Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

«Να εργάζονται μέχρι να πεθάνουν!»




Παράταση του χρόνου εργασίας, μείωση του ύψους των συντάξεων και περικοπή του χρόνου καταβολής των συντάξεων πρότεινε μεταξύ άλλων ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Ντόναλντ Τζόνστον, μιλώντας την Τετάρτη (20/04/05) σε κοινή συνεδρίαση των επιτροπών Οικονομικών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ελληνικής Βουλής. «Πρέπει να πείσουμε τα άτομα να μην συνταξιοδοτούνται νωρίς και να δούμε τι θα κάνουμε από άποψη επέκτασης των ωρών εργασίας», έλεγε χαρακτηριστικά ο κ. Τζόνστον. Για να διαφωτίσει τους Έλληνες βουλευτές σχετικά με το τι εννοεί, ανέτρεξε στο «παράδειγμα» του Μεξικού και είπε ότι εκεί «οι άνθρωποι εργάζονται μέχρι τη στιγμή που πεθαίνουν»!
Το μόνο πραγματικό πρόβλημα που αναγνώρισε είναι το ενδεχόμενο «πολιτικό κόστος» το οποίο θα προκύψει από αυτά τα «αναγκαία οδυνηρά μέτρα». Επικαλέστηκε μάλιστα το σχόλιο ενός Καναδού γερουσιαστή, ο οποίος, αποτιμώντας το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η λήψη επώδυνων μέτρων, έλεγε: «Ούτε οι ηλικιωμένοι θα μας ψηφίσουν, γιατί τους καλούμε να δουλέψουν περισσότερο με λιγότερα χρήματα, ούτε οι νέοι, διότι οι ηλικιωμένοι με μικρότερες συντάξεις θα είναι βάρος στα παιδιά και τα εγγόνια τους.» Το γεγονός ότι τέτοια μέτρα οδηγούν στην εξαθλίωση της κοινωνίας, στη μετατροπή του απλού εργαζομένου σε έρμαιο της τύχης, σ’ ένα είδος υποζυγίου που ζει μόνο ή κυρίως για να δουλεύει, δεν φαίνεται να απασχολεί τον κ. Τζόνστον, όπως και το ακροατήριό του. Το μόνο πρόβλημα είναι το πολιτικό κόστος. Το μόνο πρόβλημα είναι πώς θα απαλλαγούν από το βραχνά του λαού. Όμως και γι’ αυτό υπάρχει έτοιμη λύση στα συρτάρια του ΟΟΣΑ. Η λύση αυτή, κατά τον κ. Τζόνστον, είναι να πάψουν να έχουν δικαίωμα ψήφου οι συνταξιούχοι και να ψηφίζουν από τα 15 οι νέοι, «γιατί αυτοί θα αναλάβουν το κόστος της μελλοντικής ασφάλισης»!

To σύστημα της μισθωτής εργασίας γεvvήθηκε όταv η εργατική δύvαμη απέκτησε τηv ιδιότητα τoυ εμπoρεύματoς. Τo σύστημα αυτό, εvώ συvέτριψε όλες τις πρoηγoύμεvες δoξασίες, όλες τις πρoηγoύμεvες ρoμαvτικές αυταπάτες για τηv «πρoσωπική δoυλειά» και τα oφελήματά της, τις θρησκευτικές αγκυλώσεις και τις ηθικές αvαστoλές, έφερε μαζί τoυ τη δική τoυ ξεδιάvτρoπη ηθική: Για πρώτη φoρά η πείvα, η αvέχεια, η άμεση φυσική και κοινωνική εξαθλίωση τεράστιωv μαζώv απoτέλεσαv τo πρώτο και καθoριστικό στoιχείo για τηv αvάπτυξη τoυ σύγχρovoυ πoλιτισμoύ της κεφαλαιoκρατικής ιδιoκτησίας και της μισθωτής εργασίας. Έως τότε η φτώχεια και η εξαθλίωση απoτελoύσαv τo όριo της κoιvωvίας, απoτελoύσαv τηv απόδειξη πως η κoιvωvία δεv διαθέτει τηv απαιτoύμεvη παραγωγική ικαvότητα vα θρέψει τov πληθυσμό της. Η φτώχεια, δηλαδή, ήταv απoτέλεσμα της έλλειψης πoλιτισμoύ, τoυ χαμηλoύ επιπέδoυ αvάπτυξης τωv παραγωγικώv ικαvoτήτωv της κoιvωvίας. Αvτίθετα, τώρα η μαζική φτώχεια και η εξαθλίωση απoτελεί τη βασική πρoϋπόθεση για τηv αvάπτυξη τoυ πoλιτισμoύ, για τηv αvάπτυξη τωv παραγωγικώv ικαvoτήτωv και δυvατoτήτωv της κoιvωvίας. Απoτελεί, δηλαδή, τo φυσικό πλαίσιo, τo κoιvωvικό κίvητρo για τηv ύπαρξη της περιλάλητης «αγοράς εργασίας» και κατά συvέπεια της αvάπτυξης τoυ αστικoύ πoλιτισμoύ. Αυτό είvαι φαvερό σ’ όλες τις μεγάλες τεχvoλoγικές επαvαστάσεις, από τη βιoμηχαvική έως σήμερα, όπoυ η κάθε μία συvoδεύτηκε απo αvείπωτη μιζέρια και κoιvωvική καταστρoφή, τηv ίδια στιγμή πoυ ο αστικός πoλιτισμός κι o ιδιωτικός πλoύτoς γvώριζαν τρoμακτική άνθηση.
 Στα πρώτα ιστορικά βήματα του καπιταλισμού η αξία του εμπορεύματος «εργατική δύναμη» δεν αντιστοιχούσε σε τίποτε περισσότερο από τις φυσικές ανάγκες του μεμονωμένου εργάτη, δηλαδή σ’ αυτά που χρειαζόταν ο εργάτης «για να ζει, να εργάζεται και να διαιωνίζεται»[1]. O μεγάλος φυσιοκράτης και υπουργός οικονομικών των Λουδοβίκων, Τιργκό, έγραφε προς τα τέλη του 18ου αιώνα: «Ο κοινός εργάτης, που δεν έχει παρά μόνο τα χέρια του και την τέχνη του, κατορθώνει ν’ απολαμβάνει κάτι μόνο εφόσον καταφέρνει να πουλήσει σ’ άλλους την εργασία του. Την πουλά περισσότερο ή λιγότερο ακριβά, αλλά αυτή η τιμή, όσο κι αν είναι περισσότερο ή λιγότερο υψηλή ή χαμηλή, δεν εξαρτάται μονάχα από τον ίδιο: Προκύπτει από τη συμφωνία που συνάπτει μ’ εκείνον που καταβάλλει το τίμημα για την εργασία του. Ο τελευταίος τον πληρώνει όσο πιο λίγο μπορεί και καθώς έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό εργατών, προτιμά αυτόν που δουλεύει με τα λιγότερα. Οι εργάτες επομένως είναι αναγκασμένοι να μειώσουν την τιμή, καθώς βρίσκονται σ’ ανταγωνισμό μεταξύ τους. Σε κάθε είδους εργασία δεν μπορεί να μην συμβεί -και πραγματικά αυτό συμβαίνει- έτσι ώστε ο μισθός του εργάτη να περιορίζεται στα όσα είναι απολύτως απαραίτητα για τη δική του συντήρηση.»[2]. Ήταν η εποχή που μεγάλες μάζες της φτωχολογιάς της υπαίθρου και των πόλεων, μετατρέπονταν με τη βία σε κοινούς εργάτες, στοιβαγμένοι μέσα σε βιομηχανικά γκέτο και σε ποικίλα άσυλα για φτωχούς, που τ’ αποκαλούσαν «κοινωνικά νεκροταφεία» ή «ζωντανούς τάφους».
Όταν, όμως, ο απλός εργάτης λυτρώθηκε από την προσωπική του εξάρτηση στον συγκεκριμένο εργοδότη, βγήκε από τα γκέτο και γλύτωσε από τα άσυλα για φτωχούς, αντιμετώπισε την ανελέητη πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς». Τότε βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη ν’ αντιδράσει στα μεγάλα ρίσκα και στους συντριπτικούς κινδύνους τους που αντιμετωπίζει όποιος κινείται στην αγορά και ιδίως όποιος «φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το γδάρσιμο.»[3] Να βρει, δηλαδή, τρόπους να συνυπολογιστεί στην «τιμή της εργασίας» του ο κίνδυνος να μείνει ανήμπορος από εργατικό ατύχημα, ο κίνδυνος να μείνει άνεργος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο κίνδυνος ν’ αρρωστήσει και να μείνει χωρίς δουλειά και ο κίνδυνος της απόλυτης εξαθλίωσης, όταν γέρος κι ανήμπορος δεν θα μπορεί πλέον να συντηρεί τον εαυτό του.
Έτσι γεννήθηκε το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης, ως αναγκαία αμυντική διεκδίκηση όχι απλά του μεμονωμένου εργάτη, αλλά του συνόλου της τάξης. Μια αμυντική διεκδίκηση όχι μόνο ή κυρίως ενάντια στην απληστία της εργοδοσίας αλλά πρωταρχικά ενάντια στην έμφυτη ασυδοσία της αγοράς γενικά. Αν με τα αιτήματα για καλύτερο μεροκάματο, λιγότερες ώρες δουλειάς και καλύτερες συνθήκες εργασίας, η εργατική τάξη στράφηκε ενάντια στο κεφάλαιο ως εργοδοσία, με το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης στράφηκε ενάντια στην ίδια τη βάση ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, στην ίδια την αγορά. Μόνο έτσι η αξία της «εργατικής δύναμης», τα όρια αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία», λυτρώθηκαν από το επίπεδο των φυσικών αναγκών επιβίωσης του μεμονωμένου εργάτη και τέθηκαν σε νέα βάση, σε συλλογική κοινωνική βάση, δηλαδή στη βάση των συλλογικών κοινωνικών αναγκών της εργατικής τάξης.
Η διεκδίκηση της κοινωνικής ασφάλισης λειτούργησε αποφασιστικά ώστε οι εργάτες να υπερβούν τη μεμονωμένη διαπραγμάτευση των όρων πώλησης της προσωπικής τους εργατικής δύναμης. Ο εργάτης συνειδητοποίησε ότι η διαιώνισή του δεν μπορεί να είναι το ίδιο «όπως διαιωνίζεται με την αναπαραγωγή του είδους κάθε έμβιο ον»[4]. Αντίθετα, αν ήθελε να γλιτώσει από την καταθλιπτική μιζέρια, που τον καταδικάζει το «μεροδούλι-μεροφάι», έπρεπε άμεσα κι αποφασιστικά να δέσει οργανικά τ’ ατομικά του συμφέροντα και ανάγκες με τις συλλογικές κοινωνικές ανάγκες και συμφέροντα της δικής του ιδιαίτερης τάξης. Μόνο σ’ αυτή τη βάση θεμελιώθηκε η συνείδηση σε πλατιά στρώματα εργατών για την ανάγκη οργάνωσής τους στο συνδικάτο, όχι απλώς ως συλλογική άμυνα απέναντι στην εργοδοσία, αλλά ως κάτι πολύ περισσότερο: ως συγκροτημένη έκφραση μιας ιδιαίτερης κοινωνικής τάξης, των πωλητών του εμπορεύματος εργατική δύναμη, με ιδιαίτερες συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα. Έτσι ο εργάτης μπόρεσε να ξεπεράσει την κατάσταση «υποζυγίου», στην οποία τον είχε καταδικάσει εξαρχής το κεφάλαιο, και άρχισε να μετατρέπεται σε κοινωνικό υποκείμενο.
Από τότε η ίδια η κοινωνική ασφάλιση αποτελούσε για κάθε εργάτη μια άμεση, συνεχή πρακτική εκδήλωση της ταξικής του αλληλεγγύης, όχι μόνο ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της τάξης του αλλά και ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές της τάξης του. Η καταβολή από το δικό του προσωπικό υστέρημα στο «κοινό ταμείο» ήταν και παραμένει η έμπρακτη απόδειξη αυτής της ταξικής αλληλεγγύης ανάμεσα στον μεμονωμένο εργάτη και την τάξη του, αποτελεί την πρακτική επιβεβαίωση της οργανικής σύνδεσης των δικών του προσωπικών αναγκών και συμφερόντων με τις συλλογικές ανάγκες και συμφέροντα της τάξης του. Αυτή η πρακτική εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης μέσα από την κοινωνική ασφάλιση ήταν κάτι που μέτρησε ιδιαίτερα για το κεφάλαιο και το κράτος του, όταν αναγκάστηκε να εξετάσει στα σοβαρά την αναγκαιότητα εφαρμογής «κοινωνικής πολιτικής».
Η ύπαρξη συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης επιδρά άμεσα και αποφασιστικά στους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης αλλά και στο ίδιο το συλλογικό επίπεδο αναπαραγωγής της «ικανότητας προς εργασία». Η προσπάθεια από πλευράς της εργατικής τάξης να ελέγξει όλο και πιο αποφασιστικά τους όρους πώλησης της εργατικής της δύναμης συνδέεται αποφασιστικά με την ύπαρξη ισχυρού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Δίχως αυτά η εργατική πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρη για το γεγονός ότι καμιά δύναμη δεν μπορεί να τη σώσει από την υποβάθμιση των συνθηκών ζωής της, από τη μετατροπή σε εργαζόμενο «υποζύγιο». Επομένως η πάλη για την κοινωνική ασφάλιση δεν είναι ένας απλός αγώνας για τη διάσωση, την υπεράσπιση κάποιων κατακτήσεων. Η κοινωνική ασφάλιση συνδέεται οργανικά με τον τύπο και το χαρακτήρα της κοινωνίας που θέλουμε να έχουμε.


[1] William Petty, Political Economy of Ireland, London, 1672, p. 64.
[2] Turgot, Anne Robert Jacques, Baron De L’ Aulne, Reflections on the Formation and the Distribution of Riches (1770). Reprint of original book, 1898, p. 8.
[3] Κάρλ Μάρξ, Το Κεφάλαιο, τομ. πρώτος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1978), σελ. 189
[4] W. Petty, ο.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου