Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Όχι στην ιδιωτικοποίηση του κράτους. Ναι στην ανάδειξη του δημόσιου τομέα σε βασικό μοχλό και αναντικατάστατο μέσο για την ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας.




Με το νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, η κυβέρνηση επιχειρεί να «κλείσει» οριστικά το ζήτημα του «δημόσιου χαρακτήρα» των επιχειρήσεων κρατικής συμμετοχής, αλλά και των εργασιακών σχέσεων προς όφελος της ασύδοτης ιδιωτικής κερδοσκοπίας.

Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι του νομοσχεδίου για τις ΔΕΚΟ;

1.                  Το νομοσχέδιο αυτό για τις ΔΕΚΟ, δεν προκύπτει από την κατάσταση του δημοσίου τομέα, ούτε της οικονομίας, αλλά αποτελεί μορφή υλοποίησης της οδηγίας Μπολκενστάιν, αλλά και της συνολικότερης πολιτικής της ΕΕ. Η Κομισιόν, κατ’ απαίτηση των ΗΠΑ που πιέζουν αφόρητα για φιλελευθεροποίηση της αγοράς δημόσιων υπηρεσιών στην Ευρώπη, έφερε τη συγκεκριμένη οδηγία, η οποία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους εργαζόμενους σχεδόν σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ.
Στο πρόσφατο «όχι» του Γαλλικού λαού στο δημοψήφισμα για το ευρωσύνταγμα, συνέβαλε σημαντικά και η πάλη των Γάλλων εργαζόμενων εναντίον της οδηγίας Μπολκεστάιν. Μπροστά στις λαϊκές αντιδράσεις που γεννά ως πανδημία πια σχεδόν σε όλες τις χώρες της ΕΕ η διχτατορική επιβολή πολιτικών από τις Βρυξέλλες και την Ουάσινγκτον, ανατέθηκε στις κυβερνήσεις κάθε κράτους-μέλους στην τελευταία σύνοδο κορυφής να εισάγουν εσπευσμένα με «εθνικά νομοθετήματα» την πλήρη ιδιωτικοποίηση και το άνοιγμα του δημόσιου τομέα στις πολυεθνικές και την κερδοσκοπία της αγοράς. Αυτή τη δέσμευση υποτέλειας έρχεται να υλοποιήσει η κυβέρνηση και να ανοίξει πια οριστικά το δρόμο για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής για να τηρηθούν οι όροι της ΟΝΕ και να στηριχθεί το ευρώ.
2.                  Με το νομοσχέδιο ολοκληρώνεται η πορεία ιδιωτικοποίησης των ΔΕΚΟ, που ξεκίνησε με την επιβολή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στη λειτουργία τους. Οι δημόσιες επιχειρήσεις γίνονται επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, ακόμη και όταν η πλειοψηφία των μετοχών τους ανήκει στο δημόσιο. Το δημόσιο γίνεται μέτοχος επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα οι οποίες λειτουργούν με όρους κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο και στην αγορά ευρύτερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι με δήλωσή του ο υπουργός οικονομικών σχετικά με τα τεκταινόμενα στη ΔΕΗ ξεκαθάρισε ότι το  δημόσιο ως «μέτοχος» ενδιαφέρεται «μόνο για την τιμή της μετοχής και την κεφαλαιοποίηση». Με άλλα λόγια, ενδιαφέρεται μόνο για το «αντίκρισμα» που έχουν οι επιχειρήσεις κρατικού ενδιαφέροντος, όχι στις κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας, αλλά στην κερδοσκοπία της χρηματαγοράς.
3.                  Με το νέο νομοσχέδιο χάνεται πλέον και τυπικά η έννοια του «δημόσιου συμφέροντος» και της «κοινής ωφέλειας». Η κυβέρνηση προχωρά ξεδιάντροπα στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου συμφέροντος. Οι επιχειρήσεις που παλιά είχαν σαν στόχο την κοινή ωφέλεια της κοινωνίας αδιάκριτα μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις γενικού συμφέροντος» όπως επιτάσσει η ΕΕ. Οι ιδιωτικές εταιρείες και κυρίως τα πολυεθνικά μονοπώλια καλούνται πια να παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες «δημόσιου συμφέροντος» με το αζημίωτο φυσικά. Το κράτος καλείται να κάνει όσο μπορεί πιο «ελκυστικά» για το ιδιωτικό κεφάλαιο τα αγαθά και τις υπηρεσίες «δημόσιου συμφέροντος», με επιπλέον επιδοτήσεις, με περισσότερες χαριστικές ρυθμίσεις, με μεγαλύτερη απελευθέρωση της κερδοσκοπίας, με  ακόμη πιο προνομιακές συμβάσεις και εγγυήσεις προς τους ιδιώτες, με νέες κρατικές προμήθειες και έργα προς όφελος εργολάβων και ιδιωτικών μονοπωλίων Το κράτος αποποιείται οριστικά κάθε στόχο αναπτυξιακής στήριξης της οικονομίας και κάλυψης κοινωνικών αναγκών, για να στηρίξει άμεσα την ιδιωτική κερδοσκοπία, μιας και σύμφωνα με τον κ. Αλογοσκούφη «μόνο οι επιχειρήσεις παράγουν ανάπτυξη».
4.                  Με το νομοσχέδιο καταργείται ακόμη και τυπικά η όποια έως σήμερα διοικητική αυτοτέλεια των πρώην ΔΕΚΟ, μιας και επιβάλλεται η απευθείας αναφορά στον υπουργό ακόμη και για τη λειτουργία επιμέρους τμημάτων των επιχειρήσεων. Αυτή η πλήρης γραφειοκρατική υποταγή της λειτουργίας των επιχειρήσεων κρατικού ενδιαφέροντος στον υπουργό και γενικότερα στην κυβέρνηση δεν γίνεται απλά και μόνο για να τις μετατρέψει σε απόλυτο πολιτικό φέουδο του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, αλλά και για να τις υποτάξει πλήρως στους «εθνικούς προμηθευτές» και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που στηρίζουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Ταυτόχρονα εξαρθρώνει κάθε δυνατότητα σοβαρού επιχειρησιακού σχεδιασμού, ώστε να ωφεληθούν άμεσα οι ιδιώτες ανταγωνιστές.   
5.                  Το νομοσχέδιο καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στις εργασιακές σχέσεις, στις συλλογικές συμβάσεις, στην ίδια την ύπαρξη των συνδικαλιστικών οργανώσεων και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.
Πιο συγκεκριμένα:
-Οι μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις και οι εισηγμένες και ζημιογόντες επιχειρήσεις υποχρεούνται, εντός 4 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου ή από τη δημοσίευση αρνητικού ισολογισμού, να αλλάξουν τους γενικούς κανονισμούς προσωπικού που αφορούν στο υφιστάμενο προσωπικό. Αν η αλλαγή δεν γίνει με συμφωνία επιχείρησης και εργαζομένων, οι νέοι κανονισμοί θα γίνουν με νόμο της κυβέρνησης.
-Οι προσλήψεις και οι απολύσεις νέου προσωπικού θα γίνονται «κατά παρέκκλιση των κανονισμών των ΔΕΚΟ». Η κάθε ΔΕΚΟ ορίζει τα κριτήρια πρόσληψης, ενώ για τις απολύσεις δεν ισχύει ο κανονισμός προσωπικού στην αντίστοιχη ΔΕΚΟ, αλλά οι γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
-Όσα ορίζονται σε κανονισμούς ή συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες (προσλήψεις, απολύσεις, αμοιβές, σχέσεις εργασίας) μπορούν να αλλάζουν ακόμη και με κοινές υπουργικές αποφάσεις, που ρυθμίζουν «ειδικά θέματα».
Δεν δημιουργούνται απλώς εργαζόμενοι «δύο ταχυτήτων» (παλιοί και νέοι), αλλά κτυπιούνται τα εργασιακά δικαιώματα, απελευθερώνονται οι απολύσεις, μειώνονται οι αποδοχές του συνόλου των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Σε περίπτωση αρνητικού ισολογισμού η επιχείρηση θα μεταβιβάζει τις ζημιές στους εργαζομένους, αφού σ’ αυτή την περίπτωση η διοίκησή της θα έχει το δικαίωμα από το νόμο να μειώνει αποδοχές και παροχές μέσω της αλλαγής του κανονισμού. Η μονομερής από τη διοίκηση ή με υπουργική απόφαση αλλαγή του κανονισμού συνεπάγεται τη δυνατότητα ελευθερίας απόλυσης όχι μόνο των νέων αλλά και των παλιών εργαζομένων. Καταργούνται οι κλαδικές συμβάσεις με αποτέλεσμα τη συνολική συμπίεση των αμοιβών προς τα κατώτερα επίπεδα.
Το νομοσχέδιο ως σύνολο και όχι απλώς κάποια επιμέρους διάταξή του πλήττει θεμελιώδη εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα.
Η καταστροφή εργασιακών κεκτημένων δεν αποτελεί πλήγμα μόνο εναντίον των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, αλλά εναντίον του συνόλου των εργαζομένων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Κι αυτό γιατί εισάγει ένα ακόμη στοιχείο απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων στην αγορά εργασίας, δηλαδή «ανοίγει τους ασκούς του Αίολου» και για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Το ίδιο ισχύει για τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, που εισάγει ακόμη ένα στοιχείο πίεσης προς τα κάτω των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
Αν η κατάσταση των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ υποβαθμιστεί, δεν θα έχουμε απλώς ισοπέδωση προς τα κάτω σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, αλλά η κατάσταση των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση.
Η κατάργηση με νόμο συλλογικών συμβάσεων και των αποτελεσμάτων τους αποτελεί καίριο πλήγμα στο δικαίωμα όλων των εργαζομένων σε ελεύθερες συλλογικές συμβάσεις και επομένως πλήττει καίρια τις ίδιες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Το νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ αποτελεί πλήγμα για όλους τους εργαζομένους. Αφενός με την ιδιότητά τους ως μισθωτών, αφού επιτίθεται σε εργασιακά δικαιώματα και αμοιβές και πάνω απ’ όλα στις συλλογικές συμβάσεις. Αφετέρου ως πολιτών που έχουν το δημοκρατικό δικαίωμα σε καθολικές δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές.

Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν θα πρέπει να υπάρχουν δημόσιες επιχειρήσεις οι οποίες να λειτουργούν με όρους κοινής ωφέλειας και δημόσιου συμφέροντος, που καθορίζεται από τις λαϊκές ανάγκες.

Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δεν οδηγεί σ’ ένα «μικρότερο κράτος», αλλά σ’ ένα ακόμη πιο διογκωμένο, παρασιτικό, αυταρχικό και διεφθαρμένο κράτος.

Οι ίδιες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που για χρόνια τώρα υπονόμευσαν το δημόσιο τομέα, χωρίς να πάρουν ποτέ την ευθύνη για την κακή διαχείριση των ΔΕΚΟ, μας λένε σήμερα ότι χρειαζόμαστε ένα «μικρό και ευέλικτο επιτελικό κράτος», μόνο και μόνο για να επιβάλουν ευρύτερες ιδιωτικοποιήσεις και πλήρη απορρύθμιση.
Αυτή η πολιτική δεν προωθείται ούτε για να «σωθούν» οι δημόσιες επιχειρήσεις από τα ελλείμματα ούτε για να βελτιωθεί η παροχή υπηρεσιών προς το λαό.

Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα ιδιωτικοποιήσεων στον κόσμο που να ωφέλησε τα λαϊκά στρώματα και την εθνική οικονομία. Δεν υπήρξε ούτε μια ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα χωρίς «σκάνδαλα» και νομιμοποίηση της πλήρους εξάρτησης από μονοπωλιακά ιδιωτικά συμφέροντα. Παρά τα συντριπτικά κύματα ιδιωτικοποιήσεων που γνώρισαν σχεδόν όλες οι χώρες έως σήμερα, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε η κατάσταση, αλλά επιδεινώθηκε ραγδαία. Μπορεί το κράτος να έχασε ζωτικούς για την κοινωνία τομείς δράσης και να πέρασε από την εποχή των παλιών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στην εποχή των σημερινών εικονικών «πλεονασμάτων», αλλά ο παρασιτικός, διεφθαρμένος και άκρως αντιδραστικός του χαρακτήρας ενισχύθηκε, έγινε ακόμη πιο ασφυκτικός, ακόμη πιο καταπιεστικός για το σύνολο της εργαζόμενης κοινωνίας.
Την ίδια ώρα η επέκταση του ιδιωτικού κεφαλαίου ακόμη και σε χώρους που πριν μερικά χρόνια ήταν προνομιακοί χώροι κρατικής δράσης, (όπως π.χ. συγκοινωνίες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, υγεία, παιδεία, υποδομές, κοκ) μπορεί να πρόσφερε νέες ευκαιρίες κερδοσκοπίας, αλλά επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση, τόσο της οικονομίας συνολικά, όσο και της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργαζόμενης κοινωνίας. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δε εφαρμόζεται για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κρατικής διαχείρισης, αλλά για να «ανοίξουν νέες αγορές» στην κερδοσκοπία του ιδιωτικού κεφαλαίου και κυρίως του πολυεθνικού.
Η αποκαλούμενη πολιτική των «αποκρατικοποιήσεων» αποστερεί το κράτος από την κατεξοχήν παραγωγική του λειτουργία, τη βασική του οικονομική χρησιμότητα για την εργαζόμενη κοινωνία. Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παράσχει καμμιά «κοινή ωφέλεια», ούτε καν στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, που έτσι κι αλλιώς χρυσοπληρώνει η εργαζόμενη κοινωνία; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν έχει καμιά δυνατότητα να παράγει το δικό του εισόδημα, παρά μόνο ασκείται στην φορολογική λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή και στην οικονομία, εκτός από το να παρέχει επιδοτήσεις, χαριστικές συμβάσεις, έργα και προμήθειες στο ιδιωτικό κεφάλαιο και να συντηρεί με κάθε τρόπο την κρατικοδίαιτη επιχειρηματική κερδοσκοπία;
Με την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων το μόνο που τελικά απομένει ως κράτος είναι ένας τεράστιος, υπερτροφικά διογκωμένος και άκρως παρασιτικός μηχανισμός γραφειοκρατικής διοίκησης, καταστολής και διευθέτησης κοινωνικών συγκρούσεων, που συντηρείται μέσα από μια βάρβαρη φορομπηκτική πολιτική και τον υπερδανεισμό του κράτους. Ένας μηχανισμός που ανοικτά πλέον και δίχως προσχήματα αποτελεί προνομιακό πεδίο ταύτισης του χρήματος με την πολιτική, των επιχειρηματικών συμφερόντων με τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Αυτό που χρεοκόπησε δεν είναι ο δημόσιος τομέας, αλλά η υποταγή του στις αντιλαϊκές πολιτικές των κυβερνήσεων και τις κερδοσκοπικές ορέξεις των επιχειρηματικών συμφερόντων που το νέμονται.

Ένας πολιτικός και οικονομικός συνασπισμός συμφερόντων της «ελεύθερης αγοράς» διεξάγει μια συστηματική επίθεση ενάντια στον οικονομικό ρόλο του κράτους. Το σχήμα είναι χυδαία απλοϊκό: η «ελεύθερη αγορά» και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έχουν ταυτιστεί με την αξιοκρατία, την «ελευθερία επιλογής», τη δημοκρατία, την αποτελεσματικότητα, την ανάπτυξη. Ενώ το κράτος, η κρατική παρέμβαση και η «κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα», έχει ταυτιστεί με την αναξιοκρατία, την αναποτελεσματικότητα, την διαφθορά, τον πατερναλισμό της κοινωνίας, κοκ.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το μέγεθος του κράτους, αλλά το ποιον εξυπηρετεί το κράτος. Όταν πρόκειται να έλθει σε βοήθεια των  εργαζόμενων, το κράτος υπήρξε πάντα δυσκίνητο, αδέξιο, προβληματικό, αναποτελεσματικό και ιδιαίτερα κοστοβόρο. Όταν, όμως, προστρέχει σε ενίσχυση των πλουσίων και των καλά δικτυωμένων επιχειρηματιών, το κράτος αναλαμβάνει δράση με εκπληκτική ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Το βασικό πρόβλημα με το δημόσιο επιχειρηματικό τομέα ήταν εξαρχής ότι οικοδομήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του ιδιωτικού. Οι δημόσιες επιχειρήσεις λειτούργησαν ευθύς εξαρχής με βάση το «χρυσό κανόνα» που ήθελε το κράτος να δραστηριοποιείται όχι ανταγωνιστικά, άλλά συμπληρωματικά στην αγορά, όχι ενάντια στα κερδοσκοπικά συμφέροντα που κυριαρχούν σ’ αυτήν, αλλά ως στήριγμα, ως αρωγός των «ατελειών» της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ως φορέας όπου το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο μπορούσε να φορτώσει ανέξοδα για το ίδιο τις ζημιές και τα κόστη του.

Οικοδομήθηκε μια κρατική παρέμβαση που είχε σκοπό να επιλαμβάνεται των προβλημάτων που δημιουργούσε η αγορά και η δράση του ιδιωτικού κεφαλαίου, δηλαδή να λειτουργεί ως σκουπιδιάρης και νοσοκόμος της αγοράς, ως αποδέκτης των απορριμμάτων και παρηγορητής των θυμάτων της ιδιωτικής οικονομίας. Αυτή υπήρξε η πηγή των χρόνιων ελλειμμάτων, της δυσπραγίας και των αδιεξόδων του δημόσιου τομέα.

Αυτός ο χαρακτήρας του κράτους δεν αλλάζει με τις ιδιωτικοποιήσεις. Αντίθετα το κράτος καλείται να υποβοηθήσει ξανά την ιδιωτική οικονομία. Μόνο που αυτή τη φορά η ύπαρξη τρομαχτικών ιδιωτικών μονοπωλίων, ιδίως πολυεθνικών, οι τεράστιες ανάγκες κερδοσκοπίας τους και οι δυνατότητες τους να απορροφούν αγορές, είναι τέτοιες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για συμπληρωματική «κρατική επιχειρηματική δράση».

Ταυτόχρονα τα χρόνια προβλήματα υπερπαραγωγής, διαρθρωτικών ανωμαλιών και μεγάλων αναστατώσεων που μαστίζουν την «ελεύθερη αγορά», απαιτούν την αυξημένη κρατικοδίαιτη στήριξη του επιχειρηματικού κέρδους, μέσα από διευρυμένα κρατικά «αναπτυξιακά προγράμματα», έργα και προμήθειες, όλων των ειδών τις επιχορηγήσεις και τις δημόσιες καταναλωτικές δαπάνες. Έτσι εξαντλούνται τα περιθώρια ακόμη και για στοιχειώδεις «κοινωνικές δαπάνες», ακόμη και για παραδοσιακές πολιτικές στήριξης των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας.

Η ίδια λογική για το δημόσιο τομέα, που οδήγησε παλιότερα σε ελλειμματικές, προβληματικές, συμπληρωματικού χαρακτήρα και υποταγμένες στην ιδιωτική κερδοσκοπία κρατικοποιήσεις, επιβάλει σήμερα και τις μαζικές «αποκρατικοποιήσεις».


Το ζήτημα δεν είναι μικρός ή μεγάλος δημόσιος τομέας, αλλά ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του και η σχέση του με την εργαζόμενη κοινωνία.
Οι δυνάμεις που έχουν αποδεχθεί τον αυτόματο πιλότο της ΕΕ δεν θέλουν ισχυρό δημόσιο τομέα ανταγωνιστικό στο καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας της χώρας στις μονοπωλιακές δυνάμεις της αγοράς. Θεωρούν επιζήμιο το παραγωγικό κράτος, γιατί ζημιώνει το ιδιωτικό κεφάλαιο και τις δυνάμεις της αγοράς. Από εδώ και όλες οι πολιτικές περί «φιλελευθεροποίησης της αγοράς». Η αλήθεια, όμως, είναι μια.
·                     Δεν μπορεί να υπάρξει παραγωγική οικονομία και ανάπτυξη της χώρας προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των αναγκών του λαού και των εργαζομένων χωρίς ισχυρό δημόσιο τομέα, χωρίς ο δημόσιος επιχειρηματικός τομέας να αναδειχθεί σε βασικό μοχλό και αναντικατάστατο μέσο για την ανάπτυξη της οικονομίας, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας, των νέων τεχνολογιών, της παραγωγής κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών.
·                     Δεν μπορεί η ελληνική οικονομία να αντιμετωπίσει τις ασφυκτικά μονοπωλιακές καταστάσεις που διαμορφώνονται στην εσωτερική και παγκόσμια αγορά, ούτε να διεκδικήσει καλύτερη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, χωρίς ισχυρό δημόσιο τομέα που να στηρίζει και να στηρίζεται στην ανάπτυξη της εθνικής παραγωγής και την παραγωγικότητα της εργασίας.
·                     Δεν μπορούν να υπάρξουν υπηρεσίες κοινής ωφέλειας προσιτές σε όλους τους εργαζόμενους και με σκοπό την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας, μέσα στα πλαίσια και με τα κριτήρια της αγοράς, όπου πρυτανεύει η λογική του κέρδους, αλλά μόνο μέσα από έναν ισχυρό δημόσιο τομέα σε ανταγωνιστική σχέση και αντιπαράθεση με την αγορά, τη λογική, τα κριτήρια και τις δυνάμεις που κυριαρχούν σ’ αυτήν.
Ισχυρός δημόσιος τομέας σημαίνει
  1. Την απαλλαγή των δημοσίων επιχειρήσεων και ευρύτερα του δημόσιου τομέα από τον ασφυκτικό έλεγχο των ντόπιων και ξένων μονοπωλιακών συμφερόντων, που το νέμονται μέσα από τις προμήθειες, τις υπεργολαβίες, την εμπορική και τιμολογιακή πολιτική, την χαριστική παραχώρηση μεριδίων αγοράς, τις λεόντειες συμβάσεις, την προνομιακή αξιοποίηση των κρατικών υποδομών, κοκ.
  2. Τη διεύρυνση του δημόσιου τομέα με νέες επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς, με την εθνικοποίηση μονοπωλιακών επιχειρήσεων σε κρίσιμους τομείς για την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας, με την επέκταση στο εμπόριο ιδιαίτερα του εισαγωγικού και του εξαγωγικού σε ανταγωνιστική σχέση με τις δυνάμεις της αγοράς που λυμαίνονται το χώρο.
  3. Την απελευθέρωση της πρωτοβουλίας του δημόσιου επιχειρηματικού τομέα από τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης και των επιμέρους υπουργών της, που τον μετατρέπει σε ιδιωτικό φέουδο των κυβερνώντων κομμάτων και την υπαγωγή του απευθείας στον πολιτικό έλεγχο του κοινοβουλίου.
  4. Την εξασφάλιση της αυτοτέλειας των δημοσίων επιχειρήσεων στα πλαίσια ενός συνολικού δημοκρατικού προγραμματισμού, δεσμευτικού πριν απ’ όλα για το κράτος, που βασική του επιδίωξη θα είναι η εναρμόνιση των επιμέρους στόχων και παραγωγικών πρωτοβουλιών με τη συνολική κατεύθυνση ανασυγκρότησης της οικονομίας προς όφελος των εργαζομένων και την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.
  5. Την κατάκτηση της πλήρους διαφάνειας και της δημοκρατικής διαχείρισης μέσα από την κατάργηση όλων των απορρήτων και στεγανών, του αντιδημοκρατικού νομικού πλαισίου που προσδιορίζει τη δράση των δημόσιων επιχειρήσεων, το αποφασιστικό κτύπημα του ρουσφετιού και των διακρίσεων, το σεβασμό και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, την αποφασιστική συμμετοχή τους σ’ όλα τα επίπεδα διεύθυνσης και στον καθορισμό της πολιτικής των επιχειρήσεων.
  6. Τη συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας και της μείωσης του πραγματικού κόστους λειτουργίας με την εισαγωγή νέου συστήματος κριτηρίων αποδοτικότητας στη βάση της αύξησης της καθαρής προστιθέμενης αξίας που παράγεται στις δημόσιες επιχειρήσεις, τη συμβολή τους στην αύξηση της σταθερής απασχόλησης, την ανάπτυξη της ποιότητας και του εύρους των παρεχομένων προϊόντων ή υπηρεσιών και γενικότερα τη συμβολή τους στην παραγωγική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας και την εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου