Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΓΣΕΕ εργατών και όχι εργοδοτών!


Μπροστά στο αίσχος της διετούς ΕΓΣΣΕ 2006-7



Ημέρες δόξας γνωρίζει ο εργατοπατερισμός στη ΓΣΕΕ. Με την υπογραφή της επαίσχυντης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) ο κ. Πολυζωγόπουλος κατακτά επάξια μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεο των εργατοπατέρων δίπλα στους Μακρή, Θεοδώρου, Καρακίτσο, Ραυτόπουλο. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι παλιότεροι διαφέντευαν τη ΓΣΕΕ ελέω διορισμού, ενώ ο απόγονός τους σήμερα χάρη στην απομαζικοποίηση των συνδικάτων, την επιχειρούμενη διάλυσή τους και την εσωτερική τους διάσπαση σε παραταξιακά ή προσωπικά «μαγαζάκια» κορυφών.

Αντί για εθνική συλλογική σύμβαση, συμφωνία «εργασιακής ειρήνης».


Η διετής συμφωνία που υπέγραψε η ηγεσία της ΓΣΕΕ συνιστά ένα επικοινωνιακό τέχνασμα για να συγκαλυφθεί η σκληρή αλήθεια. Δεν πρόκειται για μια Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση, αλλά για μια συμφωνία «εργασιακής ειρήνης» μπροστά στον καταιγισμό αντεργατικών μέτρων και αντιδραστικών «μεταρρυθμίσεων», που παίρνει η κυβέρνηση προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Πρόκειται για συμφωνία αφοπλισμού και υποταγής του συνδικαλιστικού κινήματος μπροστά στις όλο και μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος σήμερα. Αυτό είναι το κύριο, το βασικό κι όχι απλά και μόνο οι άθλιες μηδαμινές αυξήσεις που προβλέπει. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ΓΣΕΕ υπογράφει συμφωνία η οποία υπολείπεται τραγικά από τις απαιτήσεις ενός αξιοπρεπούς επιπέδου εργατικών αμοιβών. Όμως είναι η πρώτη φορά που η ηγεσία της προσυπογράφει μια συμφωνία «εργασιακής ειρήνης» σε μια στιγμή άγριας επίθεσης, η οποία θέτει άμεσα υπό αίρεση την ίδια την έννοια της εθνικής συλλογικής σύμβασης, την κατοχύρωση του βασικού μισθού, αλλά και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Κι επομένως με την υπογραφή της θέτει θέμα ύπαρξης της ίδιας της ΓΣΕΕ ως συνδικαλιστικής οργάνωσης, ως εκπροσώπου των εργαζομένων στην πάλη τους για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους.  
Οι υποτιθέμενες «διαπραγματεύσεις» ΓΣΕΕ-ΣΕΒ στήθηκαν για να κρύψουν μια ευρύτερη δικομματική «κοινωνική συναίνεση», που μεθοδεύτηκε στο παρασκήνιο με πρωταγωνιστές τις ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και με τις ευλογίες εργοδοτών και ΕΕ. Το ζητούμενο αυτής της «κοινωνικής συναίνεσης» είναι η ταχύτερη δυνατή προώθηση των καταστροφικών «διαρθρωτικών αλλαγών» με τις λιγότερες δυνατές κοινωνικές αντιδράσεις.
«Οι κοινωνικοί εταίροι», έγραφαν λίγες ημέρες πριν την τελική συμφωνία τα καλά πληροφορημένα παπαγαλάκια της δημοσιογραφίας, «βρίσκονται πολύ κοντά στην εκπλήρωση του χρέους τους. Στην εξεύρεση, δηλαδή, μιας κοινά αποδεκτής λύσης που, πάνω από όλα, λειτουργεί προς το συμφέρον της οικονομίας. Το ‘μπαλάκι’, πλέον, περνά στην κυβέρνηση που οφείλει να εκμεταλλευτεί τη θετική συγκυρία και να διδαχθεί από τα παραδείγματα διαλλακτικότητας και συναίνεσης που της δίδονται... Η κυβέρνηση πρέπει τώρα να επιχειρήσει να ανακτήσει τη χαμένη αξιοπιστία της. Να ανοίξει τη συζήτηση για τις διαρθρωτικές αλλαγές από την αρχή και επί της ουσίας. Η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να περιμένει μέχρι τις εκλογές.» (Ημερησία, 31/3/2006) Με άλλα λόγια η «κοινά αποδεκτή λύση» που μεθοδευόταν πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για την κυβέρνηση να ανοίξει και να προχωρήσει, πάντα με «συναίνεση», τις «διαρθρωτικές αλλαγές» χωρίς να περιμένει μέχρι τις εκλογές. Εδώ και τώρα γενική επίθεση σ’ ότι έχει απομείνει από εργατικό δικαίωμα και κατάκτηση. «Η οικονομία (του πιο κερδοσκοπικού, τοκογλυφικού και παρασιτικού κεφαλαίου) δεν μπορεί να περιμένει»!Η συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ συνιστά το «πράσινο φως» γι’ αυτή τη δίχως αναστολές επίθεση.
Ποιο είναι το ζητούμενο αυτής της «συναίνεσης»; Μας το ξεκαθάρισε ο κ. Σ. Κόκκαλης: «Σήμερα, καλούμαστε να συμβάλουμε ώστε η χώρα να πετύχει το άλμα προς τα εμπρός. Και το άλμα αυτό είναι η ήπια δημοσιονομική προσαρμογή, η μείωση του ελλείμματος, η σταθερότητα, έτσι ώστε να τεθούν στέρεες βάσεις και να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες για την προσέλκυση νέων επενδύσεων από Ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις,... Μέσα από το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που προωθεί η κυβέρνηση πιστεύω ότι μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι πως σε βάθος χρόνου θα το πετύχουμε.» (Ημερησία, 6/4/2006). Το όλο ζήτημα, δηλαδή, είναι στο πως θα υπάρξουν «οι απαραίτητες συνθήκες για την προσέλκυση νέων επενδύσεων από Ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις». Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύκλο μαζικών εξαγορών και συγχωνεύσεων στις μονοπωλιακές κορυφές του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου. Η υπερσυσσώρευση κερδών που απολαμβάνει το κεφάλαιο αναζητά διαρκώς πιο κερδοφόρες τοποθετήσεις. Κι αυτές αναζητούνται αγωνιωδώς μέσα από την ασύδοτη κερδοσκοπία στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, μέσα κυρίως από εξαγορές και συγχωνεύσεις που θα τοποθετήσουν τις εγχώριες μεγάλες επιχειρήσεις και τράπεζες αλλά και την ντόπια χρηματιστική αγορά στο «επενδυτικό στόχαστρο» των πάντων, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Εθνικής κ. Αράπογλου με αφορμή την πρόσφατη εξαγορά της τουρκικής τράπεζας Finansbank (Καθημερινή, 9/4/2006).

Προσωρινό ισοζύγιο εισροής και εκροής επενδυτικού κεφαλαίου (εκατ. ευρώ)

 

Ιανουάριος

 

2004
2005
2006

Άμεσες Επενδύσεις*

371,4
70,6
133,7
Κατοίκων στο εξωτερικό
-105,4
-58,2
-123,0
Μη κατοίκων στην Ελλάδα
476,8
128,8
256,7

Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου*

-559,8
169,7
2749,6
Απαιτήσεις
-785,8
-1543,6
-992,8
Υποχρεώσεις
226,0
1713,2
3742,4

Λοιπές Επενδύσεις*

615,8
1121,3
-974,7
Απαιτήσεις
-1185,4
-8097,1
-4166,5
Υποχρεώσεις
1801,2
9218,4
3191,6
(Δάνεια Γενικής Κυβέρνησης)
-11,4
-7,5
-6,6

Μεταβολή Συν/τικών Διαθεσίμων**

553,0
13,0
83,0

Σύνολο Ισοζυγίου Επενδύσεων

980,4
1374,6
1991,6
*   (+) καθαρή εισροή (-) καθαρή εκροή
** (+) μείωση (-) αύξηση
ΠΗΓΗ: Τράπεζα της Ελλάδος

Η κατάσταση αυτή έχει πυροδοτήσει ένα νέο πραγματικό όργιο κερδοσκοπίας με χαρτοφυλάκια και μερίδια αγορών. Η πραγματική εικόνα της «προσέλκυσης νέων επενδύσεων» από το ντόπιο και ξένο κεφάλαιο φαίνεται στον πίνακα εισροής-εκροής επενδυτικού κεφαλαίου. Τον Ιανουάριο του 2006 (με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) οι χρηματικές ροές για άμεσες επενδύσεις στο εξωτερικό έφθασαν τα 123 εκατ. ευρώ και αφορούσαν κυρίως στην εξαγορά του 20% της Τουρκικής INTELTECK από την ΙNTRALOT (του ομίλου ΙΝΤΡΑΚΟΜ) και τη συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Ρουμανικής BANCA ROMANESCA S.A. Οι αντίστοιχες ροές για άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα από το ξένο κεφάλαιο ανήλθαν σε 257 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων η σημαντικότερη ήταν η εξαγορά της Q-TELECOM ΑΕ από την αμερικανική εταιρεία χαρτοφυλακίου APAX AND TEXAS PACIFIC. Αυτό το αλισβερίσι εξαγορών χαρακτηρίζουν ως «άμεσες επενδύσεις» σήμερα οι κορυφές του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου. Για το κεφάλαιο η ίδια η έννοια της «επένδυσης» έχει χάσει προ πολλού τη σχέση της με την επέκταση της εγχώριας παραγωγής και αγοράς. Το κεφάλαιο αδυνατεί πλέον να συνεισφέρει, έστω και με τα δικά του κριτήρια, στην πραγματική ανάπτυξη της χώρας γι’ αυτό και αναζητά ευκαιρίες εύκολου πρόσθετου κέρδους στο πλαίσιο διαλυμένων οικονομιών, αποσαθρωμένων κοινωνιών, εξαθλιωμένων εργαζομένων.
Στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου η εκροή κεφαλαίου στο εξωτερικό ανήλθε στα 993 εκατ. ευρώ και αφορά κυρίως τοποθετήσεις σε ομόλογα έκδοσης του εξωτερικού (704 εκατ. ευρώ). Παρατηρήθηκε επίσης καθαρή εισροή από το εξωτερικό για επενδύσεις χαρτοφυλακίου στην Ελλάδα ύψους 3.742 εκατ. ευρώ, έναντι 1713,2 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου μήνα το 2005 και 226 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου μήνα το 2004! Από αυτό το σύνολο των 3,74 δις ευρώ τα 3.220 εκατ. ευρώ τοποθετήθηκαν σε ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού δημοσίου και τα 522 εκατ. ευρώ πήγαν σε μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων. Αυτό αποτελεί και το κύριο πεδίο προσέλκυσης κεφαλαίων από το εξωτερικό: η κερδοσκοπία με την υπερχρέωση της χώρας και η χρηματιστική αγυρτεία.
Τέλος στις «λοιπές» επενδύσεις σημειώθηκε σημαντική εισροή (3.192 εκατ. ευρώ) κεφαλαίων από το εξωτερικό, κυρίως για καταθέσεις και τοποθετήσεις σε ρέπος. Αυτή η εκροή υπεραντισταθμίστηκε από την εκροή κεφαλαίων ντόπιων πιστωτικών οργανισμών και «θεσμικών επενδυτών» για καταθέσεις και τοποθετήσεις σε ρέπος στο εξωτερικό. Εδώ πρόκειται για μια ολόκληρη βιομηχανία «ξεπλύματος» χρήματος, η οποία έχει μετατρέψει τη χώρα σε τραπεζικό παράδεισο για τα πιο αρπακτικά κυκλώματα διεθνώς. 
Σ’ αυτήν την ασύδοτη κερδοσκοπική μανία καλείται να προσαρμοστεί το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας της χώρας, το επίπεδο ζωής και εργασίας του λαού. Μπροστά στο νέο κύμα κερδοσκοπικής εξόρμησης χρηματιστών, επενδυτών και επιχειρηματιών, δεν μπορούν να μένουν «ανοιχτά» τα ζητήματα των συλλογικών συμβάσεων, των μισθών, της κοινωνικής ασφάλισης, των απολύσεων, κοκ. Όσο πιο έξαλλη, ασύδοτη, παρασιτική και απρόβλεπτη είναι η επιδίωξη του υπερκέρδους, τόσο πιο μεγάλες απαιτήσεις έχει κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας. Ιδίως όταν οι κορυφές του κεφαλαίου γνωρίζουν πολύ καλά τις καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και τις προοπτικές της. Αυτός είναι ο λόγος που οι κυρίαρχες δυνάμεις βιάζονται σήμερα όσο ποτέ άλλοτε να επιβάλουν άμεσα την «κοινωνική συναίνεση» με τον πιο ευθύ και απροκάλυπτο τρόπο, ώστε να «κλείσουν» οριστικά όλα τα μέτωπα με τους εργαζόμενους και την κοινωνία. Στη σημερινή συγκυρία δεν χωρούν πειραματισμοί. Δεν είναι τυχαίο ότι σε δήλωσή του ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Οδυσσέας Κυριακόπουλος, ξεκαθάρισε ότι «δεν χρειάζεται τρίτος πόλος [στην πολιτική ζωή της χώρας – ΔΚ]. Πιστεύω ότι τα δυο κόμματα κάποια στιγμή θα συνεννοηθούν και μπορούν εδώ οι κοινωνικοί εταίροι να παίξουν σημαντικό ρόλο.» (Ημερησία, 7/4/2006)
Προϊόν αυτής της «συνεννόησης» των δυο κομμάτων αποτελεί η διετής συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ. Αυτό το νόημα είχε η επίκληση των «αντοχών της οικονομίας». Αυτό το νόημα είχαν και οι επίσημες τοποθετήσεις κυβέρνησης και ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες αλληλοσυγχάρηκαν για τη συμφωνία και απέδωσαν εύσημα «κοινωνικής ευθύνης» στους εαυτούς τους. Μάλιστα ο Γ. Παπανδρέου έκανε ένα ακόμη βήμα παραπέρα φροντίζοντας να ξεκαθαρίσει ότι πρέπει να επιδιωχθεί «ένα νέο εθνικό συμβόλαιο, που απαιτεί μια κοινωνική συμμαχία όλων των κοινωνικών και παραγωγικών φορέων, ώστε η κοινωνία να δεχθεί τις ραγδαίες αλλαγές, αλλά και να πρωτοστατήσει σ’ αυτές» (Ομιλία στο Economist, 5/4/2006). Δεν αρκεί, δηλαδή, μια απλή συμφωνία «εργασιακής ειρήνης» αλλά χρειάζεται μια συμμαχία κοινωνικών, παραγωγικών και πολιτικών δυνάμεων, ένα «νέο εθνικό συμβόλαιο», για να καθυποταχτεί οριστικά η κοινωνία και να αντιμετωπιστούν οι αντιδράσεις της.

Επιδιώκεται να σφραγιστεί μια για πάντα η τύχη των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του ίδιου του συνδικαλισμού στη χώρα μας.

Περιθώρια ακόμη και για σικέ αντιπαλότητες δεν υπάρχουν. Η βασική αντίθεση προσδιορίστηκε ξεκάθαρα: δεν βρίσκεται ανάμεσα στην εργοδοσία και τους εργάτες, ανάμεσα στην ιδιοτέλεια του κεφαλαίου και τα αιτήματα των εργαζομένων, αλλά ανάμεσα στην «οικονομία» και τις «αντοχές» της, ανάμεσα στην «κοινωνία» γενικά και τις «αλλαγές» που πρέπει αναγκαστικά να επιβληθούν. Έτσι ο πιο θεμελιώδης λόγος ύπαρξης της ίδιας της ΓΣΕΕ, αλλά και του συνδικαλιστικού κινήματος γενικά ξεριζώνεται. Ανοίγει πια ο δρόμος για την ουσιαστική και τυπική μετατροπή του ανώτατου συνδικαλιστικού οργάνου της χώρας σε «λόμπι» κορυφής, σε γραφειοκρατικό ιμάντα μεταβίβασης των πολιτικών της αγοράς, της εργοδοσίας και των κυβερνήσεων στην εργατική τάξη. Ποτέ άλλοτε από ιδρύσεως της, η ΓΣΕΕ δεν αντιμετώπισε άμεσα μια τόσο καθολική αναθεώρηση του συνδικαλιστικού της χαρακτήρα από την ίδια την ηγεσία της. Ακόμη και την εποχή των διορισμένων διοικήσεών της, η ΓΣΕΕ εξακολουθούσε, έστω και τυπικά, να λειτουργεί ως ανώτατη συνδικαλιστική οργάνωση για να διεκδικούν οι διορισμένοι εργατοπατέρες της τη νομιμοποίησή τους στα μάτια της εργατικής τάξης. Οι σημερινοί εργατοπατέρες προχωρούν ένα βήμα ακόμη παραπέρα, επιχειρούν να διαλύσουν τη ΓΣΕΕ. 
Οι λεονταρισμοί του κ. Πολυζωγόπουλου μετατράπηκαν αυτοστιγμής σε λογύδρια υπεράσπισης του ΣΕΒ. Έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι «ο κ. Κυριακόπουλος έχει αδικηθεί» και ανέφερε ότι «και γι’ αυτόν τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, μιας και είχε πίεση, καθώς υπάρχει ένα ποσοστό επιχειρήσεων, πάνω από 30%, που είναι στα όρια του κόκκινου και βρίσκονται μεταξύ κλεισίματος ή μετανάστευσης» (ΑΠΕ, 4/4/2006). Η ανοιχτή υιοθέτηση από τον κ. Πολυζωγόπουλο ακόμη κι αυτού του πιο βρώμικου εκβιασμού προς τους εργαζόμενους, «δέχεστε μεροκάματα πείνας ή παίρνουμε τις επιχειρήσεις μας και φεύγουμε», δεν πρέπει να κάνει εντύπωση. Φαίνεται πως αποτελεί μέρος της διετούς συμφωνίας ΓΣΕΕ-ΣΕΒ να αναλάβει ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ και η παρέα του να εκλαϊκεύσουν τους πιο πρόστυχους, τους πιο βρώμικους εκβιασμούς της εργοδοσίας.
Γι’ αυτό και ο κ. Πολυζωγόπουλος δεν δίστασε να επικαλεστεί ανοιχτά ακόμη και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων για να δικαιολογήσει τη συμφωνία: «Έχουμε ευθύνη έναντι των εργαζομένων να υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις, όταν γύρω ακούγονται φωνές για κατάργησή τους», υπογράμμισε (ΑΠΕ, 4/4/2006). Ενώ στην επίσημη ανακοίνωση της ΓΣΕΕ για την υπεράσπιση της συμφωνίας υπάρχει και η εξής εκπληκτική διαπίστωση: «Σε πείσμα των καιρών και ενάντια στην ολομέτωπη επίθεση αμφισβήτησης και κατάργησης ΕΓΣΣΕ και των Κλαδικών Συμβάσεων, με τη συμφωνία αυτή η ΓΣΕΕ διευρύνει και ισχυροποιεί το θεσμό των ΣΣΕ, πετυχαίνοντας στρατηγικής σημασίας νίκη.» Στην πραγματικότητα η ίδια η συμφωνία θέτει στην πράξη υπό αμφισβήτηση κάθε έννοια συλλογικών διαπραγματεύσεων και εθνικής συλλογικής σύμβασης. Η συμφωνία αυτή δεν ενδιαφέρθηκε ούτε καν τυπικά για την κατοχύρωση ενός βασικού μισθού για όλους τους εργαζόμενους, ως αφετηρία πάλης για την κατάκτηση ενός καλύτερου επιπέδου αμοιβών. Πράγμα που αποτελεί ότι πιο στοιχειώδες για το περιεχόμενο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της εθνικής συλλογικής σύμβασης. Αντίθετα είχε ως αντικείμενο την επιβολή ενός ανώτατου «πλαφόν» στις αυξήσεις των μισθών με αντάλλαγμα μια διετή «εργασιακή ειρήνη».
Έτσι, ο «αδικημένος» κ. Κυριακόπουλος αμέσως μόλις βγήκε από την αίθουσα υπογραφής της συμφωνίας είχε το θράσος να χαρακτηρίσει τις υποτυπώδεις αυξήσεις ως «τις μεγαλύτερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15», ενώ η «βιομηχανία», όπως διαβεβαίωσε, «δεσμεύεται σε προσπάθεια μέσω των επενδύσεων και της αύξησης της παραγωγικότητας να καλύψει το βάρος των αυξήσεων που συμφωνήθηκαν σήμερα» (ΑΠΕ, 3/4/2006). Όπερ μεθερμηνευόμενον, η «βιομηχανία» προτίθεται να ξεζουμίσει τον εργαζόμενο μέσα από μια άγρια εντατικοποίηση των ρυθμών δουλειάς, που για τους εργοδότες ισοδυναμεί με αύξηση της «παραγωγικότητας της εργασίας». Βέβαια γι’ όλα αυτά ο κ. Πολυζωγόπουλος ούτε άκουσε, ούτε είδε τίποτε και επομένως οι συνθήκες και οι όροι απασχόλησης δεν τέθηκαν ούτε καν προς συζήτηση στις «διαπραγματεύσεις» ΓΣΕΕ-ΣΕΒ.
Με τη σειρά του ο κ. Αλογοσκούφης αφού χαρακτήρισε τη συμφωνία «πολύ θετική», υπογραμμίζοντας ότι «η συμφωνία είναι καλή για την οικονομία και για τους εργαζόμενους» ανακοίνωσε αυξήσεις στο δημόσιο τομέα ακόμη πιο χαμηλές. Ενώ ο κ. Τσιτουρίδης σημείωσε: «Πάντα στο δημόσιο τομέα έτσι γινόταν, έτσι γίνεται και έτσι θα γίνεται. Υπάρχουν άλλες λογικές και άλλες δυνατότητες. Στο δημόσιο τομέα η αντιπολίτευση, και ειδικά η αξιωματική αντιπολίτευση, δεν μας παρέδωσε ένα κράτος με γεμάτα ταμεία.» (ΑΠΕ 3/4/2006) Έτσι, η ίδια η έννοια της κατοχύρωσης ενός βασικού μισθού για όλους τους εργαζόμενους μέσα από την εθνική συλλογική σύμβαση πήγε περίπατο. Η μεγαλύτερη κατάκτηση της συμφωνίας ΓΣΕΕ-ΣΕΒ είναι η ντεφάκτο κατάργηση του βασικού μισθού και η επιβολή της λογικής της «μηδενικής βάσης» στον προσδιορισμό των αμοιβών με κριτήριο τις ανεξέλεγκτες «αντοχές της οικονομίας» και τα «άδεια ταμεία του κράτους».
Τις ημέρες μετά τη συμφωνία ο κ. Πολυζωγόπουλος τρέχει διαρκώς να προλάβει μην τυχόν και εκδηλωθεί καμμιά σοβαρή απεργιακή κινητοποίηση για κλαδικά αιτήματα και συμβάσεις. Συγκαλεί απανωτές κοινές συνεδριάσεις με τα προεδρεία των οργανώσεων του δημόσιου τομέα για να χαλιναγωγηθούν οι διαθέσεις. Η ηγεσία της ΓΣΕΕ κάνει ότι περνά από το χέρι της για να στείλει στην αναγκαστική διαιτησία τα κλαδικά αιτήματα ώστε να μην υπάρξουν σοβαρές απεργιακές κινητοποιήσεις. Εκβιάζει και πιέζει διοικήσεις ομοσπονδιών και σωματείων. Όπως π.χ. συμβαίνει με τη συνεχιζόμενη απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ, που η ηγεσία της δέχεται τρομερές πιέσεις και εκβιασμούς από εργατοπατέρες, κυβέρνηση και ηγεσία του ΠΑΣΟΚ για να αναστείλει τις κινητοποιήσεις της και να δεχτεί ένα «διακανονισμό» των αιτημάτων της. Το όλο ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων έχει εναποτεθεί αποκλειστικά στην όποια «καλή διάθεση» της εργοδοσίας και της κυβέρνησης. Γι αυτό και ο κ. Πολυζωγόπουλος εγκαλεί την κυβέρνηση διαρκώς να φανεί πιο διαλλακτική, μιας και η αλαζονεία της κάνει τη δική του «πυροσβεστική» δουλειά πολύ πιο δύσκολη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για το εργατικό κίνημα;

Το καθήκον που τίθεται σήμερα μπροστά στο εργατικό κίνημα ξεπερνά κατά πολύ την καταγγελία των εργατοπατέρων και της συμφωνίας που υπέγραψαν. Σε μια στιγμή που η ίδια η ύπαρξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της εθνικής συλλογικής σύμβασης, του βασικού μισθού, της ΓΣΕΕ ως συνδικαλιστικού οργάνου, έχει τεθεί επί τάπητος δεν μπορεί κανείς να αισθάνεται δικαιωμένος και ικανοποιημένος, εκτός από τους εχθρούς του εργατικού κινήματος. Η ιστορία της εθνικής συλλογικής σύμβασης δεν έχει τελειώσει, η κατοχή της ΓΣΕΕ από τους εργατοπατέρες δεν είναι «τετελεσμένο γεγονός» που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όποιος θεωρεί ότι όλα έχουν «τελειώσει» τότε στην πράξη βοηθά την παγίωση της κατάστασης εκφυλισμού και διάλυσης που θέλει να επιβάλλει ο εργατοπατερισμός.
Αποτελεί άμεση προτεραιότητα, βασικό καθήκον του εργατικού κινήματος απ’ όπου εξαρτάται το ίδιο το μέλλον του ως μαζική δύναμη της ταξικής πάλης, η υπεράσπιση και κατοχύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της εθνικής συλλογικής σύμβασης, του βασικού μισθού, της ίδιας της ΓΣΕΕ ως ανώτατης έκφρασης του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Κι αυτή η υπεράσπιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της εθνικής συλλογικής σύμβασης περνά αναγκαστικά μέσα από την πάλη για την ανατροπή της τωρινής συμφωνίας ΓΣΕΕ-ΣΕΒ. Περνά μέσα από την επαναδιαπραγμάτευση μιας αληθινής εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας στα μέτρα των πιο άμεσων αναγκών της εργατικής τάξης. Η υπεράσπιση και κατοχύρωση του συνδικαλιστικού χαρακτήρα της ΓΣΕΕ περνά μέσα από την ανατροπή της υπάρχουσας διοίκησης, το διώξιμο των εργατοπατέρων και την ανάδειξη της Γενικής Συνομοσπονδίας ως αληθινό εκπρόσωπο όλων των εργαζομένων της χώρας και βασικό μοχλό στην αναγκαία μαχητική ανασυγκρότηση των συνδικάτων.
Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υπάρξει ένα ενιαίο μέτωπο συνδικαλιστικών δυνάμεων και συνδικάτων, χωρίς διαχωρισμούς, αποκλεισμούς και προνομιακές καταστάσεις με βάση το χρώμα της κομματικής ταυτότητας ή την παράταξη απ’ όπου προέρχεται καθένας. Ένα ενιαίο μέτωπο που θα συγκροτηθεί με αιχμή του δόρατος την ανατροπή της συμφωνίας, τη απαίτηση μιας νέας εθνικής συλλογικής σύμβασης και τη διεκδίκηση της ΓΣΕΕ από τον εργατοπατερισμό. Ένα ενιαίο μέτωπο που θα βοηθήσει στην συσπείρωση των αγωνιστών του εργατικού κινήματος και θα στηρίξει τη δουλειά στα συνδικάτα, τις ομοσπονδίες και τα σωματεία στην κατεύθυνση της ενίσχυσής τους και της κατοχύρωσης του ρόλου τους ως συλλογικά όργανα πάλης των εργαζομένων. Ένα ενιαίο μέτωπο που μπορεί και πρέπει να μετεξελιχθεί σε μοχλό ανατροπής συσχετισμών στο εσωτερικό των συνδικάτων, σε δύναμη κατάκτησης και ανασυγκρότησης των συνδικάτων.
Αυτό τρέμει πάνω απ’ όλα και ο ίδιος ο εργατοπατερισμός. Κι έτσι προσπαθεί να πείσει τους πάντες ότι έκλεισε μιας δια παντός το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της εθνικής συλλογικής σύμβασης και της κατοχής της ΓΣΕΕ. Το μόνο που έμεινε είναι η «μάχη» των κλαδικών συμβάσεων: «Η ΕΓΣΣΕ αποτελεί μια πολύ καλή βάση εκκίνησης για τις Κλαδικές Συμβάσεις Εργασίας, οι οποίες μπαίνουν πλέον σε πρώτη προτεραιότητα.», γράφει στην επίσημη ανακοίνωσή της η ηγεσία της ΓΣΕΕ. Το εντυπωσιακό, όμως, είναι ότι αυτοί που βιάστηκαν να τον πιστέψουν είναι οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της αριστεράς.

Καταγγελία ναι, αλλά μάχη για την ανατροπή της συμφωνίας όχι.

Η αντίδραση της ηγεσίας της Αυτόνομης Παρέμβασης έμεινε στην καταγγελία της συγκεκριμένης συμφωνίας μόνο και αποκλειστικά στο επίπεδο των «χαμηλών αυξήσεων». Ο Αλ. Καλύβης είπε στη συνεδρίαση της διοίκησης της ΓΣΕΕ για την υπογραφή της συμφωνίας ότι «υπογράφεται έτσι μια ‘φτωχή’ στο οικονομικό και θεσμικό της περιεχόμενο σύμβαση για το πιο φτωχό κομμάτι των εργαζομένων» και κατέληξε: «Καλούμε τη ΓΣΕΕ να μην υπογράψει αυτή τη συμφωνία και να συνεχίσει τον αγώνα για μια καλύτερη συλλογική σύμβαση αξιοποιώντας την εκφρασμένη αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων. Σε κάθε περίπτωση τα ανοικτά μέτωπα που έχουμε μπροστά μας και οι κλαδικές συμβάσεις που εκκρεμούν αποτελούν ένα κρίσιμο πεδίο για τη συνέχιση και κλιμάκωση των αγώνων» (Αυγή, 3/4/2006). Η τακτική που ακολούθησε η ηγεσία του Αυτόνομης Παρέμβασης είναι καταγγέλλω τη συμφωνία, αλλά δεν την αμφισβητώ έμπρακτα, απλά επιχειρώ μια «αγωνιστική» φυγή μέσα από τις κλαδικές συμβάσεις.
Το ζητούμενο γι’ αυτήν δεν είναι το πως θα δημιουργηθούν οι όροι ενός πλατιού κινήματος αμφισβήτησης των συμφωνιών και των πρακτικών του εργατοπατερισμού, αλλά το πως θα επιπλεύσει το δικό τους «μαγαζάκι». Να πως καταλήγει σε σχετικό άρθρο του ο κ. Καλύβης: «Είναι ανάγκη όλο το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα με όρους συντονισμού, αλληλεγγύης, κοινής αγωνιστικής δράσης, και κυρίως με διαδικασίες βάσης να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις. Έχουμε μπροστά μας την μάχη των κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων μέσα από τις οποίες πρέπει να ξεπεραστεί το ‘κατώφλι’ της ΕΓΣΣΕ, έχουμε την προσπάθεια απόκρουσης των κυβερνητικών νεοφιλελεύθερων επιθέσεων σε όλους τους τομείς. Δεν πρέπει να μετατρέψουμε τη διαφωνία σε κρίση και απαξίωση των συνδικάτων, αλλά σε μια μεγάλη προσπάθεια ανασύνταξης, ανάπτυξης νέων αγώνων και ριζικής αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων σε όφελος του αυτόνομου ταξικού ρεύματος μέσα στα συνδικάτα.» (Αυγή, 6/4/2006). Επικαλείται ανασυντάξεις, νέους αγώνες, κοινές δράσεις, διαδικασίες βάσης, μάχη των κλαδικών, απόκρουση των κυβερνητικών πολιτικών, μακριά από την έμπρακτη αμφισβήτηση της συμφωνίας και των «νονών» της. Κι όλα αυτά γιατί; Μα για να καταλήξει ότι όλα αυτά τα εντυπωσιακά θα γίνουν αν ενισχυθεί το δικό του «μαγαζί» στα συνδικάτα, αν εισπράξει τα αναγκαία κουκιά το «αυτόνομο ταξικό ρεύμα». Στην πράξη ο κ. Καλύβης έχει την ίδια διασπαστική, εκφυλιστική αντίληψη που καταγγέλλει στο ΠΑΜΕ, μόνο που αυτός μιλά εξ ονόματος ενός «αυτόνομου ταξικού ρεύματος», ενώ το ΠΑΜΕ εξ ονόματος των δικών του «ταξικών συνδικάτων».
Να καταγγέλλουμε, να ασκούμε «δριμύτατη κριτική», αλλά προς Θεού δεν πρέπει να πάρουμε μέτρα για τα κακώς κείμενα, δεν πρέπει να δημιουργούμε δυσαρέσκειες και εντάσεις με τις κυρίαρχες δυνάμεις. Αυτό είναι το νόημα της πολιτικής στάσης του ΣΥΝ, όπως φαίνεται πιο χαρακτηριστικά κι από τη σχετική δήλωση (5/4/2006) του Α. Αλαβάνου: «Μια τόσο ξένη με τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων εξέλιξη δεν θα ήταν δυνατή, αν δεν υπήρχε η σύγκλιση και οι πανομοιότυποι χειρισμοί για την συμφωνία από κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση, σε ένα θέμα που επιδεινώνει τη ζωή των εργαζομένων για δυο χρόνια, ενώ σκιαμαχούν σε δευτερεύοντα ζητήματα. Η απάντηση του Συνασπισμού είναι μία: Ενότητα- Αλληλεγγύη- Μία Συνομοσπονδία, ένα Εργατικό Κέντρο, μια Ομοσπονδία, ένα Επιχειρησιακό σωματείο, με κοινωνικές, ταξικές, μαχητικές πλειοψηφίες.» Για να μη νομίζει ο αναγνώστης ότι τρελάθηκε, θα του διευκρινίσουμε ότι αυτή η «απάντηση του Συνασπισμού» δεν απευθύνεται στους εργατοπατέρες, αλλά υποτίθεται στο ΠΑΜΕ. Μπροστά σε μια τέτοια συμφωνία, που υποθηκεύει όχι μόνο τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις, αλλά και την ίδια τη ΓΣΕΕ, ο κ. Αλαβάνος προτίμησε να ανοίξει το μέτωπο με το ΚΚΕ, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να εισπράξει κουκιά από τον «αντίπαλο πόλο» στην αριστερά.
Ταυτόχρονα, η αναφορά του σ’ αυτή την παλιά θέση των κομμουνιστών για την οργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος λειτουργεί και ως έμμεση απάντηση σε κάθε φωνή από τα αριστερά που ζητά να τελειώσει εδώ και τώρα η νομοταγής συμπεριφορά των εκπροσώπων του ΣΥΝ στη ΓΣΕΕ και τα συνδικάτα. Είναι το ίδιο με αυτό που υπαινίχθηκε και ο Καλύβης όταν έλεγε ότι «δεν πρέπει να μετατρέψουμε τη διαφωνία σε κρίση και απαξίωση των συνδικάτων». Μόνο που θέλει να ξεχνά ότι η κρίση και απαξίωση των συνδικάτων δεν προέρχεται από τις διαφωνίες, αλλά από την ίδια την πρακτική και τις συμφωνίες του εργατοπατερισμού. Στο βαθμό που δεν μετατρέπεις τις διαφωνίες σε έμπρακτη αμφισβήτηση των συσχετισμών δύναμης, σε άμεση αγωνιστική διεκδίκηση της ΓΣΕΕ και των συνδικάτων από τη μέγγενη των εργατοπατέρων, όχι για δικό σου στενό όφελος, αλλά προς όφελος του μαζικού κινήματος της εργατικής τάξης, τότε δεν είσαι τίποτε περισσότερο από απολογητής των Πολυζωγόπουλων και στήριγμα των εκάστοτε κορυφών. Όσο κι αν καταγγέλλεις τις συμφωνίες τους και φαίνεται να αγανακτείς με τις πρακτικές τους.
Ο κ. Αλαβάνος αφού έκανε το «ταξικό» του καθήκον με την παραπάνω δήλωσή του σχετικά με τη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ, έφυγε για να συναντηθεί επειγόντως με ηγετικούς παράγοντες του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) για να συζητήσουν «τη σημασία της ανάδειξης της συνάντησης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα ως ενός μεγάλου γεγονότος», ενώ ο μεγάλος του καημός είναι το πως «να συνδεθεί το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς με τα κινήματα που αναπτύσσονται στη Γαλλία» (Αυγή, 7/4/2006). Για τα κινήματα στην Ελλάδα δεν είχε και πολλά να πει. Τι σημασία έχουν οι εξελίξεις με την ΕΓΣΣΕ και τη ΓΣΕΕ, όταν έχεις μπροστά σου «ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ»; Για τα ζητήματα που ταλανίζουν την εργατική τάξη της χώρας, τα μέτωπα στα οποία δίνει τη μάχη της δεν φαίνεται να έχουν κανένα ενδιαφέρον για τον ίδιο, αλλά και για τους συνομιλητές του. Εκτός από το γεγονός ότι αποτελούν μια θαυμάσια ευκαιρία για μικροπολιτική στο εσωτερικό, ιδίως απέναντι στο ΚΚΕ. Και πως θα μπορούσε άλλωστε να ήταν διαφορετικά όταν ο κατεξοχήν πολιτικός εκπρόσωπος του ΚΕΑ, ο κ. Μπερντινόντι, ηγέτης της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στην Ιταλία, δεν άφησε κατουρημένη ποδιά που να μη φιλήσει προκειμένου να μπει στο συνδυασμό Πρόντι, εκλεκτού της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, φτάνοντας στο σημείο να αποπέμψει υποψήφιο του κόμματός του γιατί άκουσον-άκουσον τόλμησε να μιλήσει θετικά για την αντίσταση στο Ιράκ.



Πέρα από τους θεατρινισμούς του κ. Μαυρίκου, οι οποίοι θα είχαν κάποια αξία αν αντιπροσώπευαν μια αληθινή αντιπολίτευση λόγου και έργου στους εργατοπατέρες, η τακτική του ΠΑΜΕ κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος. Καταγγέλλουμε τη συμφωνία, αλλά αφήνουμε ήσυχους τους εργατοπατέρες στα ηνία της ΓΣΕΕ και συνεχίζουμε τη δική μας «ταξική μάχη», που ως πρόφαση έχει κι αυτή τις κλαδικές συμβάσεις. Η διαφορά είναι ότι η ηγεσία του ΠΑΜΕ διάλεξε να δώσει αυτή τη «μάχη» όχι με τα υπάρχοντα συνδικάτα, με τις υφιστάμενες οργανώσεις της εργατικής τάξης στη βάση των αληθινών προβλημάτων και των ανοιχτών μετώπων κάθε κλάδου, αλλά με τα δικά της συνδικάτα, τα «ταξικά συνδικάτα», με τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ», όπως τα αποκαλεί προσφάτως ο Ριζοσπάστης, προτάσσοντας γενικά πολιτικά συνθήματα. Έτσι προκηρύχθηκε η παρωδία της γενικής απεργίας του ΠΑΜΕ για τις 13 Απρίλη.
Στην κατάπτυστη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ ορισμένοι του ΠΑΜΕ και της ηγεσίας του ΚΚΕ είδαν μια θαυμάσια ευκαιρία να διαχωρίσουν μια και καλή τα συνδικάτα σε «δικά τους» και «δικά μας», σε «πουλημένα» και «ταξικά». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να καθυποτάξουν οριστικά όσες συνδικαλιστικές οργανώσεις τυχαίνει να ελέγχουν στο γενικό πρόσταγμα του ΠΑΜΕ. Μόνο που έτσι οι οργανώσεις αυτές όχι μόνο παύουν να είναι «ταξικές» γιατί δεν αφορούν πλέον ούτε καν τυπικά τους εργαζόμενους, παρά μόνο εκείνους που έχουν πειστεί από το πλαίσιο του ΠΑΜΕ και την πολιτική του ΚΚΕ, αλλά παύουν να είναι και «συνδικάτα» γιατί μετατρέπονται σε κομματικά παραμάγαζα, σε διεκπεραιωτές των πολιτικών εντολών του Περισσού. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της 13ης Απριλίου.
Από τη στιγμή που γίνεται πια ξεκάθαρο ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ προχωρά στην υπογραφή της κατάπτυστης συμφωνίας, εμφανίζεται μαινόμενος ο κ. Μαυρίκος να αποχωρεί από το χώρο συνάντησης και να δηλώνει: «Για όλους εμάς, μόνο ένας δρόμος υπάρχει. Αυτός της ταξικής πάλης. Σας καλούμε, όλους, να δώσετε τον καλύτερό σας εαυτό για την επιτυχία της απεργίας στις 13 του Απρίλη. Μέσα από την απεργία να δώσουμε απάντηση στο δικομματισμό, στους εργοδότες, στη συναίνεση» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006) Με τα λόγια αυτά ο κ. Μαυρίκος μετέτρεψε την υπόθεση της απεργίας που έως τότε ζυμωνόταν στα πλαίσια της ΓΣΕΕ ως απάντηση στην αδιαλλαξία της εργοδοσίας, σε ιδιωτική υπόθεση του ΠΑΜΕ και μάλιστα με στόχους καθαρά πολιτικούς, ως «απάντηση στο δικομματισμό, στους εργοδότες, στη συναίνεση». Από κει και πέρα κλήθηκαν τα «ταξικά συνδικάτα» να δώσουν «τη μάχη για την επιτυχία της απεργίας στις 13 Απρίλη. Προβάλλοντας το πλαίσιο του ΠΑΜΕ διεκδικούν κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που ικανοποιούν τις σύγχρονες αυξημένες πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006) Έτσι ακόμη και η πάλη για τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας υποτάχτηκαν στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ.
Στην ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της, η ηγεσία του ΚΚΕ αφού καταγγέλλει τη συμφωνία και μαζί την ηγεσία της ΓΣΕΕ φρόντισε να ταυτίσει πλήρως την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ με τις επιλογές των ηγεσιών τους, θέλοντας να προλάβει την όποια πιθανή διαφοροποίηση «από τα κάτω». Το ίδιο έκανε και με την παράταξη του Συνασπισμού: «Μπορεί να μην υπέγραψε στο τέλος, αλλά όλο αυτό το διάστημα ήταν μαζί με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ και ενάντια στο ΠΑΜΕ. Δεν αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις, παρότι είδε που πηγαίνουν τα πράγματα» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006). Με τον τρόπο αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ αναδεικνυόταν ως ο εξ αριστερών εγγυητής της ενότητας της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και της Αυτόνομης Παρέμβασης. Φρόντιζε με μια συλλήβδην κριτική, περισσότερο ηθικολογικού χαρακτήρα, να εξασφαλίσει την συμπαράταξη όλων, ώστε να εμφανιστεί το ΠΑΜΕ ως η «μόνη λύση». Δεν βρήκε ούτε λέξη να πει για να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της εθνικής συλλογικής σύμβασης, μπροστά σε μια συμφωνία που αποτελεί θανάσιμο πλήγμα εναντίον τους. Και δεν βρήκε λέξη να πει διότι μπορεί να καταγγέλλει τη συμφωνία, αλλά δεν έχει καμμιά πρόθεση να αμφισβητήσει έμπρακτα την επιβολή της. Γι’ αυτό και το «μπαλάκι» το ρίχνει κι αυτή στις κλαδικές συμβάσεις.
Ωστόσο, η ανακοίνωση του ΚΚΕ πήγαινε ακόμη πιο πέρα από τις δηλώσεις του κ. Μαυρίκου καλώντας την «εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να εγκαταλείψουν τώρα και πολιτικά και συνδικαλιστικά τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Με το ΠΑΜΕ όλοι στη μάχη για την επιτυχία της πανεργατικής απεργίας στις 13 Απρίλη. Για κλαδικές συλλογικές συμβάσεις.» Επομένως, το ίδιο το ΚΚΕ όχι μόνο έθετε την «πανεργατική απεργία» υπό τη σκέπη του ΠΑΜΕ, αλλά της έδινε και έναν πρωτάκουστο πολιτικό στόχο:«η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να εγκαταλείψουν τώρα και πολιτικά και συνδικαλιστικά τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ». Η «απεργία» είχε προκηρυχθεί όχι για να συσπειρωθεί η πλειοψηφία των εργαζομένων, δίχως πολιτικούς ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, γύρω από τη διεκδίκηση των άμεσων κλαδικών αιτημάτων τους, αλλά για να «εγκαταλείψουν» τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Για να μαζέψει, δηλαδή, κουκιά το ΚΚΕ. Όσο για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις δεν ήταν παρά το φύλλο συκής για όσους θέλουν να τρέφονται με προφάσεις.
Η ανακοίνωση του ΚΚΕ έκλεινε με μια πολύ γνώριμη προσευχή στον Ύψιστο και στη Θεία Πρόνοια του αδικημένου: «Το ΚΚΕ καλεί την εργατική τάξη να απορρίψει αυτήν τη συμφωνία. Να διεκδικήσει αυτά που της ανήκουν, τον πλούτο που παράγει! Να εμπιστευθεί και να δείξει την πραγματική ταξική της δύναμη με την οργάνωση του ενιαίου οργανωμένου και αποφασιστικού της αγώνα για πραγματικές αυξήσεις και σύγχρονα δικαιώματα. Κατώτερος μισθός 1.300 ευρώ, κατώτερη σύνταξη 1.050 ευρώ». Πως, όμως, γίνεται να απορρίψει η εργατική τάξη τη συμφωνία, όταν το ΚΚΕ δεν θέτει θέμα ανατροπής της και επαναδιαπραγμάτευσης νέας εθνικής συλλογικής σύμβασης. Μήπως με όρους ηθικής; Και πως μπορεί να δείξει την πραγματική της ταξική δύναμη, όταν το ίδιο το ΚΚΕ όχι μόνο δεν θέτει θέμα διεκδίκησης της ΓΣΕΕ από τους εργατοπατέρες, αλλά μετατρέπει τις όποιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ελέγχει σε παραμάγαζα του ΠΑΜΕ; Όσο για τον κατώτερο μισθό των 1.300 και την κατώτερη σύνταξη των 1.050 ευρώ, έξω από την αγωνιστική τους διεκδίκηση μέσα στα πλαίσια συλλογικών διαπραγματεύσεων για την εθνική συλλογική σύμβαση, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια ωραία ευχή, μια ηθική απαίτηση, ένα απλό σύνθημα δίχως αντίκρισμα στην ταξική πάλη.
Τη σκυτάλη πήρε ο κ. Σκιαδιώτης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Εργατικού-Συνδικαλιστικού Τμήματός της ο οποίος προχώρησε σε μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική εκτίμηση: «Αυτή η πλειοψηφία (της ΓΣΕΕ) είναι μια διαμορφωμένη πια κάστα, καλά αμειβόμενη από κράτος και εργοδότες. Μια γραφειοκρατική ελίτ, που μιλάει εξ ονόματος της εργατικής τάξης, η οποία όμως καμμιά σχέση δεν έχει με την εργατική τάξη και τις ανάγκες της» (Ριζοσπάστης, 5/4/2006). Μόνο που αυτή την  «ανάλυση», την οποία εύκολα κάποιος θα μπορούσε να την χρησιμοποιήσει και για την επαγγελματική κάστα των στελεχών του ΚΚΕ, δεν έχει σαν στόχο να εμβαθύνει στην ουσία των ζητημάτων, αλλά να «τελειώσει» μια για πάντα με τη ΓΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ, τις Ομοσπονδίες και γενικά με όλα τα συνδικάτα που δεν χαρακτηρίζονται ως «ταξικά» στη συνείδηση των κομματικών. Για το περιεχόμενο της «απεργίας» ήταν κι αυτός αποκαλυπτικός: «Παρά τις δυσκολίες τα Συνδικάτα αυτά [δηλαδή, τα ταξικά καθ’ ότι όλα τα άλλα έχουν πάψει να υπάρχουν στον οπτικό ορίζοντα των στελεχών του ΚΚΕ – ΔΚ] παλεύουν όχι μόνο για να αποσπάσουν καλύτερες αυξήσεις, αλλά και για να ενθαρρυνθεί συνολικά η εργατική τάξη, να πάρει κουράγιο, να σηκώσει πιο ψηλά το κεφάλι. Κι αυτό είναι πιο σημαντικό και από την αύξηση.» Με άλλα λόγια η περιβόητη «απεργία» δεν γίνεται για τετριμμένα ζητήματα όπως το μεροκάματο, αλλά για να δώσουν κάποιοι το καλό παράδειγμα στην εργατική τάξη, για να αυτοικανοποιηθεί μιας καλώς ή κακώς εννοούμενη πρωτοπορία ερήμην της εργατικής τάξης. «Τώρα, ακόμα πιο αποφασιστικά οι εργαζόμενοι πρέπει να γραφτούν στα Συνδικάτα τους [στα ταξικά φυσικά – ΔΚ], να δημιουργήσουν Επιτροπές Αγώνα στα εργοστάσια, στους τόπους δουλειάς, ν’ αλλάξουν τους συσχετισμούς στο συνδικαλιστικό κίνημα δυναμώνοντας το ΠΑΜΕ. Τώρα είναι η ώρα της μαζικής τιμωρίας της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Της μαζικής τους εγκατάλειψης. Τώρα είναι η ώρα της μαζικής και με κάθε τρόπο ενίσχυσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας...». Τίποτε δεν έχει νόημα αν δεν εντάσσεται απευθείας και δεν υποτάσσεται με τον πιο χυδαίο πολιτικά τρόπο στην «ενίσχυση» του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ.
Η ίδια η Αλέκα Παπαρήγα ένιωσε την ανάγκη να παρέμβει για τη συμφωνία και σωστά έκανε γιατί δεν μπορεί να θεωρείσαι «κόμμα της εργατικής τάξης» και να μην παρεμβαίνεις κεντρικά πολιτικά για ένα τόσο καυτό ζήτημα που αφορά το σύνολο της εργατικής τάξης. Πολύ περισσότερο όταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου έχει τοποθετηθεί. Στη συνέντευξή της, όμως, έκανε τα αδύνατα δυνατά για να πάρει το πρόβλημα της καταγγελίας της συμφωνίας το χαρακτήρα μιας ευθείας πολιτικής αντιπαράθεσης ΚΚΕ-ΓΣΕΕ. Κάτι που καλοδέχτηκε η ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία με ανακοίνωσή της διαμαρτυρήθηκε υποκριτικά για «προκλητική κομματική παρέμβαση έξω από κάθε όριο» του ΚΚΕ! Ωστόσο το κύριο μέλημα της κ. Παπαρήγα ήταν να αποκλείσει εκ προοιμίου τη δυνατότητα ενότητας δράσης των εργαζομένων στη βάση των προβλημάτων τους: «Ακούσαμε ‘λεβέντικες’ διακηρύξεις και από ΠΑΣΚΕ και από ΔΑΚΕ κλπ. Η διαπάλη βεβαίως θα είναι και συνδικαλιστική και μαζική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική. Και όλα αυτά τα οποία ακούγαμε τα τελευταία χρόνια ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι ενωμένοι πάνω στο πρόβλημά τους, αυτό αποδείχτηκε ‘φούμαρα’» (Ριζοσπάστης, 6/4/2006). Μένει κανείς άναυδος! Αυτό που άκουγε τόσα χρόνια η κ. Παπαρήγα είναι το ίδιο με εκείνο που πίστευαν και πάλευαν στην πράξη γενιές και γενιές κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό, εργατικό και λαϊκό κίνημα. Στη βάση αυτής της πεποίθησης οικοδόμησαν ιστορικά γερούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως σύνολο και ηγήθηκαν στο κίνημά της. Τι έχει να επιδείξει ως αποτέλεσμα των δικών της αντιλήψεων η κ. Παπαρήγα; Μόνο ήττες και περιθωριοποίηση. Πως λοιπόν είναι «φούμαρα» μια κλασσική θέση της μαζικής δουλειάς των κομμουνιστών; Πως αλλιώς μπορούν να ενωθούν οι εργαζόμενοι αν όχι πάνω στο πρόβλημα; Πως αλλιώς μπορεί να υπάρξει εργατικό κίνημα αν δεν ενωθούν όλοι οι εργαζόμενοι στη βάση των κοινών τους προβλημάτων; Μήπως με δηλώσεις πίστης στο εικόνισμα της κ. Παπαρήγα, στο πρόγραμμα και το καταστατικό του ΚΚΕ ή στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ;
Και σαν να μην έφτανε αυτό προχώρησε ακόμη παραπέρα: «Έχει αποδειχτεί και ένα άλλο πράγμα: ότι σήμερα οι εργαζόμενοι για να έχουν μια έστω σχετική και απόλυτη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, πρέπει να διεξάγουν έναν πολύ δυνατό πολιτικό αγώνα, που πρέπει να θέτει επί τάπητος το εξής ζήτημα: ο πλούτος παράγεται από τους εργαζόμενους και τον διεκδικούμε. Αν φύγεις από αυτή τη θέση, να το πούμε καθαρά, ‘έχεις τελειώσει’». Η αλήθεια είναι ότι «έχει τελειώσει» όποιος εγκλωβιστεί σ’ αυτή τη θέση. Κι αυτό γιατί υποκαθιστά τα πραγματικά αιτήματα του εργατικού κινήματος με ένα ηθικολογικoύ χαρακτήρα σύνθημα. Η κ. Παπαρήγα επιδιώκει να αφορίσει τον αναγκαίο αγώνα για τα οικονομικά αιτήματα της εργατικής τάξης, τον οικονομικό αγώνα του εργατικού κινήματος μέσα από γερά και μαζικά συνδικάτα με μια γενική αναφορά στην πολιτική και σε απλοϊκές αντιλήψεις κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι οικονομικές αγώνες της εργατικής τάξης δεν ήταν αποσπασμένοι από τον πολιτικό αγώνα. «Ο τελικός σκοπός του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης», έγραφε ο Μαρξ, «είναι φυσικά η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για όφελός της, πράγμα που προϋποθέτει, οπωσδήποτε, προηγουμένως, να έχει γεννηθεί και ανδρωθεί μέσα από τους ίδιους τους οικονομικούς αγώνες, μια επαρκώς ανεπτυγμένη οργάνωση της εργατικής τάξης. Παρόλα αυτά, για να γίνει ένα κίνημα πολιτικό πρέπει να αντιπαραθέσει στις κυρίαρχες τάξεις εργάτες που να ενεργούν σαν τάξη, για να τις αναγκάσουν να υποκύψουν από μια εξωτερική πίεση. Έτσι, η ενεργοποίηση είναι καθαρά οικονομική όταν οι εργάτες προσπαθούν, με τις απεργίες, κλπ., σε ένα μόνο εργοστάσιο ή σε ένα μόνο κλάδο της βιομηχανίας, να αποκτήσουν από τους εκάστοτε καπιταλιστές μια μείωση της εργάσιμης μέρας. Αντίθετα η ενεργοποίηση είναι καθαρά πολιτική, όταν οι εργάτες αποσπούν με τη βία ένα νόμο που καθορίζει 8άωρη εργασία, κλπ. Μ’ αυτόν τον τρόπο, απ’ όλα τα μεμονωμένα οικονομικά κινήματα των εργατών αναπτύσσεται παντού ένα πολιτικό κίνημα, μ’ άλλα λόγια ένα ταξικό κίνημα, με σκοπό την πραγματοποίηση των ταξικών συμφερόντων σε γενική μορφή και σ’ όλη την κοινωνία. Τα κινήματα αυτά προϋποθέτουν μια κάποια προηγούμενη οργάνωση, ενώ παράλληλα είναι ένα μέσον ανάπτυξης της οργάνωσης αυτής.» (Μαρξ-Ενγκελς, Για τον Συνδικαλισμό, Αναγνωστίδης, σελ. 109-10). Το καινούργιο στοιχείο της εποχής μας είναι ότι αυτή η σχέση οικονομικού και πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης έχει γίνει ακόμη πιο στενή, ακόμη πιο οργανική. Όμως, αυτό που ενδιαφέρει την κ. Παπαρήγα δεν είναι το πως μέσα από τον οικονομικό αγώνα θα γεννηθεί το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης και επομένως το πως θα πρέπει να αντιστοιχηθεί σ’ αυτό το ΚΚΕ, αλλά το ακριβώς ανάποδο. Το πως, δηλαδή, θα πειστεί η εργατική τάξη ότι δεν είναι δυνατός ούτε καν ο οικονομικός της αγώνας, αν δεν έρθει να στοιχηθεί πίσω από την πολιτική του ΚΚΕ. Δεν είναι το ΚΚΕ που πρέπει να πλησιάσει, να κερδίσει στην πράξη και να εκφράσει με την πολιτική του την εργατική τάξη, αλλά το ακριβώς ανάποδο! Η εργατική τάξη είναι που πρέπει να αποδεχτεί την υπέρτατη τιμή να την εκπροσωπεί η κ. Παπαρήγα και το ΚΚΕ.
Μέσα σε αυτή την πολιτική διαστροφή είναι λογικό να λέγεται: «Καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πολύ μεγάλη ευθύνη και βεβαίως δεν μπορούμε να μείνουμε στα λόγια.... Όμως και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα.» Με τα κόλλυβα του βασικού μισθού, των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων, του ίδιου του συνδικαλισμού, θέλει η κ. Παπαρήγα να στήσει βεγκέρα για «να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα» οι εργαζόμενοι. Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος και η ανώνυμη «άποψη» του Ριζοσπάστη (7/4/2006) μας διαβεβαιώνει ότι «απαντάμε με απεργία» στην απαράδεκτη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ για να καταλήξει στα εξής: «Οι εργαζόμενοι πρέπει τώρα ακόμα πιο αποφασιστικά να βγάλουν πολιτικά και ταξικά συμπεράσματα. Να ξεμπερδέψουν με τις συνδικαλιστικές εκείνες δυνάμεις και τα κόμματα που βρίσκονται διαρκώς απέναντί τους, πολεμάνε τα πραγματικά τους συμφέροντα. Η μάχη των κλαδικών συμβάσεων πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, κλιμακώνοντας τους αγώνες τους, με αιτήματα που απαντάνε στις σύγχρονες ανάγκες τους. Αυτό το δρόμο δείχνουν τα συνδικάτα του ΠΑΜΕ με την απεργία στις 13 Απρίλη, η προετοιμασία της οποίας κορυφώνεται σε όλη τη χώρα.» Πότε, όμως, η μάχη των κλαδικών συμβάσεων θα πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων; Αφού «ξεμπερδέψουν» με τις ηγεσίες τους; Και πως θα γίνει αυτό; Μέσα από τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ»; Τότε τι σόι «απεργία» είναι αυτή, που δεν εκπληρώνει ούτε το στοιχειώδες, τη μετατροπή της μάχης των κλαδικών συμβάσεων σε υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων;
Καθώς, όμως, περνούν οι ημέρες και η όλη υπόθεση της «απεργίας» αποδεικνύεται εκτός από μια εξαιρετικά επικίνδυνη τυχοδιωκτική ενέργεια και μια γελοία φάρσα. Η όλη η ιστορία καταλήγει κατά το αναμενόμενο: σε «απεργιακές συγκεντρώσεις» του ΠΑΜΕ σε 49 και πλέον πόλεις, όπου θα εκφωνηθούν οι πύρινοι «ταξικοί» λόγοι και οι γνωστές καταγγελίες της ποιότητας που έχουμε ήδη γευτεί ώστε να ακολουθήσει κατόπιν η συνήθης «ταξική» πορεία. Όλα προς ικανοποίηση των αφελών οπαδών. Όλα για να αυτοεπαινεθεί η ηγεσία, να εμφανιστεί ότι κάνει ότι περνά από το χέρι της, αλλά δυστυχώς για μια ακόμη φορά η «ευθύνη» βρίσκεται στους ίδιους τους εργαζόμενους οι οποίοι φαίνεται ότι αρνούνται πεισματικά «να βγάλουν πολιτικά και ταξικά συμπεράσματα».
Το πόσο ενδιαφέρονται πραγματικά για τον απεργιακό αγώνα της εργατικής τάξης, φαίνεται και από τη στάση τους στην απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ. Εδώ έχουμε μια συμβιβασμένη πλειοψηφία στην ηγεσία μιας Ομοσπονδίας, η οποία κάτω από την πίεση των προβλημάτων και των ίδιων των εργαζομένων προχωρά σε αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις. Σε πραγματικές κινητοποιήσεις του κλάδου και όχι γιαλαντζί όπως η «απεργία» του ΠΑΜΕ. Οι πιέσεις τόσο από την κυβέρνηση, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, τις ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ, δεν κατορθώνουν να πείσουν τη συμβιβασμένη πλειοψηφία να σταματήσει την απεργία. Στα πλαίσια της Ομοσπονδίας ακόμη και στην κορυφή της έχουμε σοβαρές διαφοροποιήσεις στελεχών της ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ κάτω από τη δυσαρέσκεια και για το ξεπούλημα της εθνικής συλλογικής σύμβασης. Τι θα περίμενε κανείς από τις «ταξικές δυνάμεις»; Μα φυσικά να διευκολύνουν με κάθε τρόπο τις διαφοροποιήσεις αυτές, να στηρίξουν την ηγεσία της Ομοσπονδίας απέναντι στις αφόρητες πιέσεις που δέχεται ώστε να συνεχιστεί με επιτυχία για τους εργαζόμενους του κλάδου ο απεργιακός αγώνας.
Όμως, αντί γι’ αυτό ο Ριζοσπάστης (11/4/2006) ανακαλύπτει κάπως αργά ότι υπάρχει σε εξέλιξη πραγματική απεργία, αυτή της ΠΟΕ-ΟΤΕ και η ανώνυμη «άποψή» του μας εξηγεί τα πράγματα: «Από την περασμένη Τετάρτη, οι εργαζόμενοι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δίνουν έναν απεργιακό αγώνα με κεντρικά αιτήματα την υπογραφή ικανοποιητικής Συλλογικής Σύμβασης, την ένταξη του κλάδου στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μόνιμη και σταθερή δουλιά για όλους. Στην κήρυξη, οργάνωση και περιφρούρηση της απεργίας, καθοριστικός ήταν και παραμένει ο ρόλος των ταξικών δυνάμεων. Η παράταση της απεργιακής κινητοποίησης, που συνεχίζεται και σήμερα, επιβλήθηκε από τους ίδιους τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, παρά τις μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας στην Ομοσπονδία (ΠΟΕ ΟΤΑ) από το περασμένο Σάββατο να αναστείλει την απεργία.» Εμείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσουμε τους ισχυρισμούς για το ρόλο των «ταξικών δυνάμεων». Απλά πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εργαζόμενοι όταν θέλουν να επιβάλουν απεργίες επιλέγουν να το κάνουν μέσα από τις Ομοσπονδίες τους και όχι μέσα από τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ». Κι επιπλέον φαίνεται ότι ξέρουν τον τρόπο να εξαναγκάζουν τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες των συνδικάτων τους να προχωρούν σε σοβαρές απεργιακές κινητοποιήσεις για τα αιτήματα του κλάδου. Γιατί, λοιπόν, αυτή η πρεμούρα να καταγγελθεί η πλειοψηφία της Ομοσπονδίας, όταν μάλιστα αυτή υποχωρεί στις πιέσεις όχι των ηγετών της, αλλά των εργαζομένων; Μήπως γιατί χαλά σε κάποιους την «ταξική» συνταγή; Κι αυτή η στάση δεν διευκολύνει τις πιέσεις που ασκούν κυβέρνηση, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ σ’ όσους «δικούς τους» έχουν διαφοροποιηθεί;
Απ’ ότι φαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της «άποψης» του Ριζοσπάστη λαχταρά να δει μια ακόμη προδομένη απεργία από τις συμβιβασμένες ηγεσίες και τρέχει να βάλει κι αυτός πλάτη. Τη σημασία έχει αν κάτι τέτοιο θα πλήξει άμεσα τον αγώνα των ίδιων των εργαζομένων. Η λύση είναι έτοιμη και διαθέσιμη σαν το μουρουνέλαιο για όλους: «Όλοι τους πρέπει να πάρουν απάντηση. Με την κλιμάκωση του απεργιακού αγώνα, το συντονισμό με άλλους κλάδους και την αλλαγή των συσχετισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με την καταδίκη των κομμάτων του κεφαλαίου και των υποψηφίων τους στις επερχόμενες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Με την ανάδειξη αγωνιστών δημάρχων και νομαρχών που θα βρίσκονται στο πλευρό των εργαζομένων και όχι απέναντί τους.» Και με τι συγκεκριμένη απεργία τι πρέπει να γίνει; Ποιος νοιάζεται; Θα προδοθεί, που θα προδοθεί, γιατί να μην προδοθεί μια ώρα αρχύτερα να μας αφήσει και εμάς τις «ταξικές δυνάμεις» να ασχοληθούμε με σοβαρότερα πράγματα; Τι είναι μια κλαδική απεργία εργαζομένων μπροστά στην «ταξική απεργία» του ΠΑΜΕ. Τι αξία έχουν τα εργατικά αιτήματα μιας απεργίας μπροστά στη ψήφο στο ΚΚΕ για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Απολύτως καμμιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου