Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

ΓΣΕΕ-ΣΕΒ ΠΑΜΕ




Η αντιμετώπιση της συμφωνίας ΓΣΕΕ-ΣΕΒ από την ηγεσία του ΚΚΕ κινήθηκε στην ίδια φιλοσοφία με εκείνη της ηγεσίας του ΣΥΝ. Πέρα από τους θεατρινισμούς του κ. Μαυρίκου, οι οποίοι θα είχαν κάποια αξία αν αντιπροσώπευαν μια αληθινή αντιπολίτευση λόγου και έργου στους εργατοπατέρες, η τακτική του ΠΑΜΕ κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος. Καταγγέλλουμε τη συμφωνία, αλλά αφήνουμε ήσυχους τους εργατοπατέρες στα ηνία της ΓΣΕΕ και συνεχίζουμε τη δική μας «ταξική μάχη», που ως πρόφαση έχει και αυτή τις κλαδικές συμβάσεις. Η διαφορά είναι ότι η ηγεσία του ΠΑΜΕ διάλεξε να δώσει αυτή τη «μάχη» όχι με τα υπάρχοντα συνδικάτα, με τις υφιστάμενες οργανώσεις της εργατικής τάξης στη βάση των αληθινών προβλημάτων και των ανοιχτών μετώπων κάθε κλάδου, αλλά με τα δικά της συνδικάτα, τα «ταξικά συνδικάτα», με τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ», όπως τα αποκαλεί προσφάτως ο Ριζοσπάστης, προτάσσοντας γενικά πολιτικά συνθήματα. Έτσι προκηρύχθηκε η παρωδία της γενικής απεργίας του ΠΑΜΕ για τις 13 Απρίλη.

Στην κατάπτυστη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ ορισμένοι του ΠΑΜΕ και της ηγεσίας του ΚΚΕ είδαν μια θαυμάσια ευκαιρία να διαχωρίσουν μια και καλή τα συνδικάτα σε «δικά τους» και «δικά μας», σε «πουλημένα» και «ταξικά». Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να καθυποτάξουν οριστικά στο γενικό πρόσταγμα του ΠΑΜΕ τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που τυχαίνει να ελέγχουν. Μόνο που έτσι οι οργανώσεις αυτές όχι μόνο παύουν να είναι «ταξικές», γιατί δεν αφορούν πλέον ούτε καν τυπικά τους εργαζομένους, παρά μόνο εκείνους που έχουν πειστεί από το πλαίσιο του ΠΑΜΕ και την πολιτική του ΚΚΕ, αλλά παύουν να είναι και «συνδικάτα», γιατί μετατρέπονται σε κομματικά παραμάγαζα, σε διεκπεραιωτές των πολιτικών εντολών του Περισσού. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της 13ης Απριλίου.
Από τη στιγμή που γίνεται πια ξεκάθαρο ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ προχωρά στην υπογραφή της κατάπτυστης συμφωνίας, εμφανίζεται μαινόμενος ο κ. Μαυρίκος να αποχωρεί από το χώρο συνάντησης και να δηλώνει: «Για όλους εμάς, μόνο ένας δρόμος υπάρχει. Αυτός της ταξικής πάλης. Σας καλούμε, όλους, να δώσετε τον καλύτερό σας εαυτό για την επιτυχία της απεργίας στις 13 του Απρίλη. Μέσα από την απεργία να δώσουμε απάντηση στο δικομματισμό, στους εργοδότες, στη συναίνεση.» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006) Με τα λόγια αυτά ο κ. Μαυρίκος μετέτρεψε την υπόθεση της απεργίας, που έως τότε ζυμωνόταν στα πλαίσια της ΓΣΕΕ ως απάντηση στην αδιαλλαξία της εργοδοσίας, σε ιδιωτική υπόθεση του ΠΑΜΕ και μάλιστα με στόχους καθαρά πολιτικούς, ως «απάντηση στο δικομματισμό, στους εργοδότες, στη συναίνεση». Από κει και πέρα κλήθηκαν τα «ταξικά συνδικάτα» να δώσουν «τη μάχη για την επιτυχία της απεργίας στις 13 Απρίλη. Προβάλλοντας το πλαίσιο του ΠΑΜΕ διεκδικούν κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που ικανοποιούν τις σύγχρονες αυξημένες πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006) Έτσι ακόμη και η πάλη για τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας υποτάχθηκε στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ.
Στην ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της, η ηγεσία του ΚΚΕ, αφού κατήγγειλε τη συμφωνία και μαζί την ηγεσία της ΓΣΕΕ, φρόντισε να ταυτίσει πλήρως όλους όσοι ακολουθούν την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ με τις επιλογές των ηγεσιών τους, θέλοντας να προλάβει την όποια πιθανή διαφοροποίηση «από τα κάτω». Το ίδιο έκανε και με την παράταξη του Συνασπισμού: «Μπορεί να μην υπέγραψε στο τέλος, αλλά όλο αυτό το διάστημα ήταν μαζί με την ΠΑΣΚΕ και τη ΔΑΚΕ και ενάντια στο ΠΑΜΕ. Δεν αποχώρησε από τις διαπραγματεύσεις, παρότι είδε πού πηγαίνουν τα πράγματα.» (Ριζοσπάστης, 4/4/2006). Με τον τρόπο αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ αναδεικνύεται ως ο εξ αριστερών εγγυητής της ενότητας της ΠΑΣΚΕ, της ΔΑΚΕ και της Αυτόνομης Παρέμβασης. Σύμφωνα πάντα με το σοφό παλαιοχριστιανικό ρητό: «Μια φορά ειδωλολάτρης, για πάντα ειδωλολάτρης»! Μόνο που έτσι δεν ασκείς πολιτική και μάλιστα υπέρ της εργατικής τάξης, αλλά εξασκείσαι σε ηθικοπλαστικά κηρύγματα. Με αυτόν τον τρόπο το ΚΚΕ φροντίζει με μια συλλήβδην κριτική, ηθικολογικού χαρακτήρα, να εξασφαλίσει τη συμπαράταξη όλων, έτσι  ώστε να εμφανιστεί το ΠΑΜΕ ως η «μόνη λύση». Δεν βρήκε ούτε λέξη να πει για να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της εθνικής συλλογικής σύμβασης, μπροστά σε μια συμφωνία που αποτελεί θανάσιμο πλήγμα εναντίον τους. Και δεν βρήκε λέξη να πει, διότι μπορεί μεν να καταγγέλλει τη συμφωνία, αλλά δεν έχει καμιά πρόθεση να αμφισβητήσει έμπρακτα την επιβολή της. Γι’ αυτό και το «μπαλάκι» το ρίχνει κι αυτό στις κλαδικές συμβάσεις.
Ωστόσο η ανακοίνωση του ΚΚΕ πήγαινε ακόμη πιο πέρα από τις δηλώσεις του κ. Μαυρίκου, καλώντας την «εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να εγκαταλείψουν τώρα και πολιτικά και συνδικαλιστικά τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Με το ΠΑΜΕ όλοι στη μάχη για την επιτυχία της πανεργατικής απεργίας στις 13 Απρίλη. Για κλαδικές συλλογικές συμβάσεις.» Επομένως, το ίδιο το ΚΚΕ όχι μόνο έθετε την «πανεργατική απεργία» υπό τη σκέπη του ΠΑΜΕ, αλλά της έδινε και έναν πρωτάκουστο πολιτικό στόχο:«η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα να εγκαταλείψουν τώρα και πολιτικά και συνδικαλιστικά τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ». Η «απεργία» είχε προκηρυχθεί όχι για να συσπειρωθεί η πλειοψηφία των εργαζομένων, δίχως πολιτικούς ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, γύρω από τη διεκδίκηση των άμεσων κλαδικών αιτημάτων τους, αλλά για να «εγκαταλείψουν» τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Για να μαζέψει, δηλαδή, κουκιά το ΚΚΕ. Όσο για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις δεν ήταν παρά το φύλλο συκής για όλους όσοι θέλουν να τρέφονται με προφάσεις.
Η ανακοίνωση του ΚΚΕ έκλεινε με μια πολύ γνώριμη προσευχή στον Ύψιστο και στη Θεία Πρόνοια του αδικημένου: «Το ΚΚΕ καλεί την εργατική τάξη να απορρίψει αυτήν τη συμφωνία. Να διεκδικήσει αυτά που της ανήκουν, τον πλούτο που παράγει! Να εμπιστευθεί και να δείξει την πραγματική ταξική της δύναμη με την οργάνωση του ενιαίου οργανωμένου και αποφασιστικού της αγώνα για πραγματικές αυξήσεις και σύγχρονα δικαιώματα. Κατώτερος μισθός 1.300 ευρώ, κατώτερη σύνταξη 1.050 ευρώ.» Πώς, όμως, γίνεται να απορρίψει η εργατική τάξη τη συμφωνία, όταν το ΚΚΕ δεν θέτει θέμα ανατροπής της και επαναδιαπραγμάτευσης νέας εθνικής συλλογικής σύμβασης. Μήπως με όρους ηθικής; Και πώς μπορεί να δείξει την πραγματική της ταξική δύναμη, όταν το ίδιο το ΚΚΕ όχι μόνο δεν θέτει θέμα διεκδίκησης της ΓΣΕΕ από τους εργατοπατέρες, αλλά μετατρέπει τις όποιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ελέγχει σε παραμάγαζα του ΠΑΜΕ; Όσο για τον κατώτερο μισθό των 1.300 και την κατώτερη σύνταξη των 1.050 ευρώ, έξω από την αγωνιστική τους διεκδίκηση μέσα στα πλαίσια συλλογικών διαπραγματεύσεων για την εθνική συλλογική σύμβαση, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια ωραία ευχή, μια ηθική απαίτηση, ένα απλό σύνθημα δίχως αντίκρισμα στην ταξική πάλη.
Τη σκυτάλη πήρε ο κ. Σκιαδιώτης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Εργατικού-Συνδικαλιστικού Τμήματός της, ο οποίος προχώρησε σε μια ενδιαφέρουσα κοινωνιολογική εκτίμηση: «Αυτή η πλειοψηφία [της ΓΣΕΕ] είναι μια διαμορφωμένη πια κάστα, καλά αμειβόμενη από κράτος και εργοδότες. Μια γραφειοκρατική ελίτ, που μιλάει εξ ονόματος της εργατικής τάξης, η οποία όμως καμμιά σχέση δεν έχει με την εργατική τάξη και τις ανάγκες της.» (Ριζοσπάστης, 5/4/2006). Μόνο που αυτή η  «ανάλυση», την οποία εύκολα κάποιος θα μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει και για την επαγγελματική κάστα των στελεχών του ΚΚΕ, δεν έχει ως στόχο να εμβαθύνει στην ουσία των ζητημάτων, αλλά να «τελειώσει» μια για πάντα με τη ΓΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ, τις Ομοσπονδίες και γενικά με όλα τα συνδικάτα που δεν χαρακτηρίζονται ως «ταξικά» στη συνείδηση των κομματικών. Όσο για το περιεχόμενο της «απεργίας» ήταν κι αυτός αποκαλυπτικός: «Παρά τις δυσκολίες τα Συνδικάτα αυτά [δηλαδή, τα ταξικά, καθότι όλα τ’ άλλα έχουν πάψει να υπάρχουν στον οπτικό ορίζοντα των στελεχών του ΚΚΕ, σ.τ.σ] παλεύουν όχι μόνο για να αποσπάσουν καλύτερες αυξήσεις, αλλά και για να ενθαρρυνθεί συνολικά η εργατική τάξη, να πάρει κουράγιο, να σηκώσει πιο ψηλά το κεφάλι. Κι αυτό είναι πιο σημαντικό και από την αύξηση.» Με άλλα λόγια η περιβόητη «απεργία» δεν γίνεται για τετριμμένα ζητήματα όπως το μεροκάματο, αλλά για να δώσουν κάποιοι το καλό παράδειγμα στην εργατική τάξη, για να αυτοϊκανοποιηθεί μια καλώς ή κακώς εννοούμενη πρωτοπορία ερήμην της εργατικής τάξης. «Τώρα, ακόμα πιο αποφασιστικά οι εργαζόμενοι πρέπει να γραφτούν στα Συνδικάτα τους [στα ταξικά φυσικά, σ.τ.σ.], να δημιουργήσουν Επιτροπές Αγώνα στα εργοστάσια, στους τόπους δουλειάς, ν’ αλλάξουν τους συσχετισμούς στο συνδικαλιστικό κίνημα δυναμώνοντας το ΠΑΜΕ. Τώρα είναι η ώρα της μαζικής τιμωρίας της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Της μαζικής τους εγκατάλειψης. Τώρα είναι η ώρα της μαζικής και με κάθε τρόπο ενίσχυσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας...». Τίποτε δεν έχει νόημα αν δεν εντάσσεται απευθείας και δεν υποτάσσεται με τον πιο χυδαίο πολιτικά τρόπο στην «ενίσχυση» του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ.
Η ίδια η Αλέκα Παπαρήγα ένιωσε την ανάγκη να παρέμβει για τη συμφωνία και σωστά έκανε, γιατί δεν μπορεί να θεωρείσαι «κόμμα της εργατικής τάξης» και να μην παρεμβαίνεις κεντρικά πολιτικά για ένα τόσο καυτό ζήτημα που αφορά στο σύνολο της εργατικής τάξης. Πολύ περισσότερο όταν το σύνολο του πολιτικού κόσμου έχει τοποθετηθεί. Στη συνέντευξή της, όμως, έκανε τα αδύνατα δυνατά για να πάρει το πρόβλημα της καταγγελίας της συμφωνίας το χαρακτήρα ευθείας πολιτικής αντιπαράθεσης ΚΚΕ-ΓΣΕΕ. Κάτι που καλοδέχθηκε η ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία με ανακοίνωσή της διαμαρτυρήθηκε υποκριτικά για «προκλητική κομματική παρέμβαση έξω από κάθε όριο» του ΚΚΕ! Ωστόσο το κύριο μέλημα της κ. Παπαρήγα ήταν να αποκλείσει εκ προοιμίου τη δυνατότητα ενότητας δράσης των εργαζομένων στη βάση των προβλημάτων τους: «Ακούσαμε “λεβέντικες” διακηρύξεις και από ΠΑΣΚΕ και από ΔΑΚΕ κλπ. Η διαπάλη βεβαίως θα είναι και συνδικαλιστική και μαζική, αλλά και πολιτική και ιδεολογική. Και όλα αυτά τα οποία ακούγαμε τα τελευταία χρόνια ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι ενωμένοι πάνω στο πρόβλημά τους, αυτό αποδείχτηκε “φούμαρα”.» (Ριζοσπάστης, 6/4/2006). Μένει κανείς άναυδος! Αυτό που άκουγε τόσα χρόνια η κ. Παπαρήγα είναι το ίδιο με εκείνο που πίστευαν και πάλευαν στην πράξη γενιές και γενιές κομμουνιστών στο συνδικαλιστικό, εργατικό και λαϊκό κίνημα. Στη βάση αυτής της πεποίθησης οικοδόμησαν ιστορικά γερούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως σύνολο και ηγήθηκαν στο κίνημά της. Τι έχει να επιδείξει ως αποτέλεσμα των δικών της αντιλήψεων η κ. Παπαρήγα; Μόνο ήττες και περιθωριοποίηση. Πώς λοιπόν είναι «φούμαρα» μια κλασική θέση για τη μαζική δουλειά των κομμουνιστών; Πώς αλλιώς μπορούν να ενωθούν οι εργαζόμενοι, αν όχι πάνω στο πρόβλημα; Πώς αλλιώς μπορεί να υπάρξει εργατικό κίνημα, αν δεν ενωθούν όλοι οι εργαζόμενοι στη βάση των κοινών τους προβλημάτων; Μήπως με δηλώσεις πίστης στο εικόνισμα της κ. Παπαρήγα, στο πρόγραμμα και το καταστατικό του ΚΚΕ ή στο πλαίσιο του ΠΑΜΕ;
Και σαν να μην έφτανε αυτό, προχώρησε ακόμη παραπέρα: «Έχει αποδειχτεί και ένα άλλο πράγμα: ότι σήμερα οι εργαζόμενοι για να έχουν μια έστω σχετική και απόλυτη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, πρέπει να διεξάγουν έναν πολύ δυνατό πολιτικό αγώνα, που πρέπει να θέτει επί τάπητος το εξής ζήτημα: ο πλούτος παράγεται από τους εργαζόμενους και τον διεκδικούμε. Αν φύγεις από αυτή τη θέση, να το πούμε καθαρά, “έχεις τελειώσει”.». Η αλήθεια είναι ότι «έχει τελειώσει» όποιος εγκλωβιστεί σ’ αυτή τη θέση. Κι αυτό γιατί υποκαθιστά τα πραγματικά αιτήματα του εργατικού κινήματος με ένα ηθικολογικoύ χαρακτήρα σύνθημα. Η κ. Παπαρήγα επιδιώκει να αφορίσει τον αναγκαίο αγώνα για τα οικονομικά αιτήματα της εργατικής τάξης, τον οικονομικό αγώνα του εργατικού κινήματος μέσα από γερά και μαζικά συνδικάτα με μια γενική αναφορά στην πολιτική και σε απλοϊκές αντιλήψεις κοινωνικής δικαιοσύνης.
Η αλήθεια είναι ότι ποτέ οι οικονομικoί αγώνες της εργατικής τάξης δεν ήταν αποσπασμένοι από τον πολιτικό αγώνα. «Ο τελικός σκοπός του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης», έγραφε ο Μαρξ, «είναι φυσικά η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για όφελός της, πράγμα που προϋποθέτει, οπωσδήποτε, προηγουμένως, να έχει γεννηθεί και ανδρωθεί μέσα από τους ίδιους τους οικονομικούς αγώνες, μια επαρκώς ανεπτυγμένη οργάνωση της εργατικής τάξης. Παρόλα αυτά, για να γίνει ένα κίνημα πολιτικό πρέπει να αντιπαραθέσει στις κυρίαρχες τάξεις εργάτες που να ενεργούν σαν τάξη, για να τις αναγκάσουν να υποκύψουν από μια εξωτερική πίεση. Έτσι, η ενεργοποίηση είναι καθαρά οικονομική όταν οι εργάτες προσπαθούν, με τις απεργίες, κλπ., σε ένα μόνο εργοστάσιο ή σε ένα μόνο κλάδο της βιομηχανίας, να αποκτήσουν από τους εκάστοτε καπιταλιστές μια μείωση της εργάσιμης μέρας. Αντίθετα η ενεργοποίηση είναι καθαρά πολιτική, όταν οι εργάτες αποσπούν με τη βία ένα νόμο που καθορίζει 8άωρη εργασία, κλπ. Μ’ αυτόν τον τρόπο, απ’ όλα τα μεμονωμένα οικονομικά κινήματα των εργατών αναπτύσσεται παντού ένα πολιτικό κίνημα, μ’ άλλα λόγια ένα ταξικό κίνημα, με σκοπό την πραγματοποίηση των ταξικών συμφερόντων σε γενική μορφή και σ’ όλη την κοινωνία. Τα κινήματα αυτά προϋποθέτουν μια κάποια προηγούμενη οργάνωση, ενώ παράλληλα είναι ένα μέσον ανάπτυξης της οργάνωσης αυτής.» (Μαρξ-Ένγκελς, Για τον Συνδικαλισμό, εκδ. Αναγνωστίδης, σσ. 109-10). Το καινούργιο στοιχείο της εποχής μας είναι ότι αυτή η σχέση οικονομικού και πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης έχει γίνει ακόμη πιο στενή, ακόμη πιο οργανική. Όμως, αυτό που ενδιαφέρει την κ. Παπαρήγα δεν είναι το πώς μέσα από τον οικονομικό αγώνα θα γεννηθεί το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης και επομένως το πώς θα πρέπει να αντιστοιχηθεί σ’ αυτό το ΚΚΕ, αλλά το ακριβώς ανάποδο. Το πώς, δηλαδή, θα πειστεί η εργατική τάξη ότι δεν είναι δυνατός ούτε καν ο οικονομικός της αγώνας, αν δεν έρθει να στοιχηθεί πίσω από την πολιτική του ΚΚΕ. Δεν είναι το ΚΚΕ που πρέπει να πλησιάσει, να κερδίσει στην πράξη και να εκφράσει με την πολιτική του την εργατική τάξη αλλά το ακριβώς ανάποδο! Η εργατική τάξη είναι που πρέπει να αποδεχθεί την υπέρτατη τιμή να την εκπροσωπεί η κ. Παπαρήγα και το ΚΚΕ.
Μέσα σε αυτή την πολιτική σύγχυση είναι λογικό να λέγεται: «Καταλαβαίνουμε ότι έχουμε πολύ μεγάλη ευθύνη και βεβαίως δεν μπορούμε να μείνουμε στα λόγια.... Όμως και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι πρέπει να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα.» Εμείς, δηλαδή, κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά οι εργαζόμενοι φταινε γιατί δεν «βγάζουν πολιτικά συμπεράσματα». Με τα κόλλυβα του βασικού μισθού, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των συμβάσεων, του ίδιου του συνδικαλισμού, θέλει η κ. Παπαρήγα να στήσει βεγγέρα για «να βγάλουν πολιτικά συμπεράσματα» οι εργαζόμενοι. Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος και η ανώνυμη «άποψη» του Ριζοσπάστη (7/4/2006) μας διαβεβαιώνει ότι «απαντάμε με απεργία» στην απαράδεκτη συμφωνία ΓΣΕΕ-ΣΕΒ, για να καταλήξει στα εξής: «Οι εργαζόμενοι πρέπει τώρα ακόμα πιο αποφασιστικά να βγάλουν πολιτικά και ταξικά συμπεράσματα. Να ξεμπερδέψουν με τις συνδικαλιστικές εκείνες δυνάμεις και τα κόμματα που βρίσκονται διαρκώς απέναντί τους, πολεμάνε τα πραγματικά τους συμφέροντα. Η μάχη των κλαδικών συμβάσεων πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων, κλιμακώνοντας τους αγώνες τους, με αιτήματα που απαντάνε στις σύγχρονες ανάγκες τους. Αυτό το δρόμο δείχνουν τα συνδικάτα του ΠΑΜΕ με την απεργία στις 13 Απρίλη, η προετοιμασία της οποίας κορυφώνεται σε όλη τη χώρα.» Αυτό το «συνδικάτα του ΠΑΜΕ» είναι κατάκτηση των τελευταίων ημερών και απ’ ό,τι φαίνεται είναι προαγωγή των γνωστών «ταξικών συνδικάτων.» Πότε, όμως, η μάχη των κλαδικών συμβάσεων θα πρέπει να γίνει υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων; Αφού «ξεμπερδέψουν» με τις ηγεσίες τους; Και πώς θα γίνει αυτό; Μέσα από τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ»; Τότε τι σόι «απεργία» είναι αυτή, που δεν εκπληρώνει ούτε το στοιχειώδες, τη μετατροπή της μάχης των κλαδικών συμβάσεων σε υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων;
Καθώς, όμως, περνούν οι ημέρες και η όλη υπόθεση της «απεργίας» αποδεικνύεται εκτός από μια εξαιρετικά επικίνδυνη τυχοδιωκτική ενέργεια και μια γελοία φάρσα. Η όλη η ιστορία καταλήγει κατά το αναμενόμενο: σε «απεργιακές συγκεντρώσεις» του ΠΑΜΕ σε 49 και πλέον πόλεις, όπου θα εκφωνηθούν οι πύρινοι «ταξικοί» λόγοι και οι γνωστές καταγγελίες της ποιότητας που έχουμε ήδη γευτεί, ώστε να ακολουθήσει κατόπιν η συνήθης «ταξική» πορεία. Όλα προς ικανοποίηση των αφελών οπαδών. Όλα για να αυτοεπαινεθεί η ηγεσία, να εμφανιστεί πως κάνει ό,τι περνά από το χέρι της, αλλά δυστυχώς για μια ακόμη φορά η «ευθύνη» βρίσκεται στους ίδιους τους εργαζομένους, οι οποίοι φαίνεται ότι αρνούνται πεισματικά «να βγάλουν πολιτικά και ταξικά συμπεράσματα».
Το πόσο ενδιαφέρονται πραγματικά για τον απεργιακό αγώνα της εργατικής τάξης φαίνεται και από τη στάση τους στην απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ. Εδώ έχουμε μια συμβιβασμένη πλειοψηφία στην ηγεσία μιας Ομοσπονδίας, η οποία κάτω από την πίεση των προβλημάτων και των ίδιων των εργαζομένων προχωρά σε αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις. Σε πραγματικές κινητοποιήσεις του κλάδου και όχι γιαλαντζί όπως η «απεργία» του ΠΑΜΕ. Οι πιέσεις από την κυβέρνηση, τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, τις ηγεσίες της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ δεν κατορθώνουν να πείσουν τη συμβιβασμένη πλειοψηφία να σταματήσει την απεργία. Στα πλαίσια της Ομοσπονδίας ακόμη και στην κορυφή της έχουμε σοβαρές διαφοροποιήσεις στελεχών της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ κάτω από τη δυσαρέσκεια και για το ξεπούλημα της εθνικής συλλογικής σύμβασης. Τι θα περίμενε κανείς από τις «ταξικές δυνάμεις»; Μα φυσικά να διευκολύνουν με κάθε τρόπο τις διαφοροποιήσεις αυτές, να στηρίξουν την ηγεσία της Ομοσπονδίας απέναντι στις αφόρητες πιέσεις που δέχεται, έτσι ώστε να συνεχιστεί με επιτυχία για τους εργαζομένους του κλάδου ο απεργιακός αγώνας.
Όμως αντί γι’ αυτό ο Ριζοσπάστης (11/4/2006) αντιλήφθηκε κάπως αργά ότι υπάρχει σε εξέλιξη μια πραγματική απεργία, αυτή της ΠΟΕ-ΟΤΕ, και έτσι η ανώνυμη «άποψή» του μας διαφωτίζει σχετικά: «Από την περασμένη Τετάρτη, οι εργαζόμενοι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δίνουν έναν απεργιακό αγώνα με κεντρικά αιτήματα την υπογραφή ικανοποιητικής Συλλογικής Σύμβασης, την ένταξη του κλάδου στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα, μόνιμη και σταθερή δουλιά για όλους. Στην κήρυξη, οργάνωση και περιφρούρηση της απεργίας, καθοριστικός ήταν και παραμένει ο ρόλος των ταξικών δυνάμεων. Η παράταση της απεργιακής κινητοποίησης, που συνεχίζεται και σήμερα, επιβλήθηκε από τους ίδιους τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, παρά τις μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας στην Ομοσπονδία (ΠΟΕ ΟΤΑ) από το περασμένο Σάββατο να αναστείλει την απεργία.» Εμείς δεν πρόκειται να αμφισβητήσουμε τους ισχυρισμούς για το ρόλο των «ταξικών δυνάμεων». Απλά πρέπει να επισημάνουμε ότι όταν οι εργαζόμενοι θέλουν να επιβάλουν απεργίες, επιλέγουν να το κάνουν μέσα από τις Ομοσπονδίες τους και όχι μέσα από τα «συνδικάτα του ΠΑΜΕ». Κι επιπλέον φαίνεται ότι ξέρουν τον τρόπο να εξαναγκάζουν τις συμβιβασμένες πλειοψηφίες των συνδικάτων τους να προχωρούν σε σοβαρές απεργιακές κινητοποιήσεις για τα αιτήματα του κλάδου. Γιατί, λοιπόν, αυτή η πρεμούρα να καταγγελθεί η πλειοψηφία της Ομοσπονδίας, όταν μάλιστα αυτή υποχωρεί στις πιέσεις όχι των ηγετών της αλλά των εργαζομένων; Μήπως γιατί χαλά σε κάποιους την «ταξική» συνταγή; Κι αυτή η στάση δεν διευκολύνει τις πιέσεις τις οποίες ασκούν κυβέρνηση, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ στους «δικούς τους» που έχουν διαφοροποιηθεί;
Απ’ ό,τι φαίνεται ο ανώνυμος αρθρογράφος της «άποψης» του Ριζοσπάστη λαχταρά να δει μια ακόμη απεργία που προδίδεται από τις συμβιβασμένες ηγεσίες και τρέχει να βάλει κι αυτός πλάτη. Τι σημασία έχει αν κάτι τέτοιο θα πλήξει άμεσα τον αγώνα των ίδιων των εργαζομένων; Η λύση είναι έτοιμη και διαθέσιμη σαν το μουρουνέλαιο για όλους: «Όλοι τους πρέπει να πάρουν απάντηση. Με την κλιμάκωση του απεργιακού αγώνα, το συντονισμό με άλλους κλάδους και την αλλαγή των συσχετισμών στο συνδικαλιστικό κίνημα. Με την καταδίκη των κομμάτων του κεφαλαίου και των υποψηφίων τους στις επερχόμενες δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές. Με την ανάδειξη αγωνιστών δημάρχων και νομαρχών που θα βρίσκονται στο πλευρό των εργαζομένων και όχι απέναντί τους.» Και με τη συγκεκριμένη απεργία τι πρέπει να γίνει; Ποιος νοιάζεται; Θα προδοθεί που θα προδοθεί, γιατί να μην προδοθεί μια ώρα αρχύτερα, να μας αφήσει και εμάς τις «ταξικές δυνάμεις» να ασχοληθούμε με σοβαρότερα πράγματα; Τι είναι μια κλαδική απεργία εργαζομένων μπροστά στην «ταξική απεργία» του ΠΑΜΕ; Τι αξία έχουν τα εργατικά αιτήματα μιας απεργίας μπροστά στην ψήφο στο ΚΚΕ στις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές; Προφανώς καμιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου