Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ






Η «παγκοσμιοποίηση», σαν όρος με ιδιαίτερη βαρύτητα, ξεπήδησε αρχικά από τα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και τραπεζών, ήδη απ΄ τις αρχές της δεκαετίας του ’80.  Την εποχή εκείνη ο όρος «παγκοσμιοποίηση» συμπύκνωνε τις νέες επιχειρηματικές βλέψεις του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου να οικοδομήσει μια νέα παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων κι υπηρεσιών, η οποία θα στηριζόταν λιγότερο στις παγκόσμιες εξαγωγές και περισσότερο στις απευθείας πωλήσεις των θυγατρικών των πολυεθνικών. Μια νέα παγκόσμια αγορά που θα αναπτυσσόταν στηριγμένη όχι τόσο στο παγκόσμιο εμπόριο, όσο περισσότερο και κυρίως στην διεθνή κίνηση κεφαλαίου, πραγματικού και χρηματικού.

Για τους «γκουρού» του μάνατζμεντ η «παγκοσμιοποίηση» των επιχειρήσεων αποτελούσε μια χαρακτηριστική «πολεμική κραυγή» που συνόδευε πάντα την επιθετική πολιτική εξαγορών – τις περισσότερες φορές εχθρικών – συγχωνεύσεων και «στρατηγικών συμμαχιών» της δεκαετίας του ’80. Το νέο επιχειρηματικό τοπίο που προέκυψε στις κορυφές του πολυεθνικού κεφαλαίου, απ’ αυτό το όργιο εξαγορών, συγχωνεύσεων και συμμαχιών αποτυπώθηκε με τον όρο «παγκόσμια επιχείρηση». Έτσι διαμορφώθηκε και ο πιο δημοφιλής ορισμός της «παγκοσμιοποίησης», ο οποίος ήρθε να υποδηλώσει την ραγδαία επέκταση των επιχειρηματικών διασυνδέσεων, της κίνησης των κεφαλαίων, των επενδύσεων, της παραγωγής, του μάνατζμεντ, των πωλήσεων, της εργασίας, των πληροφοριών πέρα από τα εθνικά σύνορα, με αποτέλεσμα την ισχυρή τάση σύγκλησης όλων των οικονομικών και πολιτικών μεταβλητών σε ενιαίες παγκόσμιες νόρμες[1].
Ο όρος αυτός προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, υιοθετήθηκε κι απ’ τις πολυάριθμες δεξαμενές σκέψεις επεξεργασίας ιδεολογίας και πολιτικής του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας στον καπιταλιστικό κόσμο. Δεν συμβόλιζε πλέον απλά κάποιες παγκόσμιες επιχειρηματικές επιδιώξεις και στρατηγικές των πολυεθνικών, αλλά αποκτούσε μια έντονα μεταφυσική οντότητα. Έτσι, άρχισε να αποδίδεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένα φυσικό φαινόμενο, μια τεκτονική μεταβολή ή ένα παλιρροιακό κύμα που με ακατάβλητο και καταναγκαστικό τρόπο ερχόταν να σαρώσει το έθνος-κράτος, καθώς και το σύστημα σχέσεων και ρυθμίσεων που στηριζόταν σ’ αυτό, για να αποκαταστήσει τον ενιαίο και κυρίαρχο χαρακτήρα της παγκόσμιας αγοράς. Κι επομένως η κοινωνία δεν είχε παρά να υπομείνει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα αυτής της περίεργης «θεομηνίας», ενώ αυτό που της έμενε ήταν να προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις «επιταγές των καιρών» με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες.
Δεν είναι λοιπόν ν’ απορεί κανείς γιατί, μ’ αυτό το περιεχόμενο, η «παγκοσμιοποίηση» καθόλου δεν άργησε να μεταβληθεί σε κεντρικό σημείο αναφοράς, σε υπέρτατο ιδανικό της ιδεολογίας και της πολιτικής του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν ήταν πλέον μια απλή έκφραση των ιδιοτελών επιδιώξεων του πολυεθνικού κεφαλαίου στις νέες συνθήκες, αλλά αποκτούσε χαρακτήρα μιας υπερβατικής «αντικειμενικής αναγκαιότητας» για ολόκληρη την κοινωνία. Για μια δεκαετία και πλέον, μια συμμαχία συμφερόντων της «ελεύθερης αγοράς» – από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, έως τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς δεξιάς κι αριστεράς, τις πολυεθνικές εταιρείες και τα πολυάριθμα club των τεχνοκρατών – διεξήγαγε μια από πολλές απόψεις πρωτοφανή επιθετική ταξική πολιτική εναντίον των εργαζόμενων τάξεων παγκόσμια, στο όνομα της αναγκαίας προσαρμογής στις επιταγές αυτής της μεταφυσικής «παγκοσμιοποίησης».
Η λογική αυτή της καταναγκαστικής «παγκοσμιοποίησης» επέφερε και σοβαρές ιδεολογικές μετατοπίσεις. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, γίνεται τόσο ανοικτά και τόσο ευρέως αποδεκτό στους κυρίαρχους ιδεολογικούς και πολιτικούς του κύκλους, το αναπόφευκτο της εσωτερικής ταξικής πόλωσης της κοινωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή την περίοδο, όσο σε καμμιά άλλη περίοδο του καπιταλισμού, εκλαμβάνεται σαν δεδομένο, σαν κάτι το εντελώς φυσικό, σαν ένα εντέλει «τετελεσμένο γεγονός» πως ο «θρίαμβος της παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς» θα οικοδομηθεί στις πλάτες των φτωχών κι όσων «αδυνατούν να προσαρμοστούν». Για παράδειγμα, ο κ. Ζακ Ατταλί, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, συμπύκνωνε το συλλογικό όραμα των κυρίαρχων κύκλων για τον 21ο αιώνα, τον αιώνα της «παγκοσμιοποίησης», με τα παρακάτω λόγια: «Το χρήμα, οι πληροφορίες, τα αγαθά και οι άνθρωποι θα κινούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο με ιλιγγιώδεις ταχύτητες… Απελευθερωμένοι από οποιαδήποτε αφοσίωση σε εθνικά ιδανικά ή σε οικογενειακούς δεσμούς, μέσα σ’ έναν δικτυωμένο κόσμο από συσκευές των μικροτσίπ… οι καταναλωτές-πολίτες των πιο προνομιακών περιοχών του πλανήτη θα μετατραπούν σε «πλούσιους νομάδες»… Αυτοί οι εύποροι νομάδες θα συναπαντηθούν παντού με τεράστιες μάζες «φτωχών νομάδων» – εξαθλιωμένοι περιπλανώμενοι σε πλανητικό επίπεδο – που θα επιδιώκουν να ξεφύγουν από την ερειπωμένη περιφέρεια, όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της γης θα συνεχίζει να ζει»[2]. Οι προβλέψεις που εμπεριέχονται στις διάφορες εκθέσεις διεθνών κρατικομονοπωλιακών κέντρων, όπως π.χ. της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΟΗΕ, διαφέρουν μόνο φραστικά απ’ αυτό το όραμα του Ατταλί.    
Οι τεράστιες ταξικές πολώσεις ανάμεσα σε πλούτο και φτώχεια σε πλανητικό επίπεδο, ανεξάρτητα απ’ το αν θα πάρουν ποτέ την ανατριχιαστική μορφή που περιγράφει ο Ζακ Ατταλί, αποτελούν σήμερα ότι πιο φυσικό κι αναπόφευκτο μπορεί να συνεπάγεται η «παγκοσμιοποίηση». Η καταναγκαστική προσαρμογή στις άνωθεν επιβεβλημένες νέες παγκόσμιες νόρμες δεν μπορεί να περιμένει. Οι χαμένοι του παιχνιδιού της παγκόσμιας αγοράς, μπορεί να συγκεντρώνουν όλη την συμπάθεια, τον οίκτο και την φιλανθρωπία του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, αλλά η κατάστασή τους δεν μπορεί πλέον ν’ αποτελεί, ούτε καν αντικείμενο της οικονομικής πολιτικής του κράτους. Υπάρχουν πολύ πιο επείγοντα και κατά πολύ σοβαρότερα πράγματα που πρέπει ν’ απασχολήσουν την οικονομική πολιτική των κρατών, όπως τα επιτόκια, ο πληθωρισμός, η κίνηση κεφαλαίων, το χρηματιστήριο, κοκ. Γι αυτό άλλωστε και η «αρτιότητα» των νομισματικών μεγεθών βαραίνει σήμερα πολύ περισσότερο σ’ έναν κυβερνητικό διαχειριστή απ’ τις όποιες κοινωνικές παραμέτρους της οικονομίας. Δεν είναι καθόλου παράδοξο που ο γνωστός κ. Άλαν Γκρίνσπαν, αναφερόμενος στις τεράστιες ανισότητες που αναπαράγει το σημερινό σύστημα προσαρμογής στις παγκόσμιες νόρμες της «ελεύθερης αγοράς», παρατηρεί: «Είναι μια εξέλιξη με την οποία αισθάνομαι άβολα. Δεν υπάρχει [όμως] τίποτε που η νομισματική πολιτική μπορεί να κάνει για να την αντιμετωπίσει και βρίσκεται εκτός του πεδίου, τουλάχιστον όσον μ’ αφορά, των ζητημάτων με τα οποία ασχολούμαστε»[3]. Όσο για τα θύματα αυτής της «εξέλιξης» μπορούν ν’ αρκεστούν στα «αισθήματα κατανόησης» του κ. Γκρήνσπαν με την ελπίδα πως κάποιοι, κάπως, κάποτε θα ευαρεστηθούν να εφαρμόσουν πολιτικές «ανακούφισης» ή ν’ ανταποδώσουν αυτή τηv ταξική σκληρότητα, με τοv ίδιο αδίστακτο και κυνικό τρόπο, πoυ επιδεικνύουν σήμερα oι ίδιoι oι  κρατoύvτες, για να προωθήσουν κυρίαρχες πoλιτικές και συμφέρovτα.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν με τις εργαζόμενες τάξεις να έχουν ακόμη vωπές τις αvαμvήσεις απo τις βαρύγδoυπες υπoσχέσεις της πρώτης μεταπoλεμικής περιόδoυ για «πλήρη απασχόληση», για συvεχή άvoδo του βιοτικού επιπέδου, για διαρκείς αυξήσεις τωv αμoιβώv, για αvελαστικά εργατικά δικαιώματα και συvθήκες εργασίας, για «κoιvωvικό κράτoς» και «κράτoς πρόvoιας», για «κoιvωvία της ευημερίας», κλπ[4]. Τελικά όμως η vεoφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση», ήταv η μovαδική απάvτηση στις φρούδες υπoσχέσεις της σοσιαλδημοκρατίας και της αυτό-αποκαλούμενης «δημοκρατικής αριστεράς», ότι oι συμφoρές πoυ μαστίζoυv τηv εργατική τάξη απo τηv επoχή της βιoμηχαvικής επαvάστασης απoτελoύv πλέov παρελθόv[5].
Ωστόσο, μετά την χρεοκοπία και την ανατροπή του «αντίπαλου δέους», δηλ. του υπαρκτού σοσιαλισμού, η «παγκοσμιοποίηση» εξέφρασε με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να κατοχυρώσει μια πλασματική εικόνα καταθλιπτικής παντοδυναμίας του παγκόσμιου συστήματος του καπιταλισμού, από το οποίο όπως και να το κατανοεί κανείς – σαν παράδεισο, σαν κόλαση ή σαν καθαρτήριο – δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα διαφυγής. Κι αυτό οφείλουμε να διαπιστώσουμε ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, φαίνεται να το πετυχαίνει εμπνέοντας ένα μεταφυσικό δέος απέναντι στην παγκόσμια αγορά και τους νόμους της. Ένα μεταφυσικό δέος που εκφράζεται με δυό χαρακτηριστικούς τρόπους: Απ’ την μια με την λογική της καταναγκαστικής προσαρμογής στην μεταφυσική και υπερταξική αντικειμενικότητα, στα «τετελεσμένα γεγονότα» και τους ανυπέρβλητους «περιοριστικούς παράγοντες» της «παγκοσμιοποίησης». Κι απ’ την άλλη, με την αντιμετώπιση της «παγκοσμιοποίησης» ως έναν απλό μύθο, ως τέχνασμα των πολυεθνικών, ως ιδεολόγημα άσχετο με την πραγματικότητα, αποτέλεσμα ίσως κάποιας διαβολικής συνωμοσίας ή σκοτεινής μηχανορραφίας του Λευκού Οίκου ή του ιμπεριαλισμού γενικά.

Μύθος και πραγματικότητα

Στην πραγματικότητα η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι ούτε μια υπερταξικά αντικειμενική κατάσταση, στην οποία το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να προσαρμοστούμε, ούτε ένα απλό τέχνασμα για να ξεγελάσουν την αριστερά και τις εργαζόμενες τάξεις, οπότε το μόνο που μένει είναι να αρνηθούμε μετά βδελυγμίας ακόμη και τα πιο προφανή. Αντίθετα εκφράζει μέσα απ’ τα ταξικά συμφέροντα του σύγχρονου μονοπωλιακού κεφαλαίου, τα νέα αντιφατικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης παγκόσμιας αγοράς και της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού.          
Η ανασυγκρότηση που επεχείρησε ο καπιταλισμός τις δυό τελευταίες δεκαετίες, οδήγησε – κυρίως μετά τη πρόδηλη χρεοκοπία του αντίπαλου συστήματος, η οποία επέφερε τελικά και την ανατροπή του – στη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίου και χρήματος. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας παγκόσμιας αγοράς είναι η ιστορικά πρωτοφανής υπερσυγκέντρωση, τόσο πραγματικού, όσο και χρηματικού κεφαλαίου, που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια των εθνικών οικονομιών, αλλά ακόμη και τα όρια συγκεκριμένων τομέων και κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι διαδικασίες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οι διαδικασίες συσσώρευσης και υπερσυσσώρευσης, δεν επικεντρώνονται πια σε κλαδικό ή σε εθνικό επίπεδο, ούτε καν αποτελούν προέκταση των «εθνικών οικονομιών» ακόμη και των ιμπεριαλιστικών κρατών, αλλά έχουν σε μεγάλο βαθμό απεξαρτηθεί απ’ αυτές κι έχουν πλέον αποκτήσει περιφερειακή και διεθνή διάσταση.
Το κεφάλαιο δεν εξορμά πλέον με ορμητήριο τις μονοπωλιακές εθνικές αγορές των ισχυρών κρατών, για να κατακτήσει την παγκόσμια αγορά με όπλο τα βιομηχανικά προϊόντα, τις φτηνές τιμές των εμπορευμάτων και το φτηνό πλεονάζον χρήμα. Αντίθετα σήμερα παρατηρούμε μια κατεξοχήν αντίστροφη κίνηση. Το κεφάλαιο – αφού μετατράπηκε σε πολυεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο με πολυκλαδικό χαρακτήρα – με βάση πια την ίδια την παγκόσμια αγορά κεφαλαίου και εμπορευμάτων, εξορμά να αναδιανείμει και να καρπωθεί τα οφέλη από τα νέα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» και τα bons filets των εθνικών και περιφερειακών οικονομιών, ιδίως εκεί όπου συγκεντρώνονται οι πιο απαραίτητες κι έτοιμες προϋποθέσεις για την παραγωγή της μεγαλύτερης δυνατής προστιθέμενης αξίας.
Την εποχή του ο Κ. Μάρξ παρατήρησε ότι με «…την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμορφώνει κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών. Προς μεγάλη λύπη των αντιδραστικών, αφαίρεσε το εθνικό έδαφος κάτω από τα πόδια της βιομηχανίας… Στη θέση της παλιάς τοπικής και εθνικής αυτάρκειας και αποκλειστικότητας, μπαίνει μια ολόπλευρη αλληλεξάρτηση των εθνών… Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη και που αναγκάζει να συνθηκολογήσει ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο μίσος των βαρβάρων ενάντια στους ξένους. Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν… Με μια λέξη δημιουργεί έναν κόσμο “κατ’ εικόνα της”»[6]. Έτσι, ο Κ. Μάρξ περιέγραψε τον τρόπο που η παγκόσμια αγορά, για πρώτη φόρα στην ιστορία της ανθρωπότητας, μπόρεσε να αποτελέσει τη βάση ενός ολόκληρου τρόπου παραγωγής, δηλαδή να αποτελέσει – για να θυμηθούμε τα λόγια του ίδιου του Κ. Μάρξ – «…τη βάση και τη ζωτική ατμόσφαιρα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής»[7].
Οι Μάρξ και Ένγκελς παρατήρησαν και ανέλυσαν την εποχή που το κεφάλαιο με ορμητήριο τις πιο ισχυρές χώρες του βιομηχανικού καπιταλισμού – με πρώτη και κύρια τη Μεγ. Βρετανία – υπέταξε το διεθνές εμπόριο και παρέσυρε στη δίνη της παγκόσμιας αγοράς όλο και περισσότερες χώρες, σε μια διαρκή προσπάθεια να βρει νέες αγορές για να εμπορευθεί και ν’ αυτο-αξιοποιηθεί. Αυτή η εξόρμηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής, αλλά και την δημιουργία μιάς τέτοιας «πληθώρας κεφαλαίου»[8], η οποία δεν μπορούσε πλέον να παρακολουθηθεί από την επέκταση της ίδιας της παραγωγής, αλλά ούτε και να απορροφηθεί από τις κλασσικές δομές οργάνωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού. Έτσι, ιδίως μετά την κρισιακή περίοδο του 1866-1873, άρχισε βαθμιαία να διαμορφώνεται μια νέα κυρίαρχη πραγματικότητα, όπου «…η συσσώρευση – καθώς παρατηρούσε ο Ένγκελς – προχώρησε με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα, και μάλιστα έτσι, που σε καμμιά βιομηχανική χώρα, και λιγότερο από όλες στην Αγγλία, η επέκταση της παραγωγής δεν προλάβαινε να συμβαδίζει με την επέκταση της συσσώρευσης»[9]. Το κύμα αυτής της γενικευμένης διαρθρωτικής υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, αφού αγκάλιασε ολόκληρη τη κλαδική και μη διάρθρωση του κοινωνικο-οικονομικού οικοδομήματος των ισχυρών κρατών, επέβαλε μια συνολική αναδιοργάνωση κι ανασυγκρότηση του εργοστασιακού καπιταλισμού, που είχε προκύψει απ’ την βιομηχανική επανάσταση. Μέσα απ’ αυτή τη συνολική ανασυγκρότηση κυριάρχησαν οι ανώνυμες μετοχικές εταιρείες, έκαναν την εμφάνιση τους τα επιχειρηματικά καρτέλ και τραστ, το αστικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος-επιχειρηματία, το χρηματιστήριο απέκτησε δεσπόζουσα θέση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κι έγινε έτσι, σύμφωνα με το Ένγκελς, «…ο πιο έξοχος εκπρόσωπος της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής»[10]. Ενώ στις κορυφές της αστικής τάξης αναδείχθηκε μια νέα οικονομική αριστοκρατία, που βασίζεται σ’ ένα «…ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών»[11].
Στην πραγματικότητα, αυτό που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη όλων αυτών των διαδικασιών ήταν η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σε ένα νέο επίπεδο. Μια νέα εποχή άρχιζε, η εποχή του καπιταλιστικού μονοπωλίου, ή αλλιώς, η περίοδος του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Για τον Λένιν ήταν καθαρό σε τι συνίστατο αυτή η νέα εποχή, η νέα περίοδος ανάπτυξης του καπιταλισμού: «Πριν από μισό αιώνα, – έγραφε ο Λένιν – όταν ο Μάρξ έγραφε το ‘Κεφάλαιό’ του, η καταπληκτική πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρούσε τον ελεύθερο συναγωνισμό ‘φυσικό νόμο’. Η επίσημη επιστήμη προσπάθησε με τη συνωμοσία της σιωπής να σκοτώσει το έργο του Μάρξ, που απόδειχνε με τη θεωρητική και ιστορική ανάλυση του καπιταλισμού ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός γεννάει τη συγκέντρωση της παραγωγής, και αυτή η συγκέντρωση σε μια ορισμένη βαθμίδα της ανάπτυξής της οδηγεί στο μονοπώλιο. Τώρα το μονοπώλιο είναι πια γεγονός. Οι οικονομολόγοι γράφουν βουνά από βιβλία, που περιγράφουν τις διάφορες εκδηλώσεις του μονοπωλίου και συνεχίζουν με μια φωνή να δηλώνουν ότι ‘ο μαρξισμός έχει αναιρεθεί’…  Τα γεγονότα δείχνουν ότι οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες καπιταλιστικές χώρες, στο ζήτημα λογουχάρη του προστατευτισμού ή του ελεύθερου εμπορίου, προκαθορίζουν ασήμαντες μονάχα διαφορές στη μορφή των μονοπωλίων ή στο χρόνο της εμφάνισής τους, ενώ η γέννηση του μονοπωλίου από τη συγκέντρωση γενικά της παραγωγής αποτελεί γενικό και βασικό νόμο του σύγχρονου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού»[12].
Με το καπιταλιστικό μονοπώλιο δεν τελείωσε, ούτε ολοκληρώθηκε η λειτουργία αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε «γενικό και βασικό νόμο» του καπιταλισμού, δηλαδή της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Αντίθετα, το καπιταλιστικό μονοπώλιο αποτέλεσε το αναγκαίο προϊόν αλλά κι έναν αποφασιστικό συντελεστή παραπέρα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Έτσι, συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί το «μυστικό» πίσω από την έκρηξη των χρηματιστηρίων, τις κινήσεις των επιτοκίων, την ταραχώδη παγκόσμια κυκλοφορία του κεφαλαίου, τα ιερογλυφικά των χρηματαγορών και του παγκόσμιου εμπορίου. Ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο που σήμερα δεν μπορεί να εννοηθεί – όπως γινόταν την εποχή του Λένιν – απλά και μόνο ως το αποκορύφωμα της κυριαρχίας του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού στην παγκόσμια αγορά, αλλά ούτε κι απλά ως η «κινητήρια δύναμη» μετατροπής των παραδοσιακών εμποροκρατικών αποικιακών αυτοκρατοριών, σε καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό. Το σημερινό επίπεδο υπερσυσσώρευσης έχει μετατρέψει πλέον το καπιταλιστικό μονοπώλιο σε ένα παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας κι ανταγωνισμού, πάνω στο οποίο γίνεται προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί ένα «παγκόσμιο κρατικο-μονοπωλιακό τραστ» με ενιαίο τρόπο διεύθυνσης και ρύθμισης της παγκόσμιας οικονομίας.
Πρόκειται για την διαλεκτική πραγμάτωση μιας παλιάς τάσης, μιας εσωτερικής «αφηρημένης οικονομικής δυνατότητας»[13] – αυτής του «παγκόσμιου τραστ»[14] – που ενυπήρχε στη δυναμική του μονοπωλιακού καπιταλισμού απ’ τα πρώτα του κιόλας βήματα και τη διαπίστωναν ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, σχεδόν όλοι οι θεωρητικοί τόσο του επαναστατικού, όσο και του ρεφορμιστικού μαρξισμού. Μόνο που αυτή η θεωρητική δυνατότητα των αρχών του αιώνα, καθώς πραγματώνεται όλο και περισσότερο σήμερα, δεν φέρνει μαζί της – όπως βόλευε να πιστεύουν οι θεωρητικοί της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας – κάποιον «οργανωμένο καπιταλισμό» απαλλαγμένο από κρίσεις, ούτε έναν «υπεριμπεριαλισμό» απαλλαγμένο από την αγριότητα ή την βαρβαρότητα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο, όπου αυτός ο ιδιαίτερος υπό διαμόρφωση «υπεριμπεριαλισμός», έχει αναπόφευκτα και αναγκαία οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου όξυνση του ανταγωνισμού των συμφερόντων σε κάθε επίπεδο, καθώς και σε μια περίοδο γενικευμένης και μακροχρόνιας διαρθρωτικής αστάθειας, με βίαιες περιοδικές εκρήξεις βαθύτατης κρίσης, που από πολλές απόψεις είναι πρωτοφανής για ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού. Πρόκειται για μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης, που ο καπιταλισμός για πρώτη φορά στην ιστορία του δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να διαθέτει κάποια βιώσιμη  διέξοδο, εκτός από μια καινοφανή, εξαιρετικά κοντόφθαλμη και άκρως πραγματιστική διαχείριση των επιτοκίων και του πληθωρισμού. Μια διαχείριση που προϋποθέτει την ευρεία ρευστοποίηση τομέων και κλάδων της παραγωγής, αλλά ακόμη κι ολόκληρων εθνικών οικονομιών, για να στηριχθεί όσο γίνεται η σχετική σταθερότητα των παγκόσμιων χρηματαγορών και η διεθνής κυκλοφορία του κεφαλαίου.

Η κινητήρια δύναμη της σύγχρονης παγκόσμιας αγοράς

Το καπιταλιστικό μονοπώλιο δεν ήταν ποτέ κάποια παρενέργεια ή στρέβλωση της αγοράς, αλλά ούτε αποτέλεσμα κάποιας επιχειρηματικής στρατηγικής, κάποιων επιχειρηματικών επιλογών κι επιδιώξεων. Αντίθετα, αποτελεί το αναγκαίο, νομοτελειακό αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης της ίδιας της καπιταλιστικής αγοράς. Ήδη απ’ το 1843 – σε μια εποχή που βασίλευε αδιαφιλονίκητα η αγορά του «ελεύθερου ανταγωνισμού», ο Ένγκελς διαπίστωνε: «Ο ανταγωνισμός βασίζεται στο ιδιωτικό συμφέρον και το ιδιωτικό συμφέρον με την σειρά του γεννά το μονοπώλιο. Εν ολίγοις, ο ανταγωνισμός μετατρέπεται σε μονοπώλιο. Απ’ την άλλη μεριά, το μονοπώλιο δεν μπορεί να αναχαιτίσει την παλίρροια του ανταγωνισμού – στην πραγματικότητα αυτό το ίδιο αναγεννά τον ανταγωνισμό»[15]. Κι αυτό γιατί ο «…ανταγωνισμός προϋποθέτει εξαρχής το μονοπώλιο – δηλαδή, το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας…»[16]. Την αλήθεια αυτής της πρώιμης διαπίστωσης του Ένγκελς την απέδειξε ο Κ. Μάρξ μέσα από την μελέτη της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
Έτσι το καπιταλιστικό μονοπώλιο, απ’ την στιγμή που η ίδια η συσσώρευση του κεφαλαίου το ανέδειξε σαν αναπόδραστη ιστορική αναγκαιότητα της ίδιας της καπιταλιστικής αγοράς, αποτέλεσε ευθύς εξαρχής τον καλύτερο πολιορκητικό κριό για τον κεφαλαιοκράτη για να συντρίψει τα σύνορα των εθνικών κρατών και των εθνικών αγορών, που απ’ την εποχή του Μάρξ τα θεωρούσε σαν κάτι το «τυχαίο» και σαν «εμπόδιο που έπρεπε να υπερβεί»[17]. Ο Ένγκελς μελετώντας την άνοδο των κλαδικών τραστ στην Αγγλία στα τέλη του προηγούμενου αιώνα θεωρούσε πως ήρθε πλέον η εποχή που «…ο συναγωνισμός στην Αγγλία αντικαταστάθηκε από το μονοπώλιο, που προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους»[18].
Απ’ την εποχή των πρώτων καπιταλιστικών μονοπωλίων με την μορφή των τραστ και των καρτέλ, πέρασε αρκετός καιρός στην ιστορική πορεία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Τα σημερινά μονοπωλιακά συγκροτήματα επεκτάθηκαν πέρα απ’ τα όρια των εθνικών οικονομιών στην κατεύθυνση, τόσο της «κάθετης», όσο και της «οριζόντιας» πολυκλαδικής τους ολοκλήρωσης. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει το πολυεθνικό-πολυκλαδικό μονοπώλιο σαν μια νέα συνάρθρωση του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου σε διεθνή βάση. Ένα τέτοιο τυπικό συγκρότημα είναι καταρχήν σε απόλυτους όρους τεράστιο, μεγαλύτερο σε οικονομική δύναμη από μια μεσαίου μεγέθους χώρα, είτε ακόμη κι από ομάδα κρατών.
Η παγκόσμια αγορά σήμερα έχει γεννήσει πολυεθνικές εταιρείες με μεγέθη, που συναγωνίζονται ή και ξεπερνούν σε σημασία και ρόλο ακόμη και τις μεγάλες εμποροκρατικές εταιρείες των Δυτικών κι Ανατολικών Ινδιών. Μόνο που στην εποχή του μερκαντιλισμού αυτές οι εταιρείες-μονοπώλια ήταν προϊόντα της συγχώνευσης των συμφερόντων του πρώιμου εμπορικού κεφαλαίου και του μοναρχικού κράτους, ενώ τα σημερινά πολυεθνικά μονοπωλιακά μεγαθήρια είναι γέννημα-θρέμμα της ίδιας της παγκόσμιας αγοράς. 
Για να πάρουμε μια ιδέα του μεγέθους και του ρόλου τους στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίου και εμπορευμάτων, θα αναφέρουμε ενδεικτικά τα παρακάτω στοιχεία:
v  Απ’ τις 100 μεγαλύτερες οικονομίες – με όρους κύκλου εργασιών ή ΑΕΠ – του πλανήτη, οι 51 είναι επιχειρήσεις.
v  Το σύνολο των πωλήσεων των 200 μεγαλύτερων εταιρειών στον κόσμο είναι κατά πολύ μεγαλύτερο απ’ το ένα τέταρτο της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας. Το 1950 οι 200 μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο είχαν πωλήσεις που αντιστοιχούσαν στο 18% του συνολικού ΑΕΠ του καπιταλιστικού κόσμου[19]. To 1982 έφτασαν στο 24,2 του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 1992 στο 28,3%[20], ενώ με την είσοδο στην νέα χιλιετία εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει το 35%. 
v  Το σύνολο των πωλήσεων των 200 πιο μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών είναι μεγαλύτερο απ’ το συνολικό ΑΕΠ όλων των χωρών του Πλανήτη εκτός των μεγαλύτερων 9 (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Βραζιλία, Καναδάς και Κίνα).
v  Τα καθαρά ρευστά διαθέσιμα των 200 πιο μεγάλων πολυεθνικών αντιστοιχούν περίπου στο ετήσιο εισόδημα των φτωχότερων 4,5 δισεκ. εργαζόμενων ανθρώπων του πλανήτη.
v  Περίπου οι μισές πωλήσεις των 200 μεγαλύτερων πολυεθνικών συγκεντρώνεται σε 5 οικονομικούς τομείς – που γνωρίζουν και την μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη – χονδρεμπόριο, αυτοκίνητα, τραπεζική πίστη, λιανικό εμπόριο και ηλεκτρονικά. Σ’ αυτούς ακριβώς τους τομείς, που αποτελούν και τους τομείς-αιχμής για την παγκόσμια οικονομία, η συγκέντρωση οικονομικής δύναμης είναι τεράστια[21]. Οι μεγαλύτερες 5 πολυεθνικές ελέγχουν πάνω απ’ το 60% της παγκόσμιας αγοράς αυτοκινήτων, πάνω απ’ το 50% της παγκόσμιας αγοράς ηλεκτρονικών συστημάτων. Ενώ πάνω απ’ το 30% της παγκόσμιας αγοράς αερομεταφορών, αεροδιαστημικής, ατσαλιού και πετρελαίου, προσωπικών υπολογιστών, χημικών και ΜΜΕ[22].
v  Πάνω από ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου είναι ανταλλαγές ανάμεσα σε μητρικές και θυγατρικές των πολυεθνικών[23]. Σ’ ορισμένες μάλιστα χώρες το ποσοστό αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερο όπως στις ΗΠΑ, που ξεπερνά το 45%, την Ιαπωνία που κινείται στο 40%, την Βραζιλία που είναι 44%, κοκ.[24]
Το σύγχρονο καπιταλιστικό πολυκλαδικό-πολυεθνικό μονοπώλιο μπορεί να διαμορφώνει για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό στην ιστορική εξέλιξη του παγκόσμιου καπιταλισμού, έναν εσωτερικό διακλαδικό καταμερισμό εργασίας και να τον επιβάλλει στις χώρες, αλλά και σ’ ολόκληρες περιοχές που δρα. Ασκεί τεράστια επίδραση στις τάσεις συσσώρευσης του κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα κι έτσι μπορεί για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, να διαλύει ή να ρευστοποιεί κλάδους σε μια χώρα και να τους μεταφέρει αλλού, να σβήνει «οικονομικά θαύματα» σε κάποιες περιοχές και να δημιουργεί την επίφαση τέτοιων πρόσκαιρων «θαυμάτων» σ’ άλλες περιοχές.
Το επίπεδο αυτό της μονοπωλιακής συγκρότησης της παγκόσμιας οικονομίας του καπιταλισμού λειτουργεί αποσυνθετικά για τα συστήματα κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης στην κάθε χώρα, για την ίδια την διεθνή καπιταλιστική αγορά. Λειτουργεί σαν δύναμη «απορύθμισης» της ίδιας της διαμορφωμένης διάρθρωσης του καπιταλισμού. Όμως στο μέτρο που τα σύγχρονα πολυεθνικά μονοπώλια αναδείχνονται σε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, άλλο τόσο και η τελευταία γίνεται καθοριστικός παράγοντας των όρων αξιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Τώρα πια τα «κέρδη απ’ το εξωτερικό» δεν αποτελούν απλά και μόνο συμπληρωματικό μέσο αντιστάθμισης της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους στο εσωτερικό, αλλά μετατρέπονται σε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της συνολικής κερδοφορίας, της συνολικής απόδοσης κεφαλαίου. Η παραγωγή και η πραγματοποίηση της υπεραξίας, αλλά και η αναζήτηση υπερκέρδους από τα μονοπώλια, σ’ αυτή τη νέα βαθμίδα ανάπτυξής τους καθορίζεται συνεπώς, σε ασύγκριτα μεγαλύτερο τώρα βαθμό, από τους διεθνείς όρους εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.       

Κρίση και ανασυγκρότηση

Ακριβώς αυτές οι αποσυνθετικές διαδικασίες του σύγχρονου πολυεθνικού-πολυκλαδικού μονοπωλίου αποτέλεσαν την πηγή της κρίσης γενικευμένης διαρθρωτικής υπερσυσσώρευσης που αγκάλιασε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η ιδιαιτερότητα αυτής της κρίσης ήταν πως δεν είχε τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός οικονομικού κύκλου, αλλά αποτέλεσε μια μακρόχρονη πορεία συνολικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού, μέσα από επώδυνες για την κοινωνία καταστροφές, φαινόμενα στασιμότητας και απαξίωσης, μακροχρόνιες εκρήξεις υπερπαραγωγής σε κλαδικό και διακλαδικό επίπεδο. Η ανασυγκρότηση αυτή του καπιταλισμού αντιμετώπισε εξαρχής δυό βασικά εμπόδια: Απ’ την μια, τον συντηρητισμό του ίδιου του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που για να κινηθεί προς νέες κατευθύνσεις και να εκσυγχρονιστεί, πρέπει να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερα περιθώρια υπερκέρδους. Κι απ’ την άλλη, την αντίσταση της εργατικής τάξης και γενικότερα την όξυνση της ταξικής πάλης. Γι αυτό και το αποτέλεσμα αυτών των ιστορικών  διαρθρωτικών κρίσεων, σε σχέση με τις κυκλικές κρίσεις, εξαρτάται πολύ περισσότερο από το αποτέλεσμα της ίδιας της οξυμένης ταξικής πάλης.
Η ανασυγκρότηση που επιχείρησε ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ήταν συνολικός κι αφορούσε:
Πρώτο, τις σχέσεις στο εσωτερικό του μονοπωλιακού κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Μετά από ένα ιστορικά πρωτοφανές όργιο εξαγορών, συγχωνεύσεων και συμμαχιών διαμορφώθηκε μια νέα επιχειρηματική πραγματικότητα στις κορυφές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Με στόχο να αντιμετωπιστούν τα χρόνια παραγωγικά πλεονάσματα, την χρόνια χαμηλή παραγωγική αξιοποίηση του παραγωγικού τους δυναμικού, μετατρέπονται σε όλο και περισσότερο ευέλικτα επιχειρηματικά πολυκλαδικά συγκροτήματα σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζουν υψηλά περιθώρια κέρδους ακόμη κι όταν ο βαθμός αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού δεν υπερβαίνει το 70%. Για να επιτευχθεί αυτό η πολυεθνική επιχείρηση όλο και περισσότερο σταματά να είναι Αμερικάνικη, Βρετανική ή Ιαπωνική και διαμορφώνεται σαν ένα τεράστιο δίκτυο θυγατρικών, συνεργαζόμενων, συμμαχικών, υπεργολαβικών, κλπ. επιχειρήσεων με πραγματικά διεθνοποιημένη παραγωγή.
Για πρώτη φορά σ’ ολόκληρη την ιστορία του καπιταλιστικού μονοπωλίου, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι ετήσιες πωλήσεις των ξένων θυγατρικών των πολυεθνικών ισοφαρίζουν τον τζίρο του παγκόσμιου εμπορίου. Για πρώτη στην ιστορία του καπιταλισμού οι ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς σε εμπορεύματα και υπηρεσίες ικανοποιούνται απευθείας όχι κυρίως μέσα απ’ το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά όλο και περισσότερο απ’ την διεθνοποιημένη παραγωγή των θυγατρικών των πολυεθνικών. Το 1998 ενώ το παγκόσμιο εμπόριο εμπορευμάτων και υπηρεσιών έφτασε τα 6,57 τρισεκ. δολάρια, οι ετήσιες πωλήσεις των ξένων θυγατρικών των πολυεθνικών ξεπέρασαν τα 11,4 τρισεκ. δολάρια[25]. Ενώ για το 1999 εκτιμάται ότι η διαφορά θα υπερβαίνει τη σχέση 1:2.  
Αυτή η ευέλικτη διεθνής παραγωγική δικτύωση επιτρέπει με το μικρότερο δυνατό κόστος να μετακυλίσει η παραγωγή από το ένα έθνος στο άλλο έθνος, από μια περιοχή σ’ άλλη περιοχή, από ήπειρο σε ήπειρο, μεγιστοποιώντας τα περιθώρια κέρδους, αξιοποιώντας συνεχώς τα καλύτερα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» που προσφέρει η κάθε αγορά, σε όρους ζήτησης, τιμών, κόστους κεφαλαίου και εργασίας, πολιτικής κατάστασης. Η λειτουργία αυτή σε παγκόσμιο επίπεδο επιβάλλεται από την ανάγκη οι πολυεθνικές να βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα να θυσιάσουν εάν χρειαστεί ακόμη και τομείς της συνολικής τους επιχειρηματικής δράσης, ακόμη και στην χώρα όπου έχουν την έδρα τους, έστω προσωρινά, για να αντιμετωπίσουν τον οξυμένο διεθνή ανταγωνισμό, αλλά και τα κύματα γενικευμένης αστάθειας των αγορών, δίχως να επηρεαστούν σοβαρά τα περιθώρια κέρδους.             
Δεύτερο, τις σχέσεις μονοπωλίων και κράτους. Η αποδιάρθρωση των εθνικών συστημάτων κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις, τις πολιτικές απορύθμισης, κλπ. δεν σήμανε καθόλου την υποχώρηση του ρόλου του κράτους. Αντίθετα, ο οικονομικός ρόλος του κράτους έχει ενισχυθεί, έχει περισσότερο διεθνοποιηθεί μέσα από τους μηχανισμούς διεθνούς ρύθμισης και διεύθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, οι οποίοι αποτελούν και προνομιακό πεδίο συνάρθρωσης ιμπεριαλιστικών κι εξαρτημένων κρατών με το πολυεθνικό κεφάλαιο.
Τόσο το μέγεθος, οι «οικονομίες κλίμακας» των σύγχρονων πολυεθνικών μονοπωλίων, όσο κι ο ρόλος τους σήμερα στην παγκόσμια αγορά, επιτρέπουν μια νέου τύπου – άκρως πιο αντιδραστική – συγχώνευσή τους με το κράτος. Σήμερα η τρομακτική δυνατότητα άντλησης κεφαλαίου απ’ τις πολυεθνικές επιτρέπει ν’ «αποσπάσουν» για κερδοσκοπικό όφελος πολλούς απ’ τους παραδοσιακούς τομείς οικονομικής δραστηριοποίησης του κράτους, να «επωμιστούν» απευθείας πολλές απ’ τις καθαυτό οικονομικές λειτουργίες του κράτους, όπως, π.χ., την παραδοσιακή αντι-κυκλική πολιτική του κράτους. Έτσι, το σύγχρονο αστικό κράτος χάνει όλο και περισσότερο τις «κοινωνικές του αναφορές», μιας και πλέον αδυνατεί να παράσχει ακόμη και στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως χάνει και τον κλασσικό λειτουργικό-οργανωτικό και παραγωγικό του ρόλο στην οικονομία, μιας και αφυδατώνεται αυτό που παραδοσιακά ονομαζόταν ως «κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα». Μ’ αυτόν τον τρόπο το κράτος μετατρέπεται σ’ ένα άνευ προηγουμένου παρασιτικό απόστημα στο σώμα της εργαζόμενης κοινωνίας, που επιβιώνει απ’ την φορολογική λεηλασία και την υπερχρέωση. Κι ενώ εξανεμίζονται ακόμη κι οι τελευταίες κοινωνικο-παραγωγικές ωφέλειές του, το κράτος μετατρέπεται ανοικτά σε μια όλο και μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά για το ιδιωτικό κεφάλαιο, αλλά και σ’ έναν  εξαιρετικά διογκωμένο στρατιωτικο-πολιτικό, ασφυκτικά γραφειοκρατικό μηχανισμό διαχείρισης, διευθέτησης και καταστολής συγκρούσεων εντός κι εκτός συνόρων. Αυτή ακριβώς η μετατροπή του σύγχρονου αστικού κράτους, σ’ έναν μηχανισμό άκρατου παρασιτικού καταναλωτισμού, επιβάλει και την μεταλλαγή του σε κράτος-χωροφύλακα, σ’ ένα κράτος όπου ακόμη κι αυτή η τυπική παραδοσιακή πολιτική δημοκρατία πνέει τα λοίσθισια.     
Τρίτο, τις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας. Στο σημερινό ευέλικτο πολυεθνικό-πολυκλαδικό μονοπώλιο αντιστοιχεί μια ευέλικτη αγορά εργασίας, όπου ο εργαζόμενος θα συμπεριφέρεται περισσότερο ως ρευστή εμπορεύσιμη εργατική δύναμη, δηλαδή σαν επιχειρηματίας του εαυτού του, δίχως κανενός είδους εξασφαλίσεις, κεκτημένα, προϋποθέσεις και δικαιώματα. Κι αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να «ομογενοποιηθεί» η αγορά εργασίας, όσο το δυνατόν, και να συμπιεστεί το «κόστος εργασίας» ακόμη και της πιο υψηλά εξειδικευμένης εργατικής δύναμης.
Ένας αποφασιστικός όρος για την διέξοδο απ’ αυτή τη μακροχρόνια πορεία ανασυγκρότησης του καπιταλισμού φαίνεται πως ήταν η ανατροπή του αντίπαλου συστήματος μ’ όλα τα ευεργετικά για το κεφάλαιο συνεπακόλουθα στην μαχητικότητα του εργατικού κινήματος και της αριστεράς. Ωστόσο, η επιμονή της γενικευμένης αστάθειας, της μακροχρόνιας σχετικής υπερπαραγωγής ειδικά σ’ ορισμένους κλάδους, αλλά και οι κρίσεις πλασματικού κεφαλαίου, δεν αφήνουν περιθώρια σταθεροποίησης, έστω και σχετικής, του καπιταλισμού. Μ’ αυτήν την έννοια η ανασυγκρότηση που επιχείρησε ο καπιταλισμός τα προηγούμενα χρόνια όχι μόνο βρίσκεται υπό συνεχή δοκιμή, αλλά αποτελεί κι η ίδια παράγοντα επιδείνωσης της γενικευμένης αστάθειας του καπιταλισμού παγκόσμια.

17/12/1999

Δημήτρης Καζάκης

Ομιλία στο Espace Marx, Πολυτεχνείο.


[1] Martin Carnoy et al., The New Global Economy in the Information Age: Reflections on Our Changing World, University Park., Penn.: Penn State Press, 1993), pp. 4-5.
[2] Attali, J., Millenium: Winners and Losers in the Coming World Order, Time Books, New York, 1991.
[3] Alan Greenspan, Testimony to the Congress, March 5, 1997.
[4] Βέβαια πρέπει πάvτα vα έχoυμε υπόψη μας πως όλα αυτά αφoρoύσαν κυρίως έως απoκλειστικά τις εργατικές τάξεις τωv αvεπτυγμέvωv καπιταλιστικώv κρατώv. Οσo για τov υπόλoιπo κόσμo, αυτόv πoυ περιφρονητικά οι θεωρητικoί της σoσιαλδημoκρατίας και της λεγόμενης «δημοκρατικής αριστεράς», ovόμασαv "τρίτo κόσμo" ή "καπιταλιστική περιφέρεια" δεv έμπαιvε καν τέτoιo θέμα.
[5] Γι αυτό και οι μόνοι που έμειναν να μνημονεύουν όλα αυτά που ακόμη και οι ίδιοι οι εμπνευστές τους έχουν πλέον ξεχάσει θαμπωμένοι από την επιβλητικότητα της παγκόσμιας αγοράς, είναι όσοι πάσχουν από έναν παθολογικό κι εντελώς αθεράπευτο ιδεολογικο-πολιτικό "παλαιοημερολογιτισμό", ο οποίος κατανοεί την όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων κυρίως ως συνέπεια διαφορετικών "μοντέλων διαχείρισης". Έτσι, αναγάγουν το νεοφιλελεύθερο "μοντέλο διαχείρισης" σε πηγή όλων των σημερινών δεινών, για να διαφοροποιηθούν και να διεκδικήσουν, ως άλλοι Μορμόνοι, την επιστροφή στις παλιές δοξασίες της κυρίαρχης πολιτικής, στις παλιές λογικές κρατικής διαχείρισης, στα παλιά καλά δόγματα του "κοινωνικού κράτους" ή του "κράτους πρόνοιας" και της "πλήρους απασχόλησης", έστω κι αν αποδείχτηκαν φρούδες κι απατηλές υποσχέσεις, που αποκοίμιζαν τις εργαζόμενες τάξεις τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής περιόδου. Πράγμα, που εμφανίζεται ενίοτε κι ως απαύγασμα ενός σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού λόγου.  

[6] Κ. Μάρξ & Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, (Αθήνα 1980), σελ. 24-25.
[7] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, (Αθήνα 1978), τομ. ΙΙΙ, σελ. 143.
[8] Πρόκειται για μια φράση στα ελληνικά, που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Κ. Μάρξ στο Κεφάλαιο για να υποδηλώσει το πλεόνασμα κεφαλαίου που προκύπτει από την ίδια την διαδικασία υπερσυσσώρευσης. Βλ. Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο (Αθήνα 1980) τομ. ΙΙΙ, σελ. 317 κ.ά.
[9] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, (Αθήνα 1978), τομ. ΙΙΙ (Φρ. Ένγκελς, Συμπλήρωμα και Επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του «Κεφαλαίου»), σελ. 1115.
[10] Οπως προηγουμένως.
[11] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, (Αθήνα 1978), τομ. ΙΙΙ, σελ. 553.
[12] Β.Ι. Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, Άπαντα, (Αθήνα 1980) τομ. 27ος, σελ. 320-321.
[13] Χαρακτηριστική φράση του N. Bukharin [Imperialism and World Economy (with an Introduction by V. I. Lenin), London, 1972, p. 136].
[14] Αυτή η θεωρητική δυνατότητα μετεξέλιξης του καπιταλιστικού μονοπωλίου, αποδιδόταν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο από τον Ρούντολφ Χίλφερντινγκ στο γνωστό του έργο Χρηματιστικό Κεφάλαιο, που αποτέλεσε τη βάση και των εργασιών, τόσο του Λένιν, όσο και του Μπουχάριν για τον Ιμπεριαλισμό: «Το ερώτημα – έγραφε ο Ρ. Χίλφερντινγκ – που γεννιέται είναι το πού μπορούν τελικά να χαραχθούν τα όρια της καρτελοποίησης. Το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί με την έννοια πως δεν υπάρχει κανένα απόλυτο όριο της καρτελοποίησης. Αντίθετα, μπορεί να παρατηρηθεί μια τάση συνεχούς διεύρυνσης του εύρους της καρτελοποίησης. Ανεξάρτητες βιομηχανίες όλο και περισσότερο εξαρτώνται από τις καρτελοποιημένες και τελικά ενώνονται μαζί τους. Σαν αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, ένα παγκόσμιο καρτέλ θα πρέπει να αναδυθεί. Εδώ, ολόκληρη η παραγωγή του κεφαλαίου θα ρυθμίζεται συνειδητά από ένα κέντρο, το οποίο θα καθορίζει και το μέγεθος της παραγωγής σ’ όλες τις σφαίρες της… Αυτό θα είναι μια συνειδητά ρυθμιζόμενη κοινωνία με ανταγωνιστική μορφή… Η τάση για την δημιουργία ενός τέτοιου παγκόσμιου καρτέλ, και η τάση για την εγκαθίδρυση μιας κεντρικής τράπεζας συγκλίνουν, και μέσα από την ενοποίησή τους αναφύεται η τρομακτική συγκέντρωση δύναμης του χρηματιστικού κεφαλαίου… Οικονομικά, θα ήταν δυνατή η ανάδειξης ενός παγκόσμιου καρτέλ για να καθοδηγεί ολόκληρη την παραγωγή κι έτσι να εξαλείψει τις κρίσεις. Ένα τέτοιο καρτέλ θα ήταν νοητό οικονομικά, αν και κοινωνικά και πολιτικά μια τέτοια κατάσταση θα ήταν ανεφάρμοστη, γιατί ο ανταγωνισμός των συμφερόντων, φτάνοντας στα ακρότατα όριά του, θα επέφερε αναγκαστικά την κατάρρευσή της» (Βλ. Rudolf Hilferding, Das Finanzkapital, Vienna, 1910, S. 295)    
[15] K. Marx & F. Engels, Collected Works, Progress Publishers, Moscow, 1975, vol. 3, p. 432.
[16] Όπως προηγουμένως.
[17] Karl Marx, Grundrisse der Politischen Okonomie 1857-1858, Foreign Languages Publishing House, Moscow, 1939, S. 312.
[18] Σημείωση του Φρ. Ένγκελς στο Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. Τρίτος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1978, σελ. 553.
[19] Fr. Clairmonte & J. Cavanagh, Transnational Corporations and the Global Markets: Changing Power Relations, Trade and Development (Unctad Review), Winter 1982, p. 154.
[20] UNCTAD, World Investment Report, 1993.
[21] The Economist, March 27, 1993: Survey, "A Game of Global Monopoly".
[22] Στο ίδιο.
[23] UNCTAD, World Investment Report, 1999.
[24] Στοιχεία από UNCTAD, Transnational Database, Geneva.
[25] UNCTAD, World Investment Report 1999, p. 9.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου