Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ


ΠΑΝΕΘΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ                     
            ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΎ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

                                           

Για πάνω από μια δεκαετία ένας άκρως ιδιοτελής συνασπισμός από συμφέροντα και εκπροσώπους της παγκοσμιοποίησης μέσω της «απελευθέρωσης των αγορών» – από τα διευθυντήρια των πολυεθνικών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), της Παγκόσμιας Τράπεζας (ΠΤ), του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) έως τους φιλελεύθερους πολιτικούς της δεξιάς και της αριστεράς – διεξάγουν έναν αδιάλειπτο, ανελέητο και ιστορικά πρωτοφανή αγώνα ενάντια σε κάθε έννοια κοινωνικού ή συλλογικού δικαιώματος, ενάντια σε κάθε έννοια διεκδίκησης καλύτερων όρων ζωής και εργασίας από την εργατική τάξη και τους άλλους εργαζομένους.

Οργανικό στοιχείο ολόκληρης αυτής της εκστρατείας είναι οι γνωστές πολιτικές της «απορρύθμισης» και της «αποκρατικοποίησης», που στην ουσία τους αποτελούν μια τερατώδη αναδιανομή ωφελειών, κοινωνικού πλούτου και εισοδήματος εις βάρος των ανθρώπων του μόχθου. Πρόκειται για μια τόσο τερατώδη αναδιανομή, που με δυσκολία θα βρει κάποιος ιστορική της αναλογία στο παρελθόν και η οποία έχει θέσει υπό αίρεση ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις κοινωνικές και εργασιακές κατακτήσεις της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων.
Το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα ολόκληρης αυτής της εκστρατείας είναι η ιστορικά πρωτοφανής και «τριτοκοσμικoύ» χαρακτήρα πόλωση σε ιδιωτικό πλούτο και μαζική κοινωνική φτώχεια, η οποία διαπερνά ακόμη και τις πιο πλούσιες χώρες. Σήμερα, το φάσμα της διαρκούς ανέχειας, της καταθλιπτικής αβεβαιότητας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, ακόμη και της εξαθλίωσης δεν αναγνωρίζει «άσπρα» και «μπλε» κολάρα, δεν ξεχωρίζει ανειδίκευτους, ειδικευμένους και υψηλά εξειδικευμένους εργαζόμενους. Μπροστά στον οδοστρωτήρα της «απελευθέρωσης των αγορών», δεν υπάρχει πλέον καμιά ατομική εξασφάλιση, καμιά «προνομιακή μεταχείριση» για κανένα ειδικό κοινωνικό ή επαγγελματικό στρώμα της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζομένων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που ακόμη και τα πιο υποτυπώδη κοινωνικά προγράμματα του άλλοτε γνωστού «κράτους πρόνοιας», σήμερα το ένα μετά το άλλο κρίνονται «ασύμφορα» κι εξανεμίζονται. Μόνο και μόνο για να μετατραπεί η γενικευμένη ανασφάλεια, αβεβαιότητα κι ανέχεια είτε σ’ ένα ιδιαίτερα προνομιακό πεδίο κερδοσκοπικής δράσης της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» είτε σε γόνιμο έδαφος για τα αισθήματα «φιλανθρωπίας» της αριστοκρατίας του χρήματος και για ασκήσεις «εθελοντισμού» τοις μετρητοίς και με το αζημίωτο των περιώνυμων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ).
Οι εργαζόμενοι της χώρα μας βρίσκονται ήδη στον αστερισμό αυτής της ζοφερής πραγματικότητας. Η κυβέρνηση Σημίτη στα πλαίσια, αλλά και με άλλοθι την άνωθεν επιβαλλόμενη παγκοσμιοποίηση της «απορρύθμισης» και της «αποκρατικοποίησης», προχωρά με ταχύτητα σ’ ό,τι ονομάζει αναγκαίες «διαρθρωτικές αλλαγές», που στην ουσία επικεντρώνονται στην εξάρθρωση ακόμη και των πιο θεμελιακών συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Βασική επιδίωξη της κυβερνητικής πολιτικής είναι η βίαιη καταστροφή κάθε είδους, ακόμη και της πιο πενιχρής, εγγύησης, κατοχύρωσης, εξασφάλισης και κατάκτησης, που έχουν πετύχει οι εργαζόμενοι κι εγγράφεται στο ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο άσκησης πολιτικής, νομοθεσίας, συλλογικών συμβάσεων και κανονισμών. Τα πάντα από «μηδενική βάση», αυτή είναι η νέα πολεμική κραυγή της κυβέρνησης και των πατρώνων της.
Η επίθεση των «διαρθρωτικών αλλαγών» δεν έχει σαν στόχο απλά και μόνο τη μεταβολή επί το δυσμενέστερο των όρων αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Αντίθετα επιδιώκει τη συνολική αποδιάρθρωση της ίδιας της εργατικής τάξης, του τρόπου που εντάσσεται στην «αγορά εργασίας», αλλά και του τρόπου που ως σήμερα εκφραζόταν και δρούσε ως οργανωμένη τάξη. Σ’ αυτή την αντιδραστική επιχείρηση τίποτε δεν μένει αλώβητο, τίποτε δεν παραμένει στο απυρόβλητο. Κάθε στήριγμα της κοινωνικής υπόστασης της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων έχει μπει στο στόχαστρο της «απορρύθμισης» και της «απελευθέρωσης των αγορών».
Για τους λόγους αυτούς, ο κυρίαρχος οικονομικο-πολιτικός συνασπισμός εξουσίας δεν δίστασε να κηρύξει έναν αληθινό ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια σ’ ολόκληρη την εργαζόμενη κοινωνία:
Πρώτο: Με το νέο νόμο για τις εργασιακές σχέσεις, που η κυβέρνηση αποκαλεί παραπειστικά ως νόμο για την «προώθηση της απασχόλησης», αν και αφορά στη διάχυση της ημιαπασχόλησης, της ετεροαπασχόλησης και της υπεραπασχόλησης σε μεγαλύτερες μάζες εργαζομένων. Έτσι, έρχονται να νομιμοποιηθούν οι πιο ασύδοτες και αντιδραστικές πρακτικές της εργοδοσίας. Σε μια «αγορά εργασίας», όπου η απλήρωτη υπερεργασία τείνει να γίνει καθεστώς για όλους, η δεύτερη δουλειά το αναγκαίο συμπλήρωμα του μέσου εργατικού εισοδήματος, η προσωρινή απασχόληση γενικός κανόνας ακόμη και για τα πιο εξειδικευμένα επαγγέλματα, το «δελτίο παροχής» κύριο μέσο απεμπόλησης των ασφαλιστικών και εργασιακών δικαιωμάτων του εργαζόμενου και η ανυπαρξία νέων θέσεων εργασίας να πυροδοτεί τη μαζική χρόνια ανεργία – η κυβέρνηση απαντά με το νόμο Γιαννίτση. Ένα νόμο που προωθεί την τυπική κατάργηση της νομοθετικής κατοχύρωσης του οκταώρου, την ετήσια διευθέτηση του χρόνου εργασίας και σ’ αυτή τη βάση την κατάργηση της πληρωμής των υπερωριών, τη διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, τη ραγδαία επέκταση της μερικής απασχόλησης και την «αυτασφάλιση» του εργαζομένου, ώστε να γλυτώσει ο εργοδότης από τις ασφαλιστικές εισφορές.
Όλα αυτά εμφανίζονται ως μέτρα κατά της ανεργίας, τη στιγμή που αποτελούν μια ρυθμιστική παρέμβαση για την επιτάχυνση, γενίκευση και καθολικοποίηση όλων εκείνων των διαδικασιών, οι οποίες έχουν οδηγήσει ήδη την «αγορά εργασίας» στην υπάρχουσα τραγική – για τους εργαζομένους – κατάσταση κι έχουν εκτινάξει σε δυσθεόρατα ύψη τη μαζική ανεργία. Στην πραγματικότητα, ο νόμος επιδιώκει να κατοχυρώσει τη μετατροπή της «αγοράς εργασίας» σ’ ένα πεδίο ανελέητης σύγκρουσης κι ανταγωνισμού όχι των εργαζομένων με την εργοδοσία – όπως είναι φυσικό – αλλά των εργαζομένων μεταξύ τους, του ανέργου με τον απασχολούμενο, του υπερεργαζόμενου με τον μερικά απασχολούμενο, του «αυτασφαλισμένου» με τον τυπικά μισθωτό, του σχετικά «καλοπληρωμένου» μ’ εκείνον που για να ζήσει είναι αναγκασμένος να κάνει δυό δουλειές, του ντόπιου με τον αλλοδαπό εργάτη, κοκ. Επιδιώκει, δηλαδή, να κατοχυρώσει τη μετατροπή του εργαζόμενου σε ιδιώτη επιχειρηματία του εαυτού του, της δικής του εργατικής δύναμης, ο οποίος έτσι θα είναι καθ’ ολοκληρία έρμαιο του ανταγωνισμού στην αγορά.
Μ’ αυτή την έννοια η κυβέρνηση και οι πάτρωνές της αγωνίζονται ολόψυχα να εξισώσουν τις οικονομικές κι εργασιακές συνθήκες των ντόπιων εργαζομένων με τους αλλοδαπούς. Μόνο που πρόκειται για μια εξίσωση όχι προς τα πάνω, για να γλυτώσουν οι αλλοδαποί εργάτες απ’ τα δεσμά και τις δουλείες της οικονομικής προσφυγιάς, αλλά προς τα κάτω, όπου κυριαρχούν τα απολύτως αναγκαία «μίνιμουμ» – των δικαιωμάτων, των απολαβών, των εργασιακών προοπτικών – για όλο και περισσότερους εργαζόμενους, ανεξάρτητα εθνικότητας. Έτσι, όλο και πιο πολλοί εργαζόμενοι, ντόπιοι κι αλλοδαποί, μετατρέπονται σε πραγματικούς οικονομικούς πρόσφυγες, από επιχείρηση σε επιχείρηση, από δουλειά σε δουλειά, από μεροκάματο σε μεροκάματο.   
Μόνος κερδισμένος απ’ όλα αυτά είναι το κεφάλαιο, το οποίο μέσα απ’ αυτό το γενικό και εξατομικευμένο πόλεμο των εργαζομένων μεταξύ τους ελπίζει φυσικά να φτηναίνει διαρκώς ακόμη και η πιο εξειδικευμένη εργασία. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να πετύχει ώστε ν’ αφαιρεθεί απ’ την ίδια την εργατική δύναμη κάθε ανθρώπινη και ταξική ουσία, που δίχως άλλο οδηγεί αναπόφευκτα στην ανάγκη ανελαστικών δικαιωμάτων, εγγυήσεων και θεσμικών κατοχυρώσεων. Να τη μετατρέψει, δηλαδή, σε μια ακόμη «εισροή», σ’ έναν ακόμη τεχνικό «πόρο» για την επιχείρηση – όπως ακριβώς είναι οι πρώτες ή οι ενδιάμεσες ύλες, ο εξοπλισμός ή τ’ αναλώσιμα – απ’ την οποία μπορεί ν’ απαλλαγεί το ίδιο εύκολα και δίχως συνέπειες, αμέσως όταν οι συνθήκες και οι όροι της αγοράς το επιβάλλουν, όπως εύκολα και δίχως πολλά-πολλά μετατρέπονται σε σκραπ τα απαξιωμένα μηχανήματα ενός εργοστασίου. Μια τέτοια εργατική δύναμη είναι η μόνη βολική για το κεφάλαιο την εποχή αυτή της «απελευθέρωσης των αγορών», η οποία έχει μετατρέψει την παγκόσμια οικονομία σ’ ένα γκρίζο τοπίο που σαρώνεται από καταιγιστικές θύελλες κι όπου η νηνεμία είναι μόνο μια πολύ σύντομη εξαίρεση.
Δεύτερο: Με την αναγωγή ενός ολόκληρου συστήματος αγυρτείας και απάτης σε βασικό μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας. Έτσι δεν έχει πλέον σημασία τι παράγεται και πώς, με όρους αγαθών και υπηρεσιών για τον άνθρωπο, αλλά το πώς κινούνται οι αγορές χρήματος και το χρηματιστήριο. Μόνο που το εμπόριο μετοχών και γενικά χρήματος αποτελεί από την εποχή της εμφάνισής του προνομιακό χώρο για κερδοσκοπία κάθε είδους. Ωστόσο, τις παλιότερες εποχές ο κερδοσκοπικός παροξυσμός αποτελούσε συγκυριακό προϊόν έντονων οικονομικών και κοινωνικών αναστατώσεων. Η επέμβαση της πολιτικής για την καταστολή της κερδοσκοπίας όχι μόνο δεν μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί, αλλά αντίθετα εθεωρείτο – ακόμη κι από τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου – σημαντική ώστε να περιορίσει τις πιο νοσηρές συνέπειες και να προστατέψει την αποσάθρωση του συνόλου της οικονομίας.
Αντίθετα σήμερα, η παραζάλη της κερδοσκοπίας δεν είναι εκδήλωση ή προϊόν συγκυριακών οικονομικο-κοινωνικών αναστατώσεων, όπως στο παρελθόν, αλλά έκφραση μονιμότερων διαρθρωτικών χαρακτηριστικών που έχουν να κάνουν με τον σημερινό τρόπο συσσώρευσης του κεφαλαίου πρωταρχικά σε διεθνές, αλλά και σ’ εθνικό επίπεδο. Κι αυτό γιατί απ’ την άντληση όλο και μεγαλύτερου πρόσθετου κέρδους, κάθε μορφής υπερκέρδους, εξαρτάται πλέον το σύνολο της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, σε μια εποχή όπου ο παγκόσμιος καπιταλισμός φαίνεται να μην μπορεί να ξεφορτωθεί μακροπρόθεσμα φαινόμενα μαζικής υπερπαραγωγής, σχετικά χαμηλού βαθμού αξιοποίησης παραγωγικού δυναμικού, καταστροφής ολόκληρων κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας, κοκ. Φαινόμενα, δηλαδή, που άλλοτε χαρακτήριζαν αποκλειστικά περιόδους κρίσης και γενικής ύφεσης.
Γι αυτό και σήμερα η κυβερνητική πολιτική δεν έχει πλέον ως στόχο να καταστείλει ή να περιορίσει – έστω και με καπιταλιστικούς όρους – την κερδοσκοπία, αλλά να διευκολύνει τη «στροφή» ολόκληρης της κοινωνίας προς αυτή. Έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και η – συχνά δυσανάλογη – μείωση των επιτοκίων στις τραπεζικές καταθέσεις, η οποία, περιορίζοντας σημαντικά τις αποδόσεις, οδηγεί τους αποταμιευτές σε αναζήτηση νέων μορφών «επένδυσης» χρημάτων κυρίως μέσω της χρηματαγοράς και του χρηματιστηρίου. Η συμμετοχή μ’ οποιαδήποτε μορφή των συνταξιοδοτικών ταμείων και το ήδη εφαρμοζόμενο σύστημα διανομής μετοχών έναντι αμοιβής στους εργαζόμενους συνδυάζει την ενίσχυση των χρηματιστηριακών αγορών με τον εθισμό τους στο χρηματιστηριακό τζόγο.
Η προκλητική ενίσχυση του χρηματιστηρίου και των αγορών χρήματος γενικά, καθώς και η μετατροπή τους σε βασικό μοχλό της οικονομίας της χώρας έγιναν στο όνομα της προσέλκυσης σημαντικών ξένων κεφαλαίων, τα οποία υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν την ανάπτυξη της χώρας. Στην πραγματικότητα, αυτά που προσέλκυσαν ήταν άκρως κερδοσκοπικά κεφάλαια, που δεν έχουν καμιά σχέση μ’ επενδύσεις στην παραγωγή και γενικότερα στην πραγματική οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1992 σε κάθε 100 δολάρια ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων που εισέρεαν ετήσια στην ελληνική οικονομία, τα 59 δολάρια αφορούσαν σε επιχειρηματικά κεφάλαια, τα 31 πήγαιναν για αγορά ακινήτων και μόλις τα 10 στην αγορά χρήματος και χαρτιών (μετοχές, ομόλογα, κλπ.). Το 1995, τα 33 δολάρια ήταν επιχειρηματικά κεφάλαια, τα 7 πήγαιναν στην αγορά ακινήτων και τα 60 στην αγορά χρήματος και χαρτιών. Σήμερα, αισίως μόλις τα 10 δολάρια αφορούν σε επιχειρηματικά κεφάλαια, 1 δολάριο πηγαίνει στην αγορά ακινήτων και τα υπόλοιπα 89 δολάρια πηγαίνουν στην αγορά χρήματος και χαρτιών!
Η κατάσταση αυτή έχει μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε αληθινό έρμαιο των κερδοσκοπικών ορέξεων του διεθνούς μεγάλου κεφαλαίου, έχει βαθύνει την αποδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης κι έχει υπονομεύσει, ίσως ανεπανόρθωτα, τις αντοχές της στην αντιμετώπιση περιόδων ύφεσης και κρίσης. Μ’ αυτή την έννοια το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν το έχουμε ακόμη γευτεί, παραμένει μπροστά μας κι απ’ ό,τι φαίνεται – αν εξαιρέσει κανείς τους ζουρλομανδύες του ΔΝΤ και των «προγραμμάτων σταθερότητας» – η εξουσία δεν διαθέτει κανένα άλλο μέσο αντιμετώπισης της καταιγίδας, που ήδη διακρίνεται στον ορίζοντα.
Τελευταία, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας εξαρτάται πλέον άμεσα από την κερδοσκοπική διακύμανση του χρηματιστηρίου. Έτσι, το ΧΑΑ μετεξελίχθηκε όχι απλά σ’ έναν τρομακτικό μηχανισμό αναδιανομής και κερδοσκοπικής λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου της χώρας, αλλά και σε έναν εκπληκτικό μοχλό «κοινωνικής πειθούς» για την επιτάχυνση της πολιτικής της απορρύθμισης, των απελευθερώσεων και των αποκρατικοποιήσεων. Οι συνθήκες αυτές αποτελούν το πιο ευνοϊκό περιβάλλον για να αποδεχθούν ευρύτερες μάζες την πολιτική εκποίησης του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος, της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων, της απροκάλυπτης ενίσχυσης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, στο όνομα της απατηλής προσδοκίας ανόδου του χρηματιστηρίου κι άρα «απεγκλωβισμού» των μικροεπενδυτών.
Τρίτο: Με το μετασχηματισμό, μέσω των πολιτικών της «απορρύθμισης» και της «αποκρατικοποίησης», ακόμη και των πιο στοιχειωδών κοινωνικών απαιτήσεων για παιδεία, υγεία, πρόνοια, ασφάλιση, από αδιαπραγμάτευτα θεμελιακά συλλογικά δικαιώματα σε τρέχουσες ανταλλακτικές αξίες της αγοράς, όπου η παροχή, η ποιότητα και η διάρκειά τους εξαρτώνται πλέον από την «οικονομική επιφάνεια» του εργαζομένου. Πώς απαντά σ’ αυτή την πραγματικότητα η κυβέρνηση;
Το νομοσχέδιο για την «κοινωνική ασφάλιση» που προετοιμάζεται, οργανώνει περαιτέρω το κτύπημα της κοινωνικής προστασίας με τη συρρίκνωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και τη ραγδαία επιδείνωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης. Και όλα αυτά στο όνομα της «εξυγίανσης των ταμείων». Ωστόσο, ούτε κουβέντα για την «ταμπακέρα». Για την ασύδοτη, δηλαδή, λεηλασία από τις διαδοχικές κυβερνήσεις, εδώ και χρόνια, των πόρων και των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, πότε για να χρηματοδοτηθούν με δανεικά κι αγύριστα οι επιχειρηματίες των γνωστών «προβληματικών», πότε για να ενισχυθεί η κερδοσκοπία της κεφαλαιαγοράς και πότε για να καλυφθούν οι πολλές τρύπες του κρατικού προϋπολογισμού. Ούτε φυσικά γίνεται λόγος για το γεγονός ότι τα ταμεία χρησιμοποιήθηκαν ως έμμεση δίοδος για την επιδότηση της ιδιωτικής υγείας σ’ όλες της τις εκδοχές, γιατρός, φάρμακο, νοσηλεία, κλπ. Οι εργαζόμενοι, το θύμα της όλης ιστορίας, καλούνται ξανά να πληρώσουν τα σπασμένα για ένα σύστημα ασφάλισης εξαρχής άδικο, άνισο και του οποίου τα έως σήμερα πενιχρά «ανταποδοτικά οφέλη» έχουν ήδη χρυσοπληρώσει.
Με νομοσχέδιο, που ήδη μέρος του έγινε νόμος, ετοιμάζεται η τελική κατεδάφιση του ήδη υπονομευμένου ΕΣΥ, προς όφελος της περαιτέρω εμπορευματοποίησης της υγείας. Έτσι το κράτος αποτινάσσει από πάνω του την ευθύνη λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας και προωθεί την κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα των νοσοκομείων της χώρας. Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι καθόλου άσχετα με το γεγονός ότι η «βιομηχανία της υγείας» αποτελεί παγκόσμια έναν από τους πιο κερδοφόρους τομείς τοποθέτησης ιδιωτικών κεφαλαίων, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται το δραστικό αποκλεισμό σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού – όπου το πορτοφόλι δεν αντέχει – από την παροχή ακόμη και των πιο στοιχειωδών υπηρεσιών υγείας.
Με το νόμο Αρσένη χιλιάδες μαθητές οδηγήθηκαν βίαια στα Τ.Ε.Ε. είτε απορριπτόμενοι είτε αποθαρρυμένοι από το σκληρό εκπαιδευτικό σύστημα και έχει επιβληθεί ένας βαθύς διχασμός της μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης ανάμεσα σε ένα δήθεν ποιοτικά αναβαθμισμένο Ενιαίο Λύκειο για τους λίγους και «εκλεκτούς» και ένα υποβαθμισμένο Τ.Ε.Ε. της στενής, εφήμερης και πρόωρης κατάρτισης για τους «πληβείους», διχασμός με ευρύτερες αρνητικές εκπαιδευτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Τώρα, μετά από την επίθεση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προετοιμάζεται το δεύτερο βήμα. Στα πλαίσια των κατευθύνσεων της ΕΕ, όπως αυτές εκφράζονται και στην «διακήρυξη της Μπολόνιας», ανοίγει ο δρόμος της «απορρύθμισης» της ανώτατης εκπαίδευσης της χώρας, με τη σκόπιμα καλλιεργούμενη σύγχυση ανάμεσα στην επαγγελματική κατάρτιση-εκπαίδευση και τις αναγκαίες ανώτερες σπουδές σ’ έναν επιστημονικό κλάδο, μαζί με την ακύρωση των εθνικών ακαδημαϊκών πτυχίων. Έτσι επιχειρείται η συνολική μετατροπή των ΑΕΙ όχι βέβαια σε «ναούς άνθησης των επιστημών», αλλά σε μηχανές μαζικής παραγωγής φτηνής εργατικής δύναμης με βασική εξειδίκευση, ικανής να προσαρμόζεται σε κάθε ιδιοτροπία της αγοράς.               
Τέταρτο: Με την «απελευθέρωση της αγοράς» των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας, των μεταφορών, κοκ., όπου η κυβέρνηση προχωρά στην ιδιωτικοποίηση όχι μόνο των κρατικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, στα πλαίσια μιας ξεδιάντροπης επιχείρησης δημιουργίας και στήριξης ιδιωτικών μονοπωλίων στα «φιλέτα» της αγοράς – και μάλιστα στο όνομα του «ανταγωνισμού» – αλλά σχεδόν του συνόλου των άμεσα εποπτικών λειτουργιών και υπηρεσιών του κράτους. Η πολιτική αυτή των ιδιωτικοποιήσεων δεν αποστερεί απλά απ’ το κράτος την κατεξοχήν παραγωγική του λειτουργία, τη βασική του οικονομική χρησιμότητα για την εργαζόμενη κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα στερεί και την υλική βάση της δημοκρατίας.
Η πολιτική αυτή των «αποκρατικοποιήσεων» και η δραματική κατάσταση των λεγόμενων «κοινωνικών δαπανών» αφαιρούν ακόμη και τα τελευταία προσχήματα «ανταποδοτικής ωφελιμότητας» του κράτους. Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παράσχει ούτε καν στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, που έτσι κι αλλιώς χρυσοπληρώνει η εργαζόμενη κοινωνία; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν έχει καμιά δυνατότητα να παράγει το δικό του εισόδημα, παρά μόνο ασκείται στην φορολογική λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή και στην οικονομία, εκτός από το να παρέχει «μεγάλα έργα» σε ντόπιους και ξένους μεγαλοεργολάβους και να συντηρεί με κάθε τρόπο την κρατικοδίαιτη επιχειρηματική κερδοσκοπία; Το μόνο που τελικά απομένει είναι ένας τεράστιος παρασιτικός μηχανισμός γραφειοκρατικής διοίκησης, καταστολής και διευθέτησης κοινωνικών συγκρούσεων, που συντηρείται μέσα από μια βάρβαρη φορομπηκτική πολιτική κι έναν διαρκή υπερδανεισμό, με υποθήκη το παρόν και το μέλλον ολόκληρης της χώρας.
Ένα τέτοιο κράτος δεν έχει ανάγκη κοινωνικής ή δημοκρατικής νομιμοποίησης. Γι’ αυτό και επιστρέφει στις πιο αντιδραστικές κι αυταρχικές καταβολές του κράτους-χωροφύλακα. Έτσι αποβάλλει το ένα μετά το άλλο, όλα τα προσχήματα δημοκρατίας, μέσα από την ανοικτή υιοθέτηση λογικών «μεγάλου αδελφού», όπως άλλωστε φάνηκε καθαρά και με την προσχώρηση στη συνθήκη Σένγκεν. Σ’ αυτή τη γραμμή και μέσα από ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εκτρωματικούς «τρομο-νόμους», κοκ., έχουμε την εξουσία ν’ αντιμετωπίζει καθένα πολίτη ως εκ προοιμίου υπόλογο απέναντι της, ύποπτο και αντικείμενο αστυνομικής επιτήρησης, ως οιονεί εγκληματία κι επιρρεπή σ’ «άνομες πράξεις», για τις οποίες το «χέρι του νόμου» πρέπει να είναι πάντα έτοιμο.
Έχουν τόσο διαστρέψει τα πράγματα οι κρατούντες σήμερα, που η δημοκρατία πλέον δεν ισοδυναμεί με μια υπόλογη εξουσία απέναντι στον λαό, αλλά με μια «εν λευκώ» εξουσία στην οποία θα πρέπει να απολογείται ο ίδιος ο λαός, όποτε τύχει και ξεστρατίσει από το «μονόδρομο», που άνωθεν έχει καθοριστεί. Μια τέτοια εξουσία αισθάνεται άβολα ακόμη και από την τυπική δέσμευση σε βασικές πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα, που παραδοσιακά καταγράφονται στο Σύνταγμα. Γι’ αυτό και με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, οι θεωρίες για «λιτό Σύνταγμα», για «συνοπτικό Σύνταγμα», κοκ. ήρθαν να δικαιολογήσουν τη μετατροπή του σε μια γενική διακήρυξη αφηρημένων αρχών, δίχως να υπάρχει σαφής δέσμευση και εγγύηση ακόμη και γι’ αυτά τα ελάχιστα πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες, που το παλιότερο Σύνταγμα κατοχύρωνε, έστω και τυπικά. Τα πάντα πρέπει να είναι στη «διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη», δηλαδή, στη διάθεση του αυθαίρετου της εξουσίας – η οποία μπορεί να «κρίνεται» μόνο εκ των υστέρων – χωρίς εξαρχής δεσμεύσεις, όρια και φραγμούς. Ολόκληρος ο πολιτικός πολιτισμός, που διέκρινε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού, σήμερα κατεδαφίζεται ολοσχερώς.    
 Πέμπτο: Μέσα από τον πόλεμο, τη στρατιωτική κατοχή του ΝΑΤΟ, τα προτεκτοράτα και την «καντονοποίηση» της περιοχής μας, ο ιμπεριαλισμός, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, ποδοπατά κάθε έννοια εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των λαών της περιοχής. Αυτή είναι η πιο βάρβαρη και προωθημένη μορφή απορρύθμισης με την οποία επιδιώκεται η συντριβή της εργατικής τάξης και των λαών της περιοχής.
Σ’ αυτά τα πλαίσια, η κυβέρνηση ζήλεψε τη δόξα των παλιών «εθναρχών» της χώρας, που δεμένοι πισθάγκωνα στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επεδίωκαν νέα «εθνικά ιδεώδη». Προτιμά, βέβαια, να ξεχνά ότι κάθε νέα «εθνική εξόρμηση» αυτού του είδους οδήγησε πάντα σε ολέθριες καταστροφές, που κλήθηκε να τις πληρώσει ο λαός. Έτσι έχουμε μια πρωτοφανέρωτη «στρατιωτικοποίηση» της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, καθώς και την άμεση εμπλοκή σε επιθετικούς σχεδιασμούς του ιμπεριαλισμού στην περιοχή, αλλά και ευρύτερα. Παρατηρούμε επίσης την αναβίωση επικίνδυνων δογμάτων άλλων εποχών, όπως οι γνωστές ιαχές περί «ισχυρής Ελλάδος», ως «παράγων σταθερότητας» εν μέσω κατεστραμμένων και λεηλατημένων Βαλκανίων. 
Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση επιδιώκει να εξαγοράσει τη συνείδηση των εργαζομένων της χώρας, την τραγική τους κατάσταση και τις άσχημες προοπτικές τους, μέσα απ’ τις «ευκαιρίες», που δήθεν παρέχει η μετατροπή – ελέω ΝΑΤΟ και ΕΕ – των γειτονικών χωρών σ’ άθλιες φυλακές για τους λαούς τους. Προσπαθούν να πείσουν τον Έλληνα εργάτη ότι είναι προς το συμφέρον του να σταθεί στο πλευρό των δεσμοφυλάκων των Βαλκανίων, μπας και δει κάποια «ανταποδοτική ωφέλεια». Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση και τα συμφέροντα που την στηρίζουν, ούτε που σκοτίζονται για την τύχη των εργαζομένων, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και ευρύτερα. Αυτό που επιδιώκουν είναι να παίξουν τον ρόλο του προσκόπου, του εκπροσώπου των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, μήπως κι έτσι συμμετάσχουν στο πλιάτσικο της περιοχής.    

Ποια πρέπει να είναι η απάντηση των εργαζομένων;

Αυτή η πολιτική των δυνάμεων της απορρύθμισης και της «απελευθέρωσης των αγορών» πρέπει να ηττηθεί. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε, δεν μπορούν να προσδοκούν τίποτε από προσχηματικούς «κοινωνικούς διαλόγους», που γίνονται ερήμην τους και εις βάρος τους. Είναι ανάγκη ν’ ανασυντάξουν τις δυνάμεις του κινήματός τους, να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία των οργανώσεών τους, να διεκδικήσουν την ενότητα τους στη δράση, μέσα από την ανάπτυξη ισχυρών και μαζικών αγώνων ενάντια στο σύνολο των πολιτικών που προωθούνται.  
Η αγωνιστική απάντηση της εργατικής τάξης και γενικότερα των εργαζομένων πρέπει να κινηθεί στους παρακάτω βασικούς άξονες:

Þ      Να αρνηθεί και να αντιπαλέψει την παγκόσμια κυριαρχία και διακυβέρνηση των λαών από τα διευθυντήρια του ΔΝΤ, του ΠΟΕ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και της ΕΕ. Κανένας ζουρλομανδύας, που επιβάλλεται με άνωθεν ντιρεκτίβες ή συνθήκες τύπου Μάαστριχτ και Άμστερνταμ, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται «τετελεσμένο γεγονός», όπου οι λαοί και η εργατική τάξη θα πρέπει απλά να βρουν τρόπο να προσαρμοστούν και να συνοδεύουν αυτές τις πολιτικές στο όνομα της πάλης για την «κοινωνική διάσταση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των «κοινωνικών μέτρων» που θα πρέπει να συνοδεύουν τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Στον αγώνα ενάντια σ’ αυτή την «παγκόσμια διακυβέρνηση», οι εργαζόμενοι της χώρας μας έχουν φυσικούς συμμάχους τους εργαζομένους και τους λαούς των άλλων χωρών, που ήδη με τον αγώνα τους διεκδικούν ν’ απαλλαγούν από την υψηλή κηδεμονία αυτών των αντιδραστικών μορφωμάτων. Η αληθινή διεθνοποίηση και «υπέρβαση των εθνικών διαφορών» δεν συμβαίνει με τη δουλική προσκόλληση στον αυτόματο πιλότο διεθνών «κέντρων αποφάσεων», αλλά μέσα απ’ την συνάντηση σε κοινούς αγώνες, για κοινά προβλήματα στο έδαφος της ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος ενάντια στις ποικίλες μορφές ενσωμάτωσής του.

Þ      Να ανασυντάξει το συνδικαλιστικό της κίνημα, να διεκδικήσει τα συνδικάτα της ως μαχητικά όργανα πάλης για την υπεράσπιση των πιο ζωτικών αιτημάτων της τάξης, μακριά από λογικές που τα θέλουν φτωχούς συγγενείς σ’ ένα εντελώς διεφθαρμένο σύστημα «κοινωνικών εταίρων». Σήμερα, είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του εργατικού κινήματος, ν’ αντιστραφεί επειγόντως η τάση αποδυνάμωσης των συνδικάτων, που τα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εξαφάνιση. Τα συνδικάτα έχουν μόνο ένα ρόλο να παίξουν και αυτός είναι η αγωνιστική υπεράσπιση των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων. Κι αυτό το ρόλο μπορούν να τον παίξουν μόνο στο βαθμό που διεκδικούν την ανεξαρτησία τους από την εξουσία και τους μηχανισμούς της, διαφυλάττουν ως κόρη οφθαλμού την οργανωτική τους ενότητα κι αντλούν συνεχώς καινούργιες οργανωμένες δυνάμεις από την εργατική τάξη. Η σημασία αυτών των βασικών προϋποθέσεων ενός ζωντανού αγωνιστικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, όπου υπάρχει σ’ εξέλιξη μια γενικευμένη επίθεση εναντίον των συνδικάτων, κι απ’ τα μέσα κι απ’ τα έξω, από δυνάμεις που θέλουν να τα μετατρέψουν σε συγγενείς οργανώσεις, ανάλογης υφής και ήθους, με τους σύγχρονους κρατικοδίαιτους «ιεραποστόλους» του ιμπεριαλισμού, τις ΜΚΟ.

Þ      Να μην υποστείλει την σημαία του αγώνα για κανένα κοινωνικό, συλλογικό δικαίωμα και κατάκτηση στο όνομα κανενός «μονόδρομου». Τίποτε δεν μπορεί να αφεθεί να χαθεί αμαχητί. Σε μια εποχή που η εργατική τάξη αντιμετωπίζει την αναίρεση ακόμη και των πιο θεμελιωδών εγγυήσεων μιας υποφερτής διαβίωσης, δεν μπορεί παρά να επαναπροσδιορίζεται «από μηδενική βάση» απέναντι σ’ ολόκληρη την αναγκαιότητα ύπαρξης του σημερινού συστήματος σχέσεων οικονομίας και πολιτικής. Κανένα πλαίσιο δεν μπορεί να θεωρείται ανυπέρβλητο, καμιά κατάσταση δεδομένη κι ακλόνητη, τίποτε πιο «ιερό κι όσιο» απ’ την άμεση ικανοποίηση των πιο ζωτικών αιτημάτων των εργαζομένων. Όσο περισσότερο συνειδητοποιεί η εργατική τάξη και το κίνημά της, ότι οι δεσμοί της με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων εξανεμίζονται, γίνονται παρελθόν, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας έχει στον αγώνα της ενάντια στην επίθεση που δέχεται. Τόσο περισσότερες ευκαιρίες θα δημιουργεί με τον αγώνα της για νέες κατακτήσεις, για νέα πρόοδο των συλλογικών της δικαιωμάτων.

Þ      Να δυναμώσει και να γίνει υπόθεση πρωταρχικά της εργατικής τάξης, η πάλη ενάντια στον πόλεμο, ενάντια σ’ όλες τις δυνάμεις που νομιμοποιούν, στο όνομα υποτίθεται υψηλών εθνικών ή ανθρωπιστικών ιδεωδών, ως μέσο άσκησης πολιτικής τις πολεμικές επιδρομές. Η εργατική τάξη της Ελλάδας γνωρίζει πολύ καλά ότι ευημερία, σταθερότητα και ειρήνη δεν μπορούν να υπάρξουν για κανένα λαό της περιοχής, όσο υπάρχουν χώρες προτεκτοράτα, χώρες υπό τη στρατιωτική κατοχή του ΝΑΤΟ και πολυεθνικών δυνάμεων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και εθνικά κράτη υπό υψηλή κηδεμονία. Όσο τα Βαλκάνια θα παραμένουν πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ κρατών και ανάπτυξης εθνικισμών προς όφελος και υπό τη διεύθυνση του ιμπεριαλισμού, καθώς και ζηλευτή λεία για νέους φιλόδοξους συνασπισμούς εξουσίας, τόσο περισσότερο η ανεξαρτησία τους θ’ αποτελεί μια απλή ψευδαίσθηση. Δηλαδή, μια απλή πρόφαση για τις στρατηγικές επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού, που τα θέλει ως πρωτογενές υλικό για διαρκή ανάπλαση σφαιρών επιρροής, τεχνητή διεύρυνση αγορών και άντληση εφεδρειών για το μεγάλο κεφάλαιο. Γι’ αυτό και η πάλη ενάντια στις πολιτικές απορρύθμισης περνά πρώτα και κύρια από τη μαχητική αλληλεγγύη της εργατική τάξης και των λαών των Βαλκανίων, ενάντια στην πιο βάρβαρη εκδοχή επιβολής της «απελευθέρωσης των αγορών», μέσω του πολέμου, της στρατιωτικής κατοχής και της θέσπισης προτεκτοράτων – για πρώτη φορά μετά το μεσοπόλεμο – μέσω του περιβόητου «συμφώνου σταθερότητας».                   

Αγωνιστές απ’ όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος καλούμε στη συγκρότηση μιας εθνικής συντονιστικής επιτροπής αγώνα κατά της απορρύθμισης και της απελευθέρωσης των αγορών, με στόχο την ενίσχυση της πάλης των εργαζομένων ενάντια στις προωθούμενες πολιτικές, αλλά και με στόχο την ανάκτηση της μαχητικότητας και της ανεξαρτησίας του εργατικού κινήματος.
Διακηρύσσουμε την υποστήριξή μας στη Διεθνή Συνδιάσκεψη κατά της απορρύθμισης και για τα εργατικά δικαιώματα, που θα συγκληθεί στο Βερολίνο από τις 22 έως τις 24 Φεβρουαρίου του 2002 και η οποία στοχεύει να συνενώσει δυνάμεις οι οποίες αρνούνται την ηγεμονία των διεθνών οργανισμών του κεφαλαίου και αντιπαλεύουν τους μηχανισμούς διάλυσης κι ενσωμάτωσης των εργατικών οργανώσεων. 

Απρίλιος 2001

1 σχόλιο:

  1. "Η κατάσταση αυτή έχει μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε αληθινό έρμαιο των κερδοσκοπικών ορέξεων του διεθνούς μεγάλου κεφαλαίου, έχει βαθύνει την αποδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης κι έχει υπονομεύσει, ίσως ανεπανόρθωτα, τις αντοχές της στην αντιμετώπιση περιόδων ύφεσης και κρίσης. Μ’ αυτή την έννοια το κύριο καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν το έχουμε ακόμη γευτεί, παραμένει μπροστά μας κι απ’ ό,τι φαίνεται – αν εξαιρέσει κανείς τους ζουρλομανδύες του ΔΝΤ και των «προγραμμάτων σταθερότητας» – η εξουσία δεν διαθέτει κανένα άλλο μέσο αντιμετώπισης της καταιγίδας, που ήδη διακρίνεται στον ορίζοντα."

    ΑπάντησηΔιαγραφή