

 



[1] Hugo Grotius, On the Law of War and Peace (1625) αγγλική μετάφραση Λονδίνο, 1868.
[2] Beverly Tucker, A Running commentary on Vattel’s Law of Nations, Φιλαδέλφεια, 1883.
[3] Max Beer, The General History of Socialism and Social Struggles, τ. 2ος, Νέα Υόρκη, 1957.
[4] Gernot Sydow, “1648 – Peace of Westphalia. Turning point in German history”, German News, Οκτώβριος 1998.
[5] NATO after Prague, NATO Defense College, Ρώμη, Νοέμβριος, 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου