Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Διακήρυξη για την αποδέσμευση από την ΕΕ





Το εγχείρημα της ΕΕ για την προώθηση του ευρωσυντάγματος αποτέλεσε μια πολιτική τομή στην πορεία της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Το ευρωσύνταγμα αποτέλεσε πρώτα και κύρια την προσπάθεια της ΕΕ να επιβεβαιωθεί επίσημα ως υπερεθνικό κέντρο με απολυταρχικές εξουσίες απέναντι στους λαούς και τις χώρες τους. Αποτέλεσε μια προκλητική επίδειξη δύναμης των μηχανισμών της, οι οποίοι επιχείρησαν με μια μονοκονδυλιά να διαγράψουν ολόκληρη την ιστορία πολιτικών, συνταγματικών και κοινωνικών κατακτήσεων των λαών της Ευρώπης. Γι’ αυτό και η απόρριψή του από τους λαούς και τους εργαζομένους της Γαλλίας και της Ολλανδίας, που εξέφρασαν τις διαθέσεις και των άλλων λαών της Ευρώπης, αποτέλεσε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη γι’ αυτούς.
Με την απόρριψη του ευρωσυντάγματος οι λαοί εξέφρασαν πρωταρχικά τη θέλησή τους να διεκδικήσουν την κυριαρχία τους και τη δυνατότητα να ελέγχουν τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις στη χώρα τους. Έτσι η απόρριψη του ευρωσυντάγματος αποτέλεσε ένα ηχηρό «ως εδώ και μη παρέκει» από τους λαούς προς την ΕΕ ως σύνολο. Ήταν μια μορφή απόρριψης της ίδιας της ΕΕ, γι’ αυτό και οδήγησε ολόκληρο το οικοδόμημα σε βαθύτατη κρίση. Μια κρίση πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης, που πηγάζει από τις σκληρές εμπειρίες τις οποίες βιώνουν οι εργαζόμενοι και οι λαοί όλων των χωρών-μελών. Η ΕΕ συνδέεται αδιάρρηκτα με τη δραματική επιδείνωση της εργασιακής κατάστασής τους, με την καθίζηση του βιοτικού επιπέδου τους συνολικά, με τις δυσοίωνες οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές τους.


Όμως, παρά και ενάντια στην εκφρασμένη θέληση των λαών της Ευρώπης, η ΕΕ δεν έχει παραιτηθεί από τις στοχεύσεις του ευρωσυντάγματος. Πώς άλλωστε θα μπορούσε; Κάτι τέτοιο θα σήμαινε την άρνηση της ίδιας της φύσης της. Αυτό μαρτυρεί η πρόσφατη απόφαση της ΕΕ να επαναφέρει το ζήτημα της «συνταγματικής συνθήκης», ενώ παράλληλα προωθεί από το παράθυρο ουσιαστικές παραμέτρους του ευρωσυντάγματος. Μακριά από τους λαούς και μέσα στον «κλειστό κύκλο» των οργάνων της ΕΕ παίρνονται αποφάσεις που υποθηκεύουν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα, κάθε κοινωνική και εργασιακή κατάκτηση για λογαριασμό των αναγκών των πολυεθνικών, των καλά δικτυωμένων επιχειρηματικών συμφερόντων και των κερδοσκόπων.
Αποδεικνύεται στην πράξη ότι η ΕΕ δεν αποτελεί διεθνή ένωση κρατών, αλλά υπερεθνικό μηχανισμό καταναγκαστικής επιβολής αντιλαϊκών πολιτικών, αντιδημοκρατικών μέτρων και συνθηκών εργασιακού μεσαίωνα προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Πρόκειται για έναν ισχυρό μοχλό ανατροπής ακόμη και της τυπικής λαϊκής κυριαρχίας, πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν ιστορικά τα εθνικά κράτη κάτω από την πάλη των λαών, προς όφελος της πιο στυγνής απολυταρχίας μιας υπερεθνικής γραφειοκρατικής και επιχειρηματικής ολιγαρχίας, που συγκροτείται γύρω από τα όργανα της ΕΕ, τις δικτυωμένες πολιτικές ηγεσίες σε κάθε χώρα, τις οργανωμένες εκφράσεις του μεγάλου κεφαλαίου και της χρηματιστικής αγοράς.
Χαρακτηριστική της επιμονής της ΕΕ να προωθήσει με κάθε μέσο το ευρωσύνταγμα είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 13 Σεπτεμβρίου 2005 που δίνει στους υπερεθνικούς θεσμούς των Βρυξελλών την εξουσία να υποχρεώνουν τις αρχές των χωρών μελών να επιβάλλουν πρόστιμα ή ποινές φυλάκισης για παραβίαση ευρωπαϊκών νόμων, ακόμη κι αν η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της χώρας μέλους αντιτίθενται. Το ευρωπαϊκό σύνταγμα προέβλεπε εναρμονισμένο ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έρχεται να εφαρμόσει σημαντικό τμήμα του ευρωσυντάγματος που απορρίφθηκε από τους λαούς. Παραβιάζει και τις στοιχειωδέστερες ακόμη αρχές της δημοκρατίας και της συνταγματικότητας.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με το νόμο για το βασικό μέτοχο: Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι ευρωπαϊκοί νόμοι, η περίφημη «ελευθερία» του κεφαλαίου είναι πάνω ακόμη και από το σύνταγμα μιας χώρας μέλους. Τι πιο αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ολόκληρο το οικοδόμημα της ΕΕ είναι στον αντίποδα και των πιο θεμελιωδών αρχών της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας;
Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στη χώρα μας, πλήρως υποταγμένες στην ΕΕ και υπηρετώντας τις επιδιώξεις της, προωθούν νέα συνταγματική αναθεώρηση, πριν καν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι της προηγούμενης. Στόχος αυτής της αναθεώρησης είναι η ακόμη μεγαλύτερη προσαρμογή του ελληνικού συντάγματος στο πλαίσιο της ΕΕ και η υποταγή της χώρας στην απολυταρχική εξουσία των Βρυξελλών. Έτσι βιάζονται να εξαλείψουν οποιοδήποτε κώλυμα που πιθανόν υπάρχει στο εθνικό σύνταγμα. Να κατοχυρώσουν πλήρως το αυθαίρετο της κεντρικής εξουσίας, παραγκωνίζοντας και καταργώντας θεσμούς και δικαιώματα μέσω των οποίων παρεμποδίζεται ή ελέγχεται η αυθαίρετη άσκηση πολιτικής από την εξουσία.
Η ακύρωση της δυνατότητας κατάρτισης του κρατικού προϋπολογισμού από την κυβέρνηση και υποβολής του για ψήφιση στη βουλή δίχως την προηγούμενη έγκριση της Κομισιόν αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της ανύψωσης της Κομισιόν σε υπέρτερη εξουσία έναντι της βουλής της χώρας αλλά και έκφραση της τάσης για ακόμη μεγαλύτερη υποταγή της εγχώριας οικονομίας στις επιταγές της ΕΕ προς όφελος των πιο ισχυρών ξένων και ντόπιων μονοπωλιακών συμφερόντων. Αυτή η επιβολή είναι καθοριστική για πιο αδύναμες οικονομικά χώρες, όπως η Ελλάδα, αλλά η δήλωση του Επιτρόπου Αλμούνια πως η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα δείχνει ότι πρόκειται για γενικότερη κατεύθυνση που αφορά στο σύνολο των χωρών.
Καθημερινά η ΕΕ γίνεται όλο και πιο ασφυκτικός κλοιός για τον ελληνικό λαό, για όλους τους λαούς της Ευρώπης.

Πώς μπορεί να συνεχιστεί με συνέπεια η πάλη κατά του ευρωσυντάγματος;

Υπάρχουν περιθώρια ικανοποίησης των συμφερόντων των εργαζομένων και του λαού εντός του πλαισίου της ΕΕ ή ο αγώνας γι’ αυτά τα συμφέροντα επιτάσσει την πάλη για τον απεγκλωβισμό από αυτό το πλαίσιο; Αυτό είναι το κεντρικό δίλημμα που βρίσκεται στην καρδιά όλων των τοποθετήσεων απέναντι στην ΕΕ. Το πώς απαντά κανείς σ’ αυτό το δίλημμα καθορίζει το αν παίρνει θέση υπέρ των εργαζομένων και του λαού ή βρίσκεται στην αντίπερα όχθη.

Στη χώρα μας, όπως και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η ΕΕ αποτελεί μηχανισμό επιβολής των πιο αντιδραστικών αντεργατικών και αντικοινωνικών πολιτικών.
Δεν υπάρχει κανένα αντεργατικό και αντικοινωνικό μέτρο που για την προώθησή του να μην έπαιξε ουσιαστικό ρόλο η ΕΕ:
  • Στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την κατάργηση του οκταώρου μέχρι την επίθεση κατά της Κοινωνικής Ασφάλισης.
  • Στη συνεχιζόμενη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και επομένως όλων των κρατικών κοινωνικών παροχών σε όλους τους τομείς μέχρι τα αντικοινωνικά μέτρα στον τομέα της υγείας και της παιδείας.
  • Στο αποφασιστικό κτύπημα της εργατικής νομοθεσίας μέχρι την υπονόμευση των συλλογικών συμβάσεων και την αμφισβήτηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
  • Στις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και τη διάλυση των δημόσιων επιχειρήσεων και κοινωνικών υπηρεσιών προς όφελος των πιο ασύδοτων και αρπαχτικών κερδοσκοπικών συμφερόντων.
  • Στον προγραμματισμένο θάνατο της εθνικής αγροτικής παραγωγής, στο ξεκλήρισμα της υπαίθρου, στη ραγδαία υποβάθμιση της διατροφικής ασφάλειας και ποιότητας προς όφελος μιας «ανοιχτής αγοράς» μονοπωλημένης από πολυεθνικές.    

Πίσω από όλες τις αντιλαϊκές πολιτικές βρίσκονται συγκεκριμένες κατευθύνσεις και οδηγίες της ΕΕ.
§  Η πολιτική της μόνιμης και διαρκούς λιτότητας μισθών και συντάξεων είναι σύμφυτη με το πλαίσιο της ΕΕ, την ΟΝΕ και γενικά την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Το εξαναγκαστικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, η επίταση της οικονομικής κρίσης από τις πολιτικές της ΕΕ, οι ιδιωτικοποιήσεις και η διάλυση δημόσιων επιχειρήσεων και κοινωνικών υπηρεσιών, τα μέτρα απορρύθμισης συνιστούν ένα σύνολο πολιτικών που οργανώνουν την αύξηση της ανεργίας.
§  Η ΕΕ δεν έχει να επιδείξει κανένα μέτρο υπέρ των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Από την ιδρυτική της πράξη η ΕΕ αποτελεί ένα διαρκές σφυροκόπημα εναντίον των λαϊκών ελευθεριών, της δημοκρατίας, των εργασιακών κατακτήσεων και των κοινωνικών δικαιωμάτων. Διευκόλυνε με κάθε τρόπο πολιτικές δυνάμεις και κυβερνήσεις σε κάθε χώρα-μέλος να οικοδομήσουν ένα αυταρχικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής εις βάρος των λαών τους. Η ΕΕ συνιστά εξαναγκαστικό πλαίσιο σε αποκλειστικό όφελος των πολυεθνικών, των κερδοσκόπων και του ιμπεριαλισμού.
§  Η ΕΕ έχει αδιάρρηκτα προσδεθεί στην ενορχηστρωμένη από τις ΗΠΑ επίθεση κατά των λαών με πρόσχημα την «πάλη κατά της τρομοκρατίας». Ενώ η θέληση της ΕΕ να προστατεύσει την αυθαιρεσία της εξουσίας και την ανεμπόδιστη «ελευθερία» του κεφαλαίου έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός τερατώδους πλέγματος αποφάσεων και μέτρων της ΕΕ, με τη στήριξη και τη συμμετοχή των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων, το οποίο καταργεί ακόμη και τις στοιχειωδέστερες πολιτικές ελευθερίες, τα δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα.
§  Οι αποφάσεις της ΕΕ, με την πλήρη συμφωνία των ελληνικών κυβερνήσεων, «νομιμοποιούν» τις παραβιάσεις και την κατάργηση των νόμιμων δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών, ανοίγουν τις πόρτες στη δράση των μυστικών υπηρεσιών, τις υποκλοπές και τα συστήματα ανεξέλεγκτης παρακολούθησης ατόμων και οργανώσεων.

Το ιδεολόγημα της «ευρωπαϊκής προοπτικής» της Ελλάδας αποτελεί σήμερα ένα από τα χειρότερα προσχήματα για την υιοθέτηση των πιο αντιδραστικών επιλογών. Η ΕΕ υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε την ευημερία και τη δημοκρατία στη χώρα μας, όπως ισχυρίζονταν οι θιασώτες της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», ενώ στην πράξη έχει γίνει ένας καθημερινός εφιάλτης για τους εργαζομένους και τις λαϊκές μάζες, που βλέπουν το κράτος να απεκδύεται από όλες τις κοινωνικές λειτουργίες και υπηρεσίες και να γίνεται αποκλειστικά ένας όλο και πιο στυγνός παρασιτικός και αυταρχικός μηχανισμός ο οποίος ορθώνεται απέναντί τους και αποτελεί το μακρύ χέρι των Βρυξελλών.

Είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η παραμονή της χώρας μας στο πλαίσιο της ΕΕ μπορεί να εξασφαλίσει τη δημοκρατία και να εγγυηθεί την ίδια την επιβίωση των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών; Η απάντηση απορρέει αβίαστα από τη σκληρή για το λαό και τη χώρα πολυετή εμπειρία της ένταξής μας στην «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Τι ωφελήθηκε και τι ωφελείται η χώρα και ο λαός μας από την ΕΕ;

Μήπως ωφελήθηκε τίποτε από το ευρώ και την ΟΝΕ;
Το ευρώ αποδείχθηκε ασφυκτικός βρόγχος για το εργατικό και λαϊκό εισόδημα μέσω της ακρίβειας, της ενίσχυσης του μονοπωλιακού ελέγχου της οικονομίας και της υποθήκευσης των συνολικών προοπτικών της οικονομίας και της χώρας στα πιο κερδοσκοπικά συμφέροντα της παγκόσμιας αγοράς.
Το ευρώ αποτέλεσε επινόηση που εξυπηρετεί κυρίως τη χρηματιστική κερδοσκοπία, συνιστά τη νομισματική έκφραση της «ενιαίας αγοράς» και ταυτοχρόνως αποτελεί μέσο επιβολής ενός «οικονομικού αυτοματισμού» σε όλες τις χώρες-μέλη με βάση τα συμφέροντα και τις ανάγκες του πολυεθνικού κεφαλαίου.
Το ευρώ δεν δημιουργήθηκε για να εκφράσει τις ανάγκες των οικονομιών της ευρωζώνης αλλά ως «παγκόσμιο χρήμα», όπως και το δολάριο. Μ’ αυτή την έννοια ευρώ και δολάριο αποτελούν και τα δύο μαζί την κυρίαρχη έκφραση ενός δισυπόστατου «παγκόσμιου χρήματος», όπου το δολάριο παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω της παγκόσμιας κυριαρχίας της οικονομίας των ΗΠΑ.
Το ευρώ συνετέλεσε στην παρασιτική υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα και στην ανάπτυξη της πιο προκλητικής κερδοσκοπίας των πιο ισχυρών μονοπωλιακών συμφερόντων εις βάρος των πραγματικών αναγκών των οικονομιών της ευρωζώνης. Γι’ αυτό και η εισαγωγή του ευρώ σηματοδότησε την είσοδο όλων των χωρών της ευρωζώνης σε μια χρόνια, παρατεταμένη ύφεση στην παραγωγή, την κατανάλωση και τη δημοσιονομική τους κατάσταση.
Το «κόστος» αυτής της χρόνιας ύφεσης καλούνται να πληρώσουν τοις μετρητοίς οι εργαζόμενοι όλων των χωρών, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την πλήρη καταβαράθρωση του βιοτικού τους επιπέδου. Οι λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως της Ελλάδας, έχουν τεθεί συνειδητά σε τροχιά πλήρους απαξίωσης, υπό καθεστώς αυστηρής επιτήρησης της ΕΕ, για να στηριχθεί ο ισχυρός πυρήνας της ευρωζώνης, που ακόμη και αυτός παραπαίει μέσα στο ζουρλομανδύα του ευρώ. 

Μήπως ωφελήθηκε η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας;
Στο πλαίσιο της ΟΝΕ η ίδια η βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας καθίσταται όλο και πιο προβληματική. Έχουμε οδηγηθεί σε μια κατάσταση στην οποία όχι μόνο έχουμε μείωση των δημόσιων επενδύσεων αλλά και πλήρη διαστροφή του χαρακτήρα και του προσανατολισμού τους, ως αποτέλεσμα του εξαναγκαστικού πλαισίου της ΕΕ. Ακόμη και το επίπεδο των ιδιωτικών επενδύσεων στην παραγωγή είναι χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο των υποβαθμισμένων δημόσιων επενδύσεων.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο εξαιρετικά «παχιών αγελάδων» για το κεφάλαιο, εντυπωσιακής επιχειρηματικής κερδοφορίας, έξαρσης της κερδοσκοπίας και των υπερκερδών. Μέσα στα πλαίσια της ΕΕ δόθηκε η δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να συσσωρεύει υπέρογκα κέρδη, δίχως να είναι αναγκασμένο να ρισκάρει με σοβαρές επενδύσεις στην παραγωγή.
Το γεγονός ότι αυτή η υψηλή κερδοφορία του κεφαλαίου δεν εξασφαλίζει με κανέναν τρόπο τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας εκφράζεται και με την τρομακτική διόγκωση του δημόσιου και του ιδιωτικού δανεισμού. Ο δημόσιος δανεισμός αυξάνεται με ρυθμό τετραπλάσιο απ’ ό,τι το ΑΕΠ, ενώ ο ιδιωτικός δανεισμός αυξάνεται με ακόμη μεγαλύτερο ρυθμό. Η κατάσταση αυτή θέτει επί τάπητος τον άμεσο και επείγοντα χαρακτήρα των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από τη σκοπιά των εργαζομένων.

Μήπως ωφελήθηκε ο λαός και η χώρα από τις «ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις»;
Το ΚΠΣ και οι διάφορες «ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις» αποτελούν μοχλό καταναγκαστικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στις προτεραιότητες και επιλογές της ΕΕ. Αποτελούν το «μπαξίσι» για την καταστροφική πορεία της χώρας μέσα στα πλαίσια της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Είναι το φιλοδώρημα για τα τεράστια οικονομικά, αναπτυξιακά και κοινωνικά ελλείμματα, που συσσωρεύει η χώρα χάρη στην ένταξή της στην ΕΕ.
Μέσω των κοινοτικών επιδοτήσεων επιχειρήθηκε ευθύς εξαρχής να εξαγοραστεί η συνείδηση του ελληνικού λαού, να δωροδοκηθεί και να εκμαυλιστεί η κοινωνία. Να παγιωθεί η νοοτροπία του επαίτη, του ζήτουλα, που ολόκληρη η ύπαρξή του εξαρτάται από την ετήσια ελεημοσύνη των κοινοτικών οργάνων. Να κατοχυρωθεί η ιδεολογία της αρπαχτής σε ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, τα οποία, αντί να διεκδικούν τα δικαιώματά τους και μια άλλη προοπτική για τη χώρας τους, να διαγκωνίζονται για κάποιο ψίχουλο από τα «ευρωπαϊκά προγράμματα».
Με τα ΚΠΣ καταργήθηκε ουσιαστικά το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, που σχεδόν στο σύνολό του πηγαίνει σε έργα «κοινοτικής επιλογής» και όχι σε έργα που ικανοποιούν τις άμεσες ανάγκες της χώρας και του λαού της. Σήμερα η χώρα έχει φτάσει στο σημείο να μην μπορεί να χρηματοδοτήσει ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις υποδομές, που είναι απαραίτητες για την άμεση βελτίωση της ζωής στις πόλεις και ιδίως στην επαρχία. Την ίδια ώρα δαπανώνται υπέρογκα ποσά για «μεγάλα έργα», που υποθηκεύουν το παρόν και το μέλλον της χώρας, με σκοπό να εξυπηρετηθούν οι σχεδιασμοί της ΕΕ για διάφορα «πανευρωπαϊκά δίκτυα» και προσφέρουν εξαιρετικές ευκαιρίες για ασύδοτη κερδοσκοπία ξένων και ντόπιων μεγαλοεργολάβων.
Στην πράξη οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις αποτέλεσαν ένα εξαιρετικό μέσο για το πλήρες άνοιγμα των δημόσιων επενδύσεων στην «ιδιωτική πρωτοβουλία». Με τη βοήθειά τους τα έργα υποδομής μετατράπηκαν ανοιχτά πια σε κρατική πριμοδότηση της ιδιωτικής κερδοσκοπίας, σε προκλητική ενίσχυση ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων. Μέσα από αυτές υποθηκεύτηκε σχεδόν το σύνολο του εθνικού μεταφορικού δικτύου, που σήμερα πια εκχωρείται ανοιχτά σε ιδιώτες «νονούς».
Στη βάση της «απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων» αναπτύχθηκαν νέα πιο παρασιτικά και ασύδοτα κρατικοδίαιτα ιδιωτικά συμφέροντα, που νέμονται πια σχεδόν τα πάντα. Αναδύθηκε μια νέου τύπου οικονομικο-πολιτική ολιγαρχία στις κορυφές του κράτους και των μεγάλων επιχειρήσεων, που εξαρτά την ίδια την ύπαρξή της από την εκποίηση της χώρας μέσα από την ΕΕ.
Μια χώρα που εξαρτάται από εξωτερικές χρηματοδοτήσεις είναι καταδικασμένη στην αθλιότητα, όποια κι αν είναι η κυβέρνηση, όποια πολιτική και αν εφαρμόζει. Δεν έχει καμιά άλλη επιλογή εκτός από το να συντηρείται ως «χώρα ευκαιρίας» για ό,τι πιο παρασιτικό, αρπαχτικό, ασύδοτο και εγκληματικό συμφέρον φύεται στον αμπελώνα της σύγχρονης αγοράς.

Μήπως η θέση της Ελλάδας στη διεθνή οικονομία έχει βελτιωθεί χάρη στην ΕΕ;
Η ίδια η πραγματικότητα αντικρούει όλους όσοι το υποστηρίζουν. Το ποσοστό της Ελλάδας στο παγκόσμιο εμπόριο έχει μειωθεί σε σχέση με τη δεκαετία του 1980 με τάση συνεχούς πτώσης. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, με όλα τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδά της, είχε περισσότερους δεσμούς και σχέσεις με τη διεθνή οικονομία, κατείχε καλύτερη θέση στο διεθνές εμπόριο, διέθετε περισσότερες δυνατότητες στο διεθνή καταμερισμό εργασίας απ’ ό,τι σήμερα. Ο μύθος ότι μέσω της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» η Ελλάδα θα συναντήσει τη διεθνοποίηση, οδήγησε στο στραγγαλισμό της διεθνούς θέσης της χώρας.
Το ίδιο ισχύει για τη διαφορά της παραγωγικότητας της εργασίας και της παραγωγής στην Ελλάδα από το παγκόσμιο επίπεδο, διαφορά που έχει αυξηθεί. Αυτή ακριβώς η αυξανόμενη διαφορά της παραγωγικότητας, το τρομακτικό έλλειμμα παραγωγής, αποτελεί το καλύτερο όπλο του κεφαλαίου όχι μόνο για να κρατά καθηλωμένους μισθούς και συντάξεις, αλλά και για να συνθλίβει τις εργασιακές σχέσεις και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων της χώρας.
Το ισοζύγιο πληρωμών γνωρίζει δραματική επιδείνωση: Η εισαγωγική διείσδυση τείνει στο 60% της συνολικής ζήτησης (έναντι 35% το 1980). Ενώ όσον αφορά στις χρηματικές ροές, από τα 100 δολάρια που εισέρχονται στη χώρα τα 85 έρχονται να κερδοσκοπήσουν με το χρέος του ελληνικού δημοσίου και τη χρηματαγορά και εξέρχονται αποκομίζοντας τεράστια κέρδη. Χάρη στην ΕΕ η χώρα έχει γίνει αποδέκτης των χειρότερων, των πιο καταστροφικών συνεπειών του παγκόσμιου ανταγωνισμού, της διεθνοποίησης των μονοπωλίων και των κερδοσκόπων.

Μήπως έχει ωφεληθεί η δημοκρατία στην Ελλάδα;
Ποια προοπτική για την εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες μπορεί να επικαλεστεί κανείς για να υποστηρίξει την εκχώρηση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας στους υπερεθνικούς θεσμούς της ΕΕ; Σε τι διαφέρει από την ιδεολογία του παλιού ραγιαδισμού; Σε τι υπολείπεται του κατοχικού δωσιλογισμού;
Ποια διαστροφή «εθνικού» ή «ευρωπαϊκού» συμφέροντος απαιτεί την υποταγή στην απρόσιτη και απρόσβλητη δικτατορία των Βρυξελλών; Ποια μεταφυσική αναγκαιότητα επιβάλλει την μετατροπή και πάλι των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών σε υπηκόους της υπερεθνικής εξουσίας της ΕΕ αλλά και της κεντρικής εξουσίας σε κάθε χώρα;
Ποιο δημοκρατικό δικαίωμα είναι ασφαλές στην ΕΕ των ευρωτρομονόμων, των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης, της αστυνομοκρατίας, του απρόκλητου βιασμού κάθε έννοιας νομικής προστασίας της προσωπικότητας και των δικαιωμάτων του ατόμου, της «νομιμοποίησης» της παρακολούθησης σχεδόν μισού δισεκατομμυρίου Ευρωπαίων; Ποιος τολμά να μιλά στα σοβαρά σήμερα για «ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας», εκτός από τους εντεταλμένους εκμαυλιστές της δημοκρατίας και τα γνωστά «παπαγαλάκια» της ΕΕ;
Η άμυνα και η εξωτερική πολιτική της ΕΕ αποτελούν προϊόν της κυριαρχίας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Στα πλαίσια αυτά η ΕΕ λειτουργεί αυτοτελώς με όρους εξωτερικής πολιτικής και άμυνας όσο αυτοτελώς λειτουργεί ένα σώμα στρατού στα πλαίσια του γενικού σχεδίου που χαράσσει το γενικό επιτελείο. Μ’ αυτή την έννοια η ΕΕ αποτελεί πολύτιμη πολιτικοστρατιωτική εφεδρεία για τον παγκόσμιο «αστυνομικό» ρόλο των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Η ΕΕ αποτελεί το πλέον πρόσφορο εργαλείο για την υπονόμευση της κυριαρχίας όλων των λαών της Ευρώπης και έκφραση του ευρωατλαντισμού υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Αποτελεί οδοστρωτήρα που συνθλίβει όλους τους λαούς και τα έθνη της Ευρώπης και τον πολιτισμό τους σε όφελος του αμερικανόπνευστου κοσμοπολιτισμού.
Σ’ αυτά τα πλαίσια οι ελληνικές κυβερνήσεις απεμπολούν οποιαδήποτε έννοια κυριαρχικών δικαιωμάτων σε όφελος των συμφερόντων του ιμπεριαλισμού. Οι ΗΠΑ παίζουν όλο και πιο καταλυτικό ρόλο στις επιλογές της ΕΕ, όπως έδειξε η απόφασή της υπό την μπαγκέτα της Κοντολίζα Ράις για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Η αποδοχή από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης αυτής της απόφασης, με πρόσχημα την «ελληνοτουρική φιλία», εξυπηρετεί τις επιδιώξεις της Ουάσινγκτον, αλλά και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου που στοχεύει στην ταχύτερη απορρύθμιση της αγοράς και την εκμετάλλευση ακόμη πιο φθηνής και υποταγμένης εργατικής δύναμης.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας εντάσσονται πλήρως στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και της ΕΕ για επεμβάσεις εναντίον λαών όχι μόνο στην ευρύτερη περιοχή αλλά σε όλο τον κόσμο. Ο στρατός σήμερα υποτάσσεται στις ανάγκες αντιμετώπισης των λεγόμενων «ασύμμετρων απειλών» εναντίον της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, εναντίον των λαών που δεν συμμορφώνονται ή παρεκτρέπονται από τις άνωθεν υποδείξεις και επιλογές. Ακόμη περισσότερο τι σημαίνει για τη χώρα μας αυτή η ρευστοποίηση των συνόρων της ΕΕ στα πλαίσια της κυριαρχίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη, των προτεκτοράτων υπό αμερικανονατοϊκή κατοχή στα Βαλκάνια; Καμιά προοπτική σε όφελος των λαών και της ειρήνης δεν μπορεί να υπάρξει σε αυτό το πλαίσιο.

Ποια προοπτική υπάρχει για τους εργαζομένους και τις λαϊκές μάζες της χώρας μας, όταν το πλαίσιο της ΕΕ είναι απαγορευτικό ακόμη και για στοιχειώδη μέτρα ανακούφισης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων;

Η ΕΕ δεν οικοδομήθηκε, όπως συχνά λέγεται, ως έκφραση της διεθνοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η ΕΕ δεν έπαιξε ποτέ «αντικειμενικά προοδευτικό» ρόλο, αλλά από την ίδρυσή της έπαιξε αντικειμενικά αντιδραστικό ρόλο. Αποτέλεσε έκφραση οπισθοδρόμησης σε σχέση με το δικαίωμα του λαού κάθε χώρας να αποφασίζει ελεύθερα για την τύχη του και να απολαμβάνει τα αγαθά της διεθνούς ζωής δίχως άνωθεν και έξωθεν περιορισμούς, δίχως να πληρώνει λύτρα στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.
Η ΕΕ συγκροτήθηκε ως μηχανισμός ελέγχου και ποδηγέτησης της διεθνοποίησης, ως μέσο πολιτικής επιβολής των συμφερόντων των πολυεθνικών και των κερδοσκόπων, ως αναγκαίος πυλώνας της «παγκόσμιας διακυβέρνησης» την οποία ονειρεύονται να επιβάλουν οι ισχυροί σ’ όλες τις χώρες και τους λαούς του πλανήτη. Η απελευθέρωση των δυνατοτήτων της διεθνούς συνεργασίας απαιτεί την κατάργηση όλων των προνομιακών και μονοπωλιακών καταστάσεων, απαιτεί την ανατροπή όλων των μηχανισμών αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των δικαιωμάτων και της κυριαρχίας κάθε χώρας, απαιτεί την ανάδειξη κάθε λαού σε αφέντη του τόπου του.
Τι σχέση έχει η ΕΕ μ’ αυτή τη διεθνοποίηση της συνεργασίας και της συνεύρεσης των λαών; Η ΕΕ έχει ήδη αποδειχθεί ασυμβίβαστη με οποιαδήποτε έννοια λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας, εργατικών δικαιωμάτων και κοινωνικών κατακτήσεων, ανάπτυξης προς όφελος του λαού. Η ανατροπή του αντιδραστικού υπερεθνικού οικοδομήματος αποτελεί προϋπόθεση για την ίδια την απελευθέρωση της διεθνοποίησης και της διεθνούς ζωής γενικά από τα δεσμά των πολυεθνικών, των κερδοσκόπων και του ιμπεριαλισμού.   

Από την πλευρά μας θεωρούμε πως απ’ όλα τα παραπάνω απορρέει το αίτημα της αποδέσμευσης από την ΕΕ ως όρος για την ίδια την επιβίωση του εργαζόμενου λαού. Το αίτημα αυτό συνδέεται οργανικά με την πιο ένδοξη παράδοση των δημοκρατικών αγώνων του λαού μας, γεννήθηκε μέσα από την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία, για ένα καλύτερο μέλλον προς όφελος των εργαζομένων. Σήμερα αποτελεί άμεση και επιτακτική ανάγκη και αφετηρία για να μπορέσει να σφυρηλατήσει ο λαός μια άλλη πορεία.
Η αποδέσμευση από την ΕΕ δεν αποτελεί πανάκεια για την αυτόματη λύση όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν το λαό και τη χώρα. Μπορεί να μην είναι ικανή συνθήκη για την απελευθέρωση των εργαζομένων από τα δεινά τους, είναι όμως αναγκαία προϋπόθεση, η αφετηρία για να ανοίξει ο δρόμος της πάλης για μια άλλη πορεία του λαού και της χώρας. Αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για να υπερισχύσουν τα συμφέροντα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων ενάντια στα συμφέροντα του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού.
Η ανατροπή του τερατώδους οικοδομήματος της ΕΕ αποτελεί απαράβατο όρο για να τεθεί το ζήτημα της ένωσης κυρίαρχων λαών και δημοκρατιών. Στη μόνη βάση που αυτή είναι δυνατή: στη βάση της ελεύθερης επιλογής των ίδιων των λαών και προς αμοιβαίο όφελός τους.
Για τους εργαζομένους και τις λαϊκές μάζες στην Ελλάδα αυτό σημαίνει πρώτα και κύρια την πάλη για την αποδέσμευση της χώρας από τον ασφυκτικό κλοιό της ΕΕ. Μόνο έτσι μπορεί ν’ ανοίξει ο δρόμος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργαζομένων και του λαού από τη σκοπιά των συμφερόντων τους στη βάση της συνεύρεσης, της αλληλεγγύης και των κοινών αγώνων με τους εργαζομένους και τους λαούς της Ευρώπης, των Βαλκανίων, του κόσμου όλου.

23/5/2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου