Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς να την αποφύγουμε




Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν άμεσο κίνδυνο οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής. Τα τελευταία μέτρα της κυβέρνησης, όπως κι αυτά που διαφαίνονται στον ορίζοντα, πέρα από τον βάρβαρα αντιλαϊκό τους χαρακτήρα, αποτελούν στην ουσία τους μια κυνική ομολογία ότι ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει έστω και προσωρινά το γενικό ξεχαρβάλωμα και τη συνολική αποδιάρθρωση της οικονομίας. Έτσι σε μια παρακμάζουσα οικονομία, η οποία όλα τα προηγούμενα χρόνια στηρίχτηκε στην επέκταση της καταναλωτικής δαπάνης, η κυβέρνηση αναγκάζεται να πάρει μέτρα που θα επιδράσουν άμεσα και δραστικά στην κατανάλωση. Μια κατανάλωση που έτσι κι αλλιώς δεν στηρίχτηκε καθόλου στην ανάπτυξη της παραγωγής βάσης της οικονομίας, ούτε στην ενίσχυση της πραγματικής ζήτησης στην εγχώρια αγορά. Γι αυτό κι εξαρχής ήταν παρασιτική, πλασματική και αντιπαραγωγική.

Η πολιτική αυτή της κυβέρνησης δεν είναι αποτέλεσμα σχιζοφρένιας, αλλά πρώτα και κύρια προϊόν των επιταγών στήριξης του συστήματος της ΟΝΕ και του ευρώ, που ήδη διέρχονται σοβαρή κρίση διαρκείας. Η ελληνική οικονομία και μαζί ο λαός της χώρας πρέπει να θυσιαστεί, να τεθεί σε τροχιά γενικευμένης δυσπραγίας και να μπει στο γύψο επ’ αόριστο, ώστε να αποδειχθεί οικονομικά βιώσιμο το «ισχυρό νόμισμα», το «σύμφωνο σταθερότητας» και τα γνωστά δημοσιονομικά «κριτήρια». Κι αυτό το λένε ανοικτά. Το παραδέχονται και το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό.
Η επιβολή της ΟΝΕ και η υιοθέτηση του «ευρώ» υπήρξε, εκτός απ’ όλα τα άλλα, η κορύφωση μιας αντιδραστικής διαστροφής της συνολικής οικονομικής πολιτικής. Δεν έχει πια καμμιά σημασία η πραγματική οικονομία, οι υπαρκτές παραγωγικές της δυνάμεις, αλλά μόνο η διεστραμμένη τους απεικόνισή στο επίπεδο των νομισματικών και δημοσιονομικών μεγεθών. Η οικονομία έπαψε να εκφράζει ανάγκες, σχέσεις κι αντιθέσεις που σχετίζονται με πραγματικά κοινωνικά μεγέθη όπως κέρδη, μισθούς, απασχόληση, παραγωγή, κατανάλωση, φτώχεια. Έπρεπε μια για πάντα να κλειδωθεί ερμητικά στον εικονικό κόσμο των μεταβλητών του χρήματος, να αποστειρωθεί σ’ έναν κόσμο λογιστικών μεγεθών, όπου το μόνο που έχει σημασία είναι ότι επηρεάζει άμεσα την «αξιοποίηση» του χρήματος. Έτσι ο πληθωρισμός, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το ΑΕΠ – αυτός ο πιο εικονικός απ’ όλους τους γενικούς δείκτες μιας οικονομίας – αποτέλεσαν την «Αγία Τριάδα» της νέας οικονομικής θεολογίας.
Η στροφή αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο ανταγωνισμός κάνει όλο και πιο «απρόσωπες» τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις, δηλαδή τις πραγματικές σχέσεις της σημερινής οικονομίας, υποβαθμίζει το ρόλο του ιδιώτη στις οικονομικές σχέσεις, υποτάσσει με τον πιο αδίστακτο τρόπο το άτομο, την «οικονομική μονάδα», στις τυφλές δυνάμεις της αγοράς. Ήδη εδώ και πολύ καιρό ο κεφαλαιοκράτης έχει αποσπαστεί από την καπιταλιστική επιχείρηση, όχι μόνο ως διευθυντής, αλλά και ως «επιχειρηματίας». Έχει διαμορφωθεί ένας νέος τύπος «επιχειρηματία», που η τύχη και τα κέρδη του δεν εξαρτώνται άμεσα από την πορεία μιας δεδομένης επιχείρησης, όσο μεγάλης κι αν είναι, αλλά από τον τρόπο αξιοποίησης εναλλακτικών ευκαιριών «επένδυσης» και του κατάλληλου χειρισμού των συγκυριών. Ο απλός καπιταλιστικός ανταγωνισμός μετατράπηκε σε μονοπωλιακό ανταγωνισμό, δηλαδή σ’ έναν διαρκή κι ανελέητο πόλεμο στις κορυφές της αριστοκρατίας του χρήματος. Έτσι οι πραγματικές σχέσεις στην οικονομία έχουν νόημα πια για τον «επενδυτή» μόνο στο βαθμό που εκφράζονται στα ιερογλυφικά των χρηματαγορών, μόνο στο βαθμό που επιδρούν στη χρηματική αξία του κεφαλαίου.
Ιδίως όταν η γενικευμένη διαρθρωτική κρίση της δεκαετίας του ’80, απέδειξε ότι ο καπιταλισμός παγκόσμια δεν μπορεί πλέον να απαλλαγεί από χρόνια φαινόμενα υπερπαραγωγής, μαζικής ανεργίας, χαμηλού βαθμού αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, παρά την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο. Το κεφάλαιο έπρεπε πλέον να εξασφαλίζει διαρκώς μεγαλύτερες μέσες αποδόσεις σε συνθήκες χρόνιας «στενότητας των αγορών». Δεν μπορούσε πλέον να στηρίζεται στην πραγματική οικονομία, ούτε να επενδύει στην πραγματική της ανάπτυξη. Το μόνο που είχε πια σημασία ήταν η κερδοσκοπική αξιοποίηση των γρήγορα εναλλασσόμενων συγκυριών. Δεν ενδιαφερόταν πλέον για την οικονομία ως σύνολο, παγκόσμια και εθνική, αλλά μόνο για τα «φιλέτα» εκείνα που μπορούν να ρευστοποιηθούν εύκολα, γρήγορα και με κέρδος. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συμβεί σε μια παγκόσμια οικονομία με εθνικά σύνορα, τελωνειακά φυλάκια, οικονομικούς ελέγχους, εργατικές νομοθεσίες, κεκτημένα, δικαιώματα, συνδικάτα, διεκδικήσεις, κοινωνικές ευαισθησίες και ποικίλων ειδών κρατικές παρεμβάσεις. Όλα αυτά έπρεπε να σαρωθούν βίαια και να υποταχτούν σε ενιαία πρότυπα ανελαστικής οικονομικής πολιτικής, υπό την αυστηρή επιτήρηση και παρέμβαση «υπερκρατικών αρχών», που διευκολύνουν άμεσα και πρακτικά την αξιοποίηση του χρηματικού κεφαλαίου.
Η λογική αυτή εκφράστηκε στην Ελλάδα με μια συνολική οικονομική πορεία, που διακρίθηκε για τις απανωτές «στενωπούς», την άγρια μονόπλευρη λιτότητα, που ουσιαστικά συνεχίζεται ανελλιπώς για δυο δεκαετίες, την απελευθέρωση των αγορών και της κερδοσκοπίας και τη θεοποίηση της ανόδου του ΑΕΠ στη βάση μιας διαρκώς αυξανόμενης παραγωγικής υποβάθμισης. Όλα αυτά οδήγησαν σε μια οικονομία ακόμη περισσότερο σαθρή κι ευάλωτη στην κρίση, με πιο οξυμένα τα παραδοσιακά της διαρθρωτικά προβλήματα, έρμαιο της παγκόσμιας αγοράς. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικός ο Πίνακας 1, όπου φαίνεται ότι η ταχύρυθμη άνοδος του ΑΕΠ όχι μόνο δεν έλυσε το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, αλλά το επιδείνωσε δραματικά. Οι βασικοί παραγωγικοί τομείς της ελληνικής οικονομίας, είτε δεν παρουσιάζουν καμμιά ανάπτυξη – όπως ο πρωτογενής τομέας – είτε αναπτύσσονται μερικά, αποσπασματικά και με μεγάλη καθυστέρηση – όπως η μεταποίηση και γενικά η βιομηχανία. Η άνοδος του ΑΕΠ προέρχεται κατά κύριο λόγο από τομείς υπηρεσιών αγοράς που εξαρτώνται από την επέκταση της εγχώριας καταναλωτικής δαπάνης. Έτσι οι κλάδοι του εμπορίου, των μεταφορών-επικοινωνιών, των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των λοιπών υπηρεσιών, οι οποίοι το 1995 συνεισέφεραν συνολικά το 0,27% του ΑΕΠ συνέβαλαν κατά 53% στην αύξησή του στην περίοδο 1995-2002. Αντίθετα οι βασικοί τομείς της πρωτογενούς παραγωγής και της μεταποίησης, που το 1995 συνεισέφεραν συνολικά το 22% του ΑΕΠ συνέβαλαν μόνο κατά 7% στην αύξησή του στην περίοδο 1995-2002

Πίνακας 1: Κλαδική συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ, 1995-2002
Κλάδος
Συμβολή % στην αύξηση του ΑΕΠ
Συμμετοχή % στο ΑΕΠ 1995
Γεωργία, θήρα, δασοκομία
-2,65
9,5
Αλιεία
0,25
0,3
Ορυχεία και λατομεία
0,46
0,6
Μεταποίηση
9,32
13,0
Παροχή ηλεκτρ. Ρεύματος, φυσικού αερίου και νερού
2,83
2,4
Κατασκευές
6,88
6,4
Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευές οχημάτων και ειδών νοικοκυριού
17,06
13,6
Ξενοδοχεία και εστιατόρια
8,91
6,5
Μεταφορές, αποθηκεύσεις, επικοινωνίες
19,86
6,7
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί
9,98
4,2
Διαχείριση ακίνητης περιουσίας, εκμισθώσεις και επιχειρηματικές δραστηριότητες
7,65
17,0
Δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση
3,12
7,2
Εκπαίδευση
1,46
4,5
Υγεία, κοινωνική μέριμνα
3,05
5,2
Άλλες υπηρεσίες υπέρ του κοινωνικού συνόλου
5,74
2,6
Ιδιωτικά νοικοκυριά που απασχολούν οικιακό προσωπικό
1,02
0,2
Σύνολο
100
100
Πηγή: ΕΣΥΕ, Εθνικοί Λογαριασμοί, 1995-2002.

Η κατάσταση αυτή απεικονίζει και την ουσία του «προβλήματος ανταγωνισμού» που αντιμετωπίζει η χώρα στην παγκόσμια αγορά, αλλά και της ακόμη μεγαλύτερης περιθωριοποίησής της. Σε μια παγκόσμια οικονομία όπου σήμερα κυριαρχεί απόλυτα το εμπόριο των βιομηχανικών προϊόντων και υπηρεσιών, μια οικονομία του εμπορίου και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, μια οικονομία χαμηλής παραγωγικής εξειδίκευσης και παροχής υπηρεσιών κατανάλωσης, δεν μπορεί παρά να είναι εντελώς ανοχύρωτη απέναντι στις δυνάμεις ανταγωνισμού της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό άλλωστε φαίνεται κι από την τραγική κατάσταση του ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών

Πίνακας 2: Προσωρινό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών   


        Ιανουάριος - Δεκέμβριος


2002
2003
2004
ι
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΣΥΝ/ΓΩΝ(Ι.Α+Ι.Β+Ι.Γ+Ι.Δ)
-8.571,3
-8.646,3
-6.411,0





Ι.A
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ( I.Α.1 -  I.Α.2)
-22.708,7
-22.643,5
-25.435,8

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ χωρίς καύσιμα
-19.203,7
-18.607,7
-20.960,8

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ  καυσίμων
-3.505,0
-4.035,8
-4.475,0
I.A.1
Εξαγωγές  αγαθών
10.433,6
11.113,6
12.653,3

Καύσιμα
1.121,7
1.280,7
1.544,7

Λοιπά αγαθά
9.311,9
9.832,9
11.108,6
I.A.2
Εισαγωγές  αγαθών
33.142,3
33.757,1
38.089,0

Καύσιμα
4.626,7
5.316,5
6.019,7

Λοιπά αγαθά
28.515,6
28.440,6
32.069,3





Ι.Β
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ( I.Β.1 -  I.Β.2)
10.755,4
11.506,5
15.467,0
I.B.1
Εισπράξεις
21.131,4
21.430,3
26.742,5

Ταξιδιωτικό
10.284,7
9.495,3
10.347,8

Μεταφορές
8.523,4
9.569,8
13.307,0

Λοιπές υπηρεσίες
2.323,3
2.365,3
3.087,7
I.B.2
Πληρωμές
10.376,1
9.923,9
11.275,5

Ταξιδιωτικό
2.548,7
2.136,0
2.310,4

Μεταφορές
5.029,7
4.923,6
5.728,2

Λοιπές υπηρεσίες
2.797,7
2.864,3
3.236,9





Ι.Γ
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ (I.Γ.1 -  I.Γ.2)
-2.073,4
-2.597,4
-2.457,4
I.Γ.1
Εισπράξεις
1.626,5
1.569,1
1.686,5

Αμοιβές,μισθοί
509,6
337,2
280,0

Τόκοι,μερίσματα,κέρδη
1.116,9
1.231,9
1.406,5
I.Γ.2
Πληρωμές
3.699,9
4.166,5
4.144,0

Αμοιβές,μισθοί
240,4
169,9
188,9

Τόκοι,μερίσματα,κέρδη
3.459,5
3.996,6
3.955,1





Ι.Δ
ΙΣΟΖΥΓΙΟ  ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ (I.Δ.1 - I.Δ.2)
5.455,4
5.088,1
6.015,1
I.Δ.1
Εισπράξεις
7.801,4
7.817,4
8.974,3

Γενική Κυβέρνηση (κυρίως μεταβιβάσεις απο ΕΕ)
5.458,0
5.375,0
6.544,2

Λοιποί τομείς (μεταναστευτικά εμβάσματα, κλπ)
2.343,4
2.442,4
2.430,1
I.Δ.2
Πληρωμές
2.346,0
2.729,3
2.959,2

Γενική Κυβέρνηση (κυρίως πληρωμές προς ΕΕ)
1.695,7
2.169,3
2.286,6

Λοιποί τομείς
650,3
560,0
672,6





ιι
ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΧΡΗΜ/ΚΩΝ ΣΥΝ/ΓΩΝ  (ΙΙ.Α+ΙΙ.Β+ΙΙ.Γ+ΙΙ.Δ)
10310,4
9663,7
7834,0





ΙΙ.Α
ΑΜΕΣΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ*
-643,0
544,7
599,6

   Κατοίκων στο εξωτερικό
-696,3
-41,2
-488,8

   Μη κατοίκων στην Ελλάδα
53,4
585,9
1088,4
ΙΙ.Β
ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ*
10937,8
12334,0
13727,5

   Απαιτήσεις
-2230,0
-8737,9
-11489,4

   Υποχρεώσεις
13167,8
21071,8
25216,9
ΙΙ.Γ
ΛΟΙΠΕΣ  ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ*
1998,6
-7623,9
-9104,1

   Απαιτήσεις
-7481,9
-4034,5
-6215,7

   Υποχρεώσεις
9480,5
-3589,4
-2888,4

        ( Δάνεια Γενικής Κυβέρνησης )
-4510,1
-2618,4
-1027,4





ΙΙ.Δ
ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ **
-1983,0
4409,0
2611,0





ιιι
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΤΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (I+II+III=0)
-1739,0
-1017,4
-1423,0
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας
*         ( + )  καθαρή εισροή   ( - )  καθαρή εκροή
* *       ( + )  μείωση   ( - )  αύξηση

Από τον Πίνακα 2 διαπιστώνουμε ότι η διαρκής επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου αποτελεί μια από τις πιο σοβαρές αναπτυξιακές πληγές της ελληνικής οικονομίας. Κι έχει βέβαια άμεση σχέση με την παραγωγική υποβάθμιση και τα αναπτυξιακά αδιέξοδα. Νέοι κλάδοι, νέα προϊόντα και αγορές δεν διαμορφώνονται κι αυτό διευκολύνει τη διείσδυση εισαγόμενων προϊόντων στην ελληνική αγορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας ενώ το 1982 η εισαγωγική διείσδυση κάλυπτε το 33% της εγχώριας τελικής κατανάλωσης, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεπέρασε το 45%, για να φτάσει σήμερα στο 56%. Αυτή η τραγική κατάσταση δεν έχει περιοριστεί μόνο στη μεταποίηση και τη βιομηχανία γενικότερα, αλλά ακόμη και στον αγροτικό τομέα, όπου κάποτε η Ελλάδα γνώριζε υπερεπάρκεια. Για παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση πρόσφατα στοιχεία (Καθημερινή, 25/2/2005) η ελληνική κτηνοτροφία αδυνατεί να καλύψει την εγχώρια ζήτηση, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές σε κρέας και γάλα να ξεπερνούν τις αντίστοιχες εισαγωγές σε πετρέλαιο. Το 50% σε αγελαδινό γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα είναι εισαγόμενο, ενώ η αυτάρκεια σε βόειο κρέας είναι μόλις 25%. Αντίθετα, στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα των αιγοπροβάτων παραμένουμε 100% αυτάρκεις. Επίσης στο κρέας των αμνοεριφίων η αυτάρκεια φθάνει το 85%, στο χοιρινό κρέας το 1980 η αυτάρκεια ήταν 85% και σήμερα έχει πέσει στο 45%, ενώ και η πτηνοτροφία έχει πέσει στο 80%!
Από το ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών προκύπτει επίσης μια ακόμη πολύ σοβαρή πτυχή του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας. Το 2004 υπήρξε έτος ανάκαμψης των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα, αν και ακόμη κινούνται σε χαμηλά επίπεδα. Οι σημαντικότερες από αυτές τις ξένες άμεσες επενδύσεις αφορούσαν την εξαγορά της PANAFON AEET από τη VODAFONE, η οποία πραγματοποιήθηκε εν μέρει το 2003 και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του 2004, την εξαγορά της Γενικής Τράπεζας από τη Societe Generale το Μάρτιο, την εξαγορά της DELTA SINGULAR OUTSOURCING SERVICES από την αμερικανική FIRST DATA τον Ιούλιο, την αύξηση της συμμετοχής της PANEUROPEAN OIL AND INDUSTRIAL HOLDINGS S.A. στο μετοχικό κεφάλαιο της Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε. τον Αύγουστο και την εξαγορά της Κωτσόβολος Α.Ε. από τη DIXONS το Σεπτέμβριο. Έτσι, η διείσδυση του ξένου κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία δεν έχει καν σαν στόχο την ανάπτυξη νέων αγορών και προϊόντων, αλλά την εκμετάλλευση έτοιμων μεριδίων αγοράς υψηλής κερδοφορίας. Μάλιστα σε τομείς υπηρεσιών αγοράς κι όχι στους βασικούς παραγωγικούς τομείς που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία. Κι αυτή είναι η μια πλευρά του εξαιρετικά οξυμένου επενδυτικού προβλήματος της χώρας.
Η κύρια όμως συναλλαγή κεφαλαίων με το εξωτερικό, που διακρίνει την ελληνική οικονομία δεν είναι καν οι άμεσες επενδύσεις που περιγράψαμε πιο πάνω. Η Ελλάδα έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε προνομιακή οικονομία εισαγωγής κερδοσκοπικού κεφαλαίου, που έρχεται να σπεκουλάρει με τα ομόλογα και τη χρηματαγορά. Το 2004 σημειώθηκε σημαντική καθαρή εισροή ύψους 13.728 εκατ. ευρώ στην κατηγορία των επενδύσεων χαρτοφυλακίου, δεδομένου ότι η εκροή κεφαλαίων κατοίκων για τοποθετήσεις στο εξωτερικό (κυρίως σε ομόλογα, ύψους 10,3 δισεκ. ευρώ) υπεραντισταθμίστηκε από την εισροή κεφαλαίων μη κατοίκων για τοποθετήσεις στην Ελλάδα (κυρίως σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 21,6 δισεκ. ευρώ). Είναι δε χαρακτηριστικό από την αλματώδη άνοδο τα τελευταία χρόνια τόσο των εκροών, όσο και των εισροών «επενδύσεων χαρτοφυλακίου», ότι η εισαγωγή του ευρώ διευκόλυνε ιδιαίτερα τη διεθνή κερδοσκοπία. Έτσι για κάθε 100 δολάρια εισροής ξένων άμεσων επενδύσεων το 2004, εισήχθησαν πάνω από 2.300 δολάρια «επενδύσεων χαρτοφυλακίου» για να κερδοσκοπήσουν κυρίως με τα έντοκα ομόλογα χρέους του ελληνικού δημοσίου. Το ξένο κεφάλαιο προσελκύεται στην ελληνική οικονομία όχι από το «δυναμισμό» της, ή τα όπια παραγωγικά «συγκριτικά πλεονεκτήματα», αλλά από τις εκδηλώσεις της κρίσης της, από τη μετατροπή της σε αγορά εύκολου και γρήγορου κέρδους.
Σ’ αυτές τις συνθήκες οι κυβερνητικές πολιτικές έκαναν τα πάντα για να ενισχύσουν την κερδοσκοπική ασυδοσία των κάθε είδους «επενδυτών» και του κεφαλαίου, ενώ για να στηρίξουν την πλασματική ανάπτυξη του ΑΕΠ οδήγησαν τη χώρα και το λαό της στη μέγγενη της υπερχρέωσης. Έτσι φτάσαμε στο σημείο να σημειώνει άλμα ρεκόρ το δημόσιο χρέος της χώρας το 2004, καθώς αυξήθηκε κατά 13,2% ήτοι 23,5 δισ. ευρώ! Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι συνεχίστηκε αδιαλείπτως η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το χρέος της «γενικής κυβέρνησης» στο τέλος Δεκέμβρη του 2004 διαμορφώθηκε στο αστρονομικό ύψος των 201,24 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 122,4% του ΑΕΠ στην ίδια χρονιά. Στο τέλος του αμέσως προηγούμενου έτους (2003) το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης είχε διαμορφωθεί στα 177,7 δισ. ευρώ (ή στο 116,2% του ΑΕΠ της ίδιας χρονιάς).
Το χρέος έχει μεταβληθεί πια σε βασική προωθητική δύναμη του ελληνικού καπιταλισμού. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το δημόσιο χρέος. Στα 117,2 δισ. ευρώ ανήλθαν οι οφειλές επιχειρήσεων και νοικοκυριών προς τις τράπεζες το 2004, φτάνοντας το 73% του ΑΕΠ! (Ημερησία, 17/2/2005). Iδιαίτερα τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 37,4%, γεγονός που σε συνδυασμό με τα υψηλά επιτόκια που ισχύουν στη χώρα μας σε σχέση με την ευρωζώνη, οδηγούν την υπερχρέωση των νοικοκυριών σε ακραίες καταστάσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Tράπεζας της Eλλάδας, τα υπόλοιπα καταναλωτικής πίστης ανήλθαν σε 17,05 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί με το 10,4% του AEΠ. Επίσης οι οφειλές των νοικοκυριών για καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες είναι ως ποσοστό του AEΠ το υψηλότερο στην ευρωζώνη, όπως επίσης και ο ρυθμός αύξησής τους (στην ευρωζώνη αυξήθηκαν μόλις κατά 5,7% πέρυσι). Mόνο το Δεκέμβριο, περίοδο χορηγήσεων των εορτοδανείων, τα υπόλοιπα καταναλωτικών δανείων αυξήθηκαν κατά 473,5 εκατ. ευρώ, καθώς τα νοικοκυριά κατέφυγαν στις τράπεζες μαζικά για να καλύψουν συνηθισμένες καταναλωτικές ανάγκες, εκμεταλλευόμενα τα χαμηλότερα επιτόκια του συγκεκριμένου είδους δανείων. H επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών είναι ακόμη μεγαλύτερη δεδομένου ότι τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων στη χώρα μας είναι υψηλότερα κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τα μέσα επιτόκια της ευρωζώνης (9,36% έναντι 7,36% σύμφωνα με τα στοιχεία της EKT). Aποτέλεσμα αυτών είναι τα καταναλωτικά δάνεια σε καθυστέρηση να αποτελούν σταθερά το 8% του συνόλου, γεγονός που ανάγκασε την Tράπεζα της Eλλάδος πρόσφατα να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.
Tα υπόλοιπα στεγαστικών δανείων αυξήθηκαν πέρυσι κατά 24,8% σε σχέση με το 2003 και ανήλθαν σε 33,12 δισ. ευρώ. Συνολικά, τα υπόλοιπα στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων ανήλθαν σε 50 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 30,5% του ΑΕΠ. Έτσι η συνολική χρέωση των νοικοκυριών ξεπέρασε το 40% του ΑΕΠ για το 2004. Χαρακτηριστικός άλλωστε είναι κι ο Πίνακας 3, ο οποίος φανερώνει ότι ιδίως μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια η συνολική χρέωση έφτασε να αντιστοιχεί κοντά στο 50% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Μετατρέποντας την υπερχρέωση σε πρωταρχικό εισοδηματικό πρόβλημα για τα περισσότερα νοικοκυριά.

Πίνακας 3: Συνολική χρέωση ως ποσοστό του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών 2000-2004 (δις ευρώ)

Καθαρό διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών
Συνολική χρέωση (στεγαστική και καταναλωτική πίστη)
% Συνολικής χρέωσης
2000
89,0
16,9
19,1
2001
92,0
23,8
25,9
2002
97,1
31,5
32,4
2003
105,2
40,2
38,2
2004*
111,2
51,6
46,4
Πηγή: Eurostat και Τράπεζα της Ελλάδος
* Προσωρινές εκτιμήσεις.

Bραδύτερη ήταν η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις. Mάλιστα, στη βιομηχανία σημειώθηκε μείωση κατά 1,2% των οφειλών προς τις τράπεζες, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι βιομήχανοι έχουν «παγώσει» τα επενδυτικά τους σχέδια και δεν χρειάζονται ρευστότητα. Aντίθετα, στον τουρισμό, λόγω των επενδύσεων για τους Oλυμπιακούς και την ύφεση που σημειώθηκε στον κλάδο πέρυσι, οι υποχρεώσεις προς τις τράπεζες αυξήθηκαν 15,8% σε σχέση με το 2003 και ανήλθαν σε 4 δισ. ευρώ. Σημαντική αύξηση, 14% σημείωσαν οι χορηγήσεις προς το εμπόριο, εξαιτίας της κάμψης του τζίρου και της ανάγκης για ρευστότητα που έχουν οι επιχειρήσεις του κλάδου. Tα υπόλοιπα δανείων προς το εμπόριο ανήλθαν σε 18,8 δισ. ευρώ.

Ωστόσο οι κυβερνητικές συνταγές δεν περιορίστηκαν στην τεχνητή αυτή τόνωση της τελικής καταναλωτικής δαπάνης, δημόσιας και ιδιωτικής, μέσω του χρέους, αλλά προχώρησαν και στη δημιουργία μιας εντελώς κρατικοδίαιτης αγορά κρατικών προμηθειών και «μεγάλων έργων» προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικός ο Πίνακας 4, ο οποίος δείχνει τη σχέση κρατικών προμηθειών στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ. Γίνεται φανερό ότι η χώρα ξοδεύει ως ποσοστό ΑΕΠ σχεδόν το διπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ σε κρατικές προμήθειες! Η σπατάλη αυτή προς όφελος «ημετέρων» αποτελεί και μέτρο για να κατανοήσει κανείς τη βαθύτερη αιτία του δημοσιονομικού ελλείμματος. Όσο περισσότερο ενισχύονται οι διαδικασίες απορύθμισης του κράτους και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας, τόσο θα ισχυροποιείται η εσωτερική δυναμική των κρατικών ελλειμμάτων, όσο κι αν οι φορολογικές επελάσεις και οι δρακόντειες περικοπές κοινωνικών δαπανών απαλύνουν συγκυριακά το φαινόμενο.

Πίνακας 4: Αξία κρατικών προμηθειών, για τις οποίες έχει γίνει δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε (% του ΑΕΠ)

1995
1996
1997
1998
1999
2000
2001
2002
EΕ-15
1,44
1,56
1,74
1,79
1,81
2,39
2,48
2,67
EΕ-12
1,03
1,18
1,32
1,42
1,5
1,95
2,08
2,33
Ελλάδα
4,65
4,87
5,45
5,87
5,06
4,32
4,58
5,77
Δημόσιο Έλλειμμα
-10,2
-7,4
-4,0
-2,5
-1,8
-4,1
-3,7
-3,7
          Πηγή: Eurostat, Newcronos Database

Παρόλα αυτά το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν προχωρά σε σοβαρές επενδύσεις, ιδίως στην παραγωγική βάση της οικονομίας. Κι έτσι διευρύνεται, αντί να μειώνεται, το χάσμα της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση στον τομέα της Ερευνας και της Τεχνολογικής Ανάπτυξης (Ε&ΤΑ). Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε την η Eurostat (Κέρδος, 1/3/2005) οι δαπάνες σε Ε&ΤΑ στη χώρα μας το 2001 ανήλθαν στο 0,64% του ΑΕΠ, από 0,67% που ήταν δύο χρόνια πριν. Αντίθετα, στην Ευρώπη των «15» η δαπάνη Ε&ΤΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ ανήλθε στο 1,99% το 2002 από 1,86% το 2000. Σύμφωνα με τη Eurostat οι δαπάνες σε Ε&ΤΑ στην Ελλάδα το 2001 ανήλθαν σε 841 εκατ. ευρώ και στην περίοδο 1999-2001 οι δαπάνες εμφανίζουν μέση ετήσια αύξηση μόλις 1,7%. Στην Ευρώπη των «15» όμως ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των δαπανών Ε&ΤΑ για το 1998-2003 εμφανίζεται στο 4,3% και στην Ευρώπη των «25» στο 4,0%.
Οι ασήμαντες ουσιαστικά επενδύσεις στην τεχνολογία παραγωγής έχουν οδηγήσει, όπως είναι φυσικό στην συνεχή παραγωγική υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Κι αποτελούν φυσικά την εγγύηση για την παραπέρα διαιώνιση της μαζικής χρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικός είναι ο Πίνακας 5 σχετικά με το  βαθμό χρησιμοποίηση εργοστασιακού δυναμικού στη βιομηχανία, ο οποίος τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2005 σημείωσε νέο ιστορικό ρεκόρ για τις τρεις τελευταίες δεκαετίες!

Πίνακας 5: Ο βαθμός χρησιμοποίησης εργοστασιακού δυναμικού στη βιομηχανία

2000
2001
2002
2003
2004
2005
Σύνολο κλάδων





Ιαν.
Φεβρ.
Βαθμός %
78,1
77,7
77,1
76,5
75,2
70,7
69,9
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Τι φταίει γι αυτό; Η επίσημη προπαγάνδα μιλά για «αντικίνητρα» και για «έλλειψη κερδών». Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο. Χαρακτηριστικός είναι ο Πίνακας 6, όπου με βάση έναν ατελή υπολογισμό της άμεσης και έμμεσης προικοδότησης του ιδιωτικού κεφαλαίου βγαίνει το συμπέρασμα ότι από το 75% περίπου του ΑΕΠ που καρπώνεται με διάφορες μορφές, μόλις το 28% δαπανάται για επενδύσεις γενικά. Το τρομακτικό αυτό κόστος για την οικονομία και την κοινωνία κάνει απαγορευτική οποιαδήποτε σοβαρή επενδυτική προσπάθεια. Άλλωστε ποτέ το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν ανταγωνίζεται τις τάσεις της αγοράς. Σε συνθήκες κυριαρχίας της κερδοσκοπικής αρπακτής με τα «μεγάλα έργα», τις μετοχές, τα ομόλογα, τα κρατικά συμβόλαια και προμήθειες, το ιδιωτικό κεφάλαιο θα εξακολουθεί να κινείται στην τροχιά μιας κρατικοδίαιτης πλασματικής επέκτασης του ΑΕΠ στα πλαίσια μια οικονομίας χαμηλής εξειδίκευσης καταναλωτικών υπηρεσιών στη βάση φτηνής και ευλύγιστης εργασίας.

Πίνακας 6: Σχέση ιδιωτικών επενδύσεων και χρηματοδότησης (εκατ. Ευρώ)

Ιδιωτικές επενδύσεις
Πιστωτική Χρηματοδότηση
Άντληση
Κεφαλαίων από το χρηματιστήριο
Μικτά κέρδη
ΑΕ & ΕΠΕ
Κρατικές προμήθειες
Σύνολο
ΑΕΠ
2002
28617
55012,2
353,0
42255,9
6091,8
103712,9
141669
2003
33457
60979,3
378,0
47411,2
7059,7
115828,2
153472
Πηγή: ΕΣΥΕ, Εθνικοί Λογαριασμοί, Τράπεζα της Ελλάδας, ICAP.

Η συνολική αυτή κατάσταση αποτυπώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο φουντώνει η ακρίβεια που βιώνει καθημερινά η εργαζόμενη οικογένεια. Όλοι σήμερα αναγνωρίζουν ότι το ευρώ αποτέλεσε τον καταλύτη για να υπάρξει αυτή η έξαρση ακρίβειας. Όμως αυτό δεν οφείλεται στις διάφορες «στρογγυλοποιήσεις». Το ευρώ υιοθετήθηκε για τρεις κυρίως λόγους: Αφενός, ως ισχυρή συναλλακτική εφεδρεία του δολαρίου, ώστε να μπορεί το δεύτερο να ακολουθεί πολιτική υποτίμησης με τους λιγότερους δυνατούς κινδύνους για την αμερικανική και διεθνή ρευστότητα. Αφετέρου, για να διευκολύνει αλλά και να βοηθήσει να προσελκυστούν περισσότερα κεφάλαια στην κερδοσκοπία της χρηματαγοράς. Τέλος, για να περιοριστεί το «κόστος χρήματος» στην κίνηση των μεγάλων πολυεθνικών από αγορά σε αγορά. Έτσι μέσα στο διάστημα των 3 χρόνων από την επίσημη υιοθέτηση του ευρώ, έχει ανατιμηθεί έναντι του δολαρίου κατά 51%. Η εξέλιξη αυτή έχει κυριολεκτικά γονατίσει την οικονομία της ευρωζώνης και την οδηγήσει σε μεγαλύτερη εμπορική και συναλλαγματική εξάρτηση από το δολάριο και τις ΗΠΑ.
Πίνακας 7: Σχέση δείκτη τιμών χονδρικής και δείκτη τιμών καταναλωτή

Πρωτογενής
Βιομηχανία
Εξαγωγές
Εισαγωγές
Εγχώρια Παραγωγή
Γενικός χονδρικής
ΔΤΚ
1995
98,52
100,00
100,00
100,00
99,82
99,90
100,00
1996
105,96
108,30
107,48
102,55
108,01
106,41
108,20
1997
115,15
112,10
110,87
104,96
112,47
110,11
114,15
1998
121,93
115,79
113,38
110,67
116,55
114,35
119,63
1999
124,62
119,02
114,00
111,34
119,71
116,36
127,74
2000
126,50
125,25
128,06
118,47
125,40
123,99
131,83
2001
139,16
128,66
128,93
120,75
130,54
126,79
136,31
2002
154,71
131,96
131,36
121,23
135,97
129,82
141,22
2003
168,07
135,55
131,46
122,51
141,29
132,51
146,16
2004*
163,93
141,47
136,12
123,09
145,43
135,56
150,40
Πηγή: ΕΣΥΕ, Εθνικοί Λογαριασμοί, Τράπεζα της Ελλάδος
Ειδικά για την Ελλάδα το ευρώ αποτέλεσε τη χαριστική βολή για την οικονομία της. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αγορά ζει σε συνθήκες διαρκούς κρίσης ρευστότητας. Σε επίπεδα ρεκόρ ανήλθαν τα υπόλοιπα των ακάλυπτων επιταγών στο τέλος του πρώτου τριμήνου, καταγράφοντας αύξηση 63,6% σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. (Ημερησία, 20/04/2005). Tο Mάρτιο η αύξηση ήταν 55,3%, σε σύγκριση με το Mάρτιο του 2004. Σύμφωνα με τον Tειρεσία, τα «φέσια» στην αγορά, δηλαδή ακάλυπτες επιταγές και απλήρωτες συναλλαγματικές, ανήλθαν συνολικά στα 399,7 εκατ. ευρώ στο τέλος Mαρτίου. H εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την έντονη ανησυχία που υπάρχει στην αγορά τους τελευταίους μήνες για τη μειωμένη ρευστότητα των επιχειρήσεων και την ανικανότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. O προβληματισμός εντείνεται ακόμα περισσότερο αν συνυπολογιστούν τα δάνεια που έχουν λάβει οι επιχειρήσεις από τις τράπεζες, αφού στο τέλος Iανουαρίου χρωστούσαν 65,9 δισ. ευρώ, αλλά και η διαρκής επιδείνωση που παρουσιάζουν οι οικονομικοί δείκτες, με ενδεικτική τη μείωση κατά 2,9% που παρουσίασε ο τζίρος των καταστημάτων τον Iανουάριο. Tο φαινόμενο των ακάλυπτων επιταγών φαίνεται ότι εντάθηκε από το Σεπτέμβριο του 2004 και μετά: Tο Σεπτέμβριο, τον Oκτώβριο, το Nοέμβριο και το Δεκέμβριο η αξία των ακάλυπτων επιταγών κινήθηκε σταθερά υψηλότερα των 100 εκατ. ευρώ, τη στιγμή που το μεγαλύτερο ποσό που είχε καταγραφεί κατά τη διάρκεια των μηνών πριν από το Σεπτέμβριο ήταν τα 85 εκατ. ευρώ τον Iούλιο. H τάση αυτή διατηρήθηκε και στο πρώτο τρίμηνο του 2005. Tον Iανουάριο οι ακάλυπτες επιταγές ανήλθαν στα 129,6 εκατ. ευρώ, το Φεβρουάριο στα 109 εκατ. ευρώ και το Mάρτιο στα 114,4 εκατ. ευρώ. Στο πρώτο τρίμηνο του 2005 η αύξηση των σωρευτικών υπολοίπων ήταν 45% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2000, 139,7% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2001, 85,2% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2002 η αύξηση ήταν 85,2% και 104% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο του 2003.

Το ευρώ όξυνε επίσης το «πρόβλημα ανταγωνισμού» που ταλανίζει την ελληνική οικονομία. Ο Πίνακας 7 εμφανίζει τη σχέση του δείκτη τιμών χονδρικής και τιμών καταναλωτή. Από αυτόν προκύπτει ότι ο δείκτης χονδρικής εγχώριας παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερος όχι μόνο από το δείκτη χονδρικής εισαγομένων, αλλά και από τον αντίστοιχο δείκτη χονδρικής εξαγομένων. Πράγμα που δείχνει, αφενός, τη διείσδυση των εισαγομένων στη βάση χαμηλότερων τιμών κι αφετέρου την έμμεση επιδότηση των εξαγομένων μέσα από την δυσανάλογη αύξηση των τιμών στην εγχώρια παραγωγή. Έτσι η ακρίβεια στην εσωτερική αγορά ενισχύει και επιδοτεί την εξαγωγική επίδοση των μεγάλων επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα παρατηρεί κανείς οι χαμηλότερες τιμές εισαγωγής δεν φτάνουν στον καταναλωτή. Αυτό έχει άμεση σχέση με την «ελευθερία στην αγορά» και τον υψηλό βαθμό μονοπώλησής της. Ταυτόχρονα η εισαγωγή συγκριτικά φτηνών προϊόντων, που πουλιούνται σε όλο και υψηλότερες τιμές στον τελικό καταναλωτή αποτελεί μια από τις σημαντικές στρατηγικές των πολυεθνικών για την απόσπαση υπερκέρδους. Τέλος, μετά την είσοδο του ευρώ οι σχέσεις των δεικτών επιδεινώθηκαν ραγδαία. Επομένως το πρόβλημα της ακρίβειας είναι ένα σύνθετο πρόβλημα εξάρτησης, μονοπωλιακής συγκέντρωσης και «ελευθερίας των αγορών».
Το δράμα αυτής της κυβερνητικής πεπατημένης είναι πως πρόκειται για μια πολιτική καταδικασμένη να αναγεννά διαρκώς τα προβλήματα που υποτίθεται ότι «κατά προτεραιότητα» έρχεται να αντιμετωπίσει. Πρόκειται για ένα συνεχές «σισύφειο» κυνηγητό της σκιάς και των αναπόφευκτων συνεπειών της. Κι όχι μόνο αυτό. Η ελληνική οικονομία στην κατάσταση που έχει βρεθεί έχει εξαντλήσει πια τα περιθώρια και τις εφεδρείες που διέθετε. Η κρίση μέσα στην οποία έχει εμπλακεί όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε μια πρωτοφανούς έκταση καταστροφή με αβέβαιη έκβαση και σίγουρα εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις στον εργαζόμενο λαό. Το γνωρίζουν πολύ καλά οι κυβερνώντες. Γι αυτό και όλο και περισσότερο αξιοποιούν την ΕΕ σαν μπαμπούλα. «Η ΕΕ δεν συγχωρεί πλέον απολύτως τίποτε», δήλωσε ο κ. Σουφλιάς. Εμείς επαναλαμβάνουμε απλά τα λόγια του Ένγκελς: «Όταν θέτεις τους ανθρώπους σε κατάσταση που μπορεί ν’ αρμόζει μονάχα σε ζώο, δεν τους απομένει άλλο τίποτε παρά ή να επαναστατήσουν ή να καταποντιστούν σε συνθήκες αποκτήνωσης»      



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου