Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Το μυστικό της παγκοσμιοποίησης




Στην ιδιότυπη γλώσσα των κορυφαίων μάνατζερ, η παγκοσμιοποίηση αποτελούσε μια χαρακτηριστική «πολεμική κραυγή» που συνόδευε πάντα την επιθετική πολιτική εξαγορών – τις περισσότερες φορές εχθρικών – συγχωνεύσεων και «στρατηγικών συμμαχιών», ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Απ’ αυτό το όργιο εξαγορών, συγχωνεύσεων και συμμαχιών, προέκυψε ένα νέο επιχειρηματικό τοπίο στις κορυφές του πολυεθνικού κεφαλαίου, που αποτυπώθηκε με τον όρο «παγκόσμια επιχείρηση».
 Μ’ αυτό τον τρόπο προέκυψε κι ο πιο δημοφιλής ορισμός της παγκοσμιοποίησης: πρόκειται για την ραγδαία παγκόσμια επέκταση των επιχειρηματικών διασυνδέσεων σ’ όλα τα επίπεδα. Δηλαδή, της κίνησης των κεφαλαίων, των επενδύσεων, της παραγωγής, του μάνατζμεντ, των πωλήσεων, της εργασίας, πέρα κι έξω απ’ τα εθνικά σύνορα, με αποτέλεσμα την ισχυρή τάση σύγκλησης όλων των οικονομικών και πολιτικών μεταβλητών σε ενιαίες παγκόσμιες νόρμες.

Απέραντη σύγχυση κι αμηχανία

Ο όρος αυτός προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, υιοθετήθηκε κι απ’ τις δυνάμεις ιδεολογίας και πολιτικής του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας στον καπιταλιστικό κόσμο. Κι έτσι δεν συμβόλιζε πλέον απλά κάποιες παγκόσμιες επιχειρηματικές επιδιώξεις και στρατηγικές των πολυεθνικών, αλλά αποκτούσε μια έντονα μεταφυσική οντότητα. Άρχισε να αποδίδεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένα φυσικό φαινόμενο, μια τεκτονική μεταβολή ή ένα παλιρροιακό κύμα που με ακατάβλητο και καταναγκαστικό τρόπο ερχόταν να σαρώσει το έθνος-κράτος, καθώς και το σύστημα σχέσεων και ρυθμίσεων που στηριζόταν σ’ αυτό, ώστε να αποκαταστήσει τον ενιαίο και κυρίαρχο χαρακτήρα της παγκόσμιας αγοράς. Επομένως η κοινωνία δεν είχε παρά να υπομείνει τον καταναγκαστικό χαρακτήρα αυτής της περίεργης «θεομηνίας», ενώ αυτό που της έμενε ήταν να προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις «επιταγές των καιρών» με τις λιγότερες δυνατές συνέπειες.
Δεν είναι ν’ απορεί κανείς γιατί, μ’ αυτό το περιεχόμενο, η παγκοσμιοποίηση καθόλου δεν άργησε να μεταβληθεί σε κεντρικό σημείο αναφοράς, σε υπέρτατο ιδανικό της ιδεολογίας και της πολιτικής του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν ήταν πλέον μια απλή έκφραση των ιδιοτελών επιδιώξεων του πολυεθνικού κεφαλαίου στις νέες συνθήκες, αλλά αποκτούσε χαρακτήρα μιας καταναγκαστικής «αντικειμενικής αναγκαιότητας» για ολόκληρη την κοινωνία. Έτσι, καταλήξαμε σε μια νέα σκόπιμη σύγχυση ανάμεσα στο αντικειμενικό και το ιδιοτελές, ανάμεσα στην αναγκαιότητα και την ταξικά υστερόβουλη επιδίωξη. Πρόκειται για το ιδεολογικό προανάκρουσμα και το αναγκαίο επίχρισμα, μιας απροκάλυπτα ταξικής επίθεσης ενάντια στις εργαζόμενες τάξεις, στο όνομα της αναγκαίας προόδου της κοινωνίας.
Για σχεδόν δυό δεκαετίες μια συμμαχία συμφερόντων της παγκοσμιοποίησης του μονοπωλιακού κεφαλαίου φρόντισε – μ’ απίστευτο κυνισμό κι εντελώς απροκάλυπτο τρόπο – να διεξάγει έναν ολοκληρωτικό ταξικό πόλεμο, μ’ όλα τα διαθέσιμα πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά μέσα, ενάντια στην εργατική τάξη και τ’ άλλα εργαζόμενα στρώμματα της κοινωνίας. Αυτός ο ολοκληρωτικός πόλεμος δεν κατάφερε μόνο συντριπτικά πλήγματα στο συνολικό βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων, αλλά και στην ίδια την σκέψη της αριστεράς. Οπως για μεγάλες μάζες η κοινωνική διαμαρτυρία εκδηλώθηκε με κινήσεις τυφλής αγανάκτησης κι απόγνωσης, έτσι και για πολλούς στην αριστερά – τουλάχιστον απ’ όσους δεν έτρεξαν να ασπαστούν την νέα βίβλο του κεφαλαίου στο όνομα της «αναγκαίας προσαρμογής» – η αντικαπιταλιστική κριτική στην παγκοσμιοποίηση ταυτίστηκε με την ιδεολογικοποίηση μιας συναισθηματικής αντίδρασης στα τεκταινόμενα γενικά.
Στο στερέωμα της συναισθηματικής αγανάκτησης κι απόγνωσης, μεσουρανούν συγγραφείς που εκφράζουν άλλοτε αδέξια, συγκεχυμένα κι ένοχα, όπως ο Τζών Κέννεθ Γκάλμπρεϊθ, κι άλλοτε επιδέξια κι εύστοχα, όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, μια φαινομενολογική κριτική του υπάρχοντος, όπου συνοδεύεται πάντα από μια επίπεδη εικόνα της σύγχρονης πραγματικότητας. Στα σημερινά φαινόμενα περιθωριοποίησης, πόλωσης και φτώχιας, βλέπουν μονάχα την απάνθρωπη υστεροβουλία των ισχυρών, απ’ την μια, και, απ’ την άλλη, τις ανυποψίαστες μάζες-θύματα της παντοκρατορίας του «μεγάλου αδελφού». Τίποτε άλλο δεν υπάρχει. Ο καπιταλισμός παραμένει ίδιος κι απαράλλαχτος, μόνο η κερδοσκοπική αδηφαγία έχει αυξηθεί στον ένα πόλο και η συσσωρευμένη αθλιότητα στον άλλο. Κι έτσι τα πάντα εξηγούνται με σκοτεινές πολιτικές επιδιώξεις, ανίερες προθέσεις και σκοπιμότητες, διαβολικές συνωμοσίες και τραγικές συνέπειες.
Επόμενο είναι για όλους αυτούς ν’ αντιλαμβάνονται την παγκοσμιοποίηση ως μυθολογία, ως «ιδεολόγημα του συρμού», ως επινόηση των πολυεθνικών και του Λευκού Οίκου, ως μύθο που έχει σαν στόχο να ξεγελάσει την κοινωνία και την αριστερά. Έτσι ολόκληρη η αγωνία τους επικεντρώνεται σε μια απέλπιδα προσπάθεια ν’ αποδείξουν ότι δεν συμβαίνει τίποτε το αντικειμενικά πρωτότυπο, δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο, που πιθανόν να βρίσκεται πίσω απ’ τις σημερινές εξελίξεις. Ακόμη και η σημερινή τεχνολογική πρόοδος δεν δικαιολογεί αυτή την υπερβολική αναφορά σε «τεράστια άλματα».
Σ’ αυτού του είδους την κριτική της παγκοσμιοποίησης μπορεί ν’ απολαύσει κανείς απανωτές ανιστόρητες συγκρίσεις της σημερινής έκρηξης των επικοινωνιών με τις αλλαγές που επέφεραν η υπερπόντια ναυτιλία του 15ου και 16ου αιώνα, ή ο τηλέγραφος των αρχών του 19ου αιώνα. Έστω κι αν με την ίδια λογική μπορούμε να αρνηθούμε την σημασία όλων των τεχνολογικών επαναστάσεων που ακολούθησαν την εφεύρεση του τροχού και της φωτιάς. Άλλωστε, τι έφερε μεγαλύτερες αλλαγές στην ανθρωπότητα, ο τροχός και η φωτιά ή οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές; Με τον ίδιο επιδερμικό κι ανιστόρητο τρόπο συγκρίνεται η παγκόσμια αγορά του 18ου και 19ου αιώνα με την σημερινή, καθώς και η διεθνοποίηση των κρατών έως το 1913 με ότι συμβαίνει σήμερα. Κι όλα αυτά για να «αποδειχθεί» ότι δεν έχουμε δα και καμμιά πραγματική τεχνολογική έκρηξη, ούτε πρόκειται για κάποια πρωτότυπη διεθνοποίηση ή παγκοσμιοποίηση.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η αριστερά σήμερα δεν έχει καθήκον μόνο ν’ απαλλαγεί απ’ τους απολογητές της «αναγκαίας προσαρμογής», αλλά κι απ’ αυτή τη σύγχρονη εκδοχή του Λουδιτισμού. Μόνο που οι όψιμοι επίγονοί του δεν καλούν τους εργάτες να σπάσουν τις μηχανές, ή τους υπολογιστές, αλλά ν’ αρνηθούν και να καταγγείλουν, τυφλά και συλλήβδην, μαζί με τον καπιταλισμό κι οτιδήποτε άλλο  ανατρεπτικά καινούργιο έχει αναδειχθεί στη διάρθρωση, τόσο των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, όσο και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Το μόνο καινούργιο που αυτοί αναγνωρίζουν είναι η αυξημένη κακία και πανουργία των δυνάμεων του κεφαλαίου, του κατεστημένου, της «νέας τάξης», που επιχειρούν να εξαπατήσουν τους ανυποψίαστους εργαζόμενους, με μύθους και τεχνάσματα, όπως η παγκοσμιοποίηση. Αυτός ο σύγχρονος Λουδιτισμός, περισσότερο κι απ’ τον ιστορικό του πρόγονο, εγκλωβίζει σε μια παρωχημένη κριτική του υπάρχοντος απ’ την σκοπιά, είτε μιας ηθικολογικής «κοινωνικής δικαιοσύνης», είτε της επιστροφής σ’ ένα ιδεατό παρελθόν, όπου τα «έθνη-κράτη» βρίσκονταν στο απόγειό τους και βασίλευε η  κεϋνσιανή ρύθμιση των «ατελειών» της αγοράς.

Η ιστορική καινοτομία της νέας εποχής

Ποια είναι η ιστορική καινοτομία της νέας περιόδου;
Πρώτο: Μια τρομακτική έκρηξη επιστημονικο-τεχνικής εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων και των μέσων επικοινωνίας, που οι ρυθμοί της, το εύρος και το βάθος της δεν έχουν υπάρξει έως σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η υπολογιστική δύναμη της ανθρωπότητας διπλασιάζεται κάθε έξι μήνες, όταν μόλις μια δεκαετία πριν διπλασιαζόταν κάθε 1,5 χρόνο και τρεις δεκαετίες πριν διπλασιαζόταν κάθε 4 χρόνια. Η εφαρμογή έξυπνου αυτοματισμού δεν επαναστατικοποιεί πλέον μόνο την παραγωγική  διαδικασία, αλλά και τις δουλειές του γραφείου (Η/Υ). Σήμερα στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις και στις ανεπτυγμένες χώρες κάθε βιομηχανικό ρομπότ αντιστοιχεί σε 36 εργαζόμενες στην βιομηχανική σφαίρα, ενώ υπολογίζεται ότι έως το 2015 η αναλογία θα έχει κατέβει στους 12 εργαζόμενους. Η ίδια η παραγωγή και εφαρμογή σύγχρονης τεχνογνωσίας έχει μεταβληθεί σε μια ολόκληρη κοινωνική βιομηχανία που αγκαλιάζει πανεπιστήμια, επιχειρήσεις, κέντρα ερευνών, κρατικές υπηρεσίες, πρόσβαση σε φυσικούς πόρους, κλπ. Οι παραγωγικές ικανότητες της κοινωνίας δεν συγκρίνονται με καμμιά περίοδο της ιστορίας της. Μ’ αυτή την έννοια ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, η ανέχεια, η φτώχεια, η μιζέρια, η περιθωριοποίηση χάνει και τα τελευταία ερείσματα «ανεπάρκειας πόρων». Βρισκόμαστε σε μια εποχή υπερπληθώρας πόρων, και την ίδια ώρα τρομακτικών «κοινωνικών ελλειμμάτων». Χαρακτηριστική η περίπτωση με τα τρόφιμα και την πείνα. Την ίδια ώρα που κάμποσα εκατομμύρια πεθαίνουν κάθε χρόνο απ’ την πείνα, τα συνολικά παγκόσμια αποθέματα τροφίμων σήμερα υπερβαίνουν κατά 50% τις ανάγκες επαρκούς σίτισης ολόκληρου του πληθυσμού του πλανήτη. Κι ενώ πληθαίνουν οι νέο-μαλθουσιανικές ερμηνείες για την «πληθυσμιακή έκρηξη» του πλανήτη, που δήθεν εξηγεί την πείνα, την δυστυχία, την ανέχεια και τους πολέμους του «τρίτου κόσμου», ξεχνούν βολικά το γεγονός ότι  παρά την ραγδαία αύξηση του πληθυσμού, η παγκόσμια κατά κεφαλή παραγωγή τροφίμων αυξήθηκε κατά 25% την περίοδο 1990-97! Κι αυτό την ίδια ώρα που μεγάλες κατ’ εξοχήν προνομιακές αγροτικές περιοχές του πλανήτη, έχουν οδηγηθεί την πλήρη εγκατάλειψη, λόγω του διεθνούς καταμερισμού εργασίας που επιβάλουν οι πολυεθνικές.

Δεύτερο: Η ανάδειξη ενός νέου τύπου μονοπωλιακής συγκέντρωσης σε διεθνές επίπεδο. Μέσα από ένα ιστορικά πρωτοφανές όργιο εξαγορών, συγχωνεύσεων και συμμαχιών διαμορφώθηκε μια νέα επιχειρηματική πραγματικότητα στις κορυφές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Με στόχο να αντιμετωπιστούν τα χρόνια παραγωγικά πλεονάσματα, την χρόνια χαμηλή παραγωγική αξιοποίηση του παραγωγικού τους δυναμικού, μετατρέπονται σε όλο και περισσότερο ευέλικτα επιχειρηματικά πολυκλαδικά συγκροτήματα σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζουν υψηλά περιθώρια κέρδους ακόμη κι όταν ο βαθμός αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού δεν υπερβαίνει το 70%. Για να επιτευχθεί αυτό η πολυεθνική επιχείρηση όλο και περισσότερο σταματά να είναι Αμερικάνικη, Βρετανική ή Ιαπωνική και διαμορφώνεται σαν ένα τεράστιο δίκτυο θυγατρικών, συνεργαζόμενων, συμμαχικών, υπεργολαβικών, κλπ. επιχειρήσεων με πραγματικά διεθνοποιημένη παραγωγή.
Για πρώτη φορά σ’ ολόκληρη την ιστορία του καπιταλιστικού μονοπωλίου, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι ετήσιες πωλήσεις των ξένων θυγατρικών των πολυεθνικών ισοφαρίζουν τον τζίρο του παγκόσμιου εμπορίου. Για πρώτη στην ιστορία του καπιταλισμού οι ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς σε εμπορεύματα και υπηρεσίες ικανοποιούνται απευθείας όχι κυρίως μέσα απ’ το παγκόσμιο εμπόριο, αλλά όλο και περισσότερο απ’ την διεθνοποιημένη παραγωγή των θυγατρικών των πολυεθνικών. Το 1998 ενώ το παγκόσμιο εμπόριο εμπορευμάτων και υπηρεσιών έφτασε τα 6,57 τρισεκ. δολάρια, οι ετήσιες πωλήσεις των ξένων θυγατρικών των πολυεθνικών ξεπέρασαν τα 11,4 τρισεκ. δολάρια[1]. Ενώ για το 1999 εκτιμάται ότι η διαφορά θα υπερβαίνει τη σχέση 1:2.  
Αυτή η ευέλικτη διεθνής παραγωγική δικτύωση επιτρέπει με το μικρότερο δυνατό κόστος να μετακυλίσει η παραγωγή από το ένα έθνος στο άλλο έθνος, από μια περιοχή σ’ άλλη περιοχή, από ήπειρο σε ήπειρο, μεγιστοποιώντας τα περιθώρια κέρδους, αξιοποιώντας συνεχώς τα καλύτερα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» που προσφέρει η κάθε αγορά, σε όρους ζήτησης, τιμών, κόστους κεφαλαίου και εργασίας, πολιτικής κατάστασης. Η λειτουργία αυτή σε παγκόσμιο επίπεδο επιβάλλεται από την ανάγκη οι πολυεθνικές να βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα να θυσιάσουν εάν χρειαστεί ακόμη και τομείς της συνολικής τους επιχειρηματικής δράσης, ακόμη και στην χώρα όπου έχουν την έδρα τους, έστω προσωρινά, για να αντιμετωπίσουν τον οξυμένο διεθνή ανταγωνισμό, αλλά και τα κύματα γενικευμένης αστάθειας των αγορών, δίχως να επηρεαστούν σοβαρά τα περιθώρια κέρδους.             
Τρίτο: Την ανάδειξη ενός νέου εκρηκτικού μίγματος οικονομίας και πολιτικής, μέσα από την κυρίως υπερεθνική συνένωση, συνάρθρωση του πολυεθνικού κεφαλαίου και του αστικού κράτους. Η αποδιάρθρωση-αποσάθρωση των εθνικών συστημάτων κρατικομονοπωλιακής ρύθμισης, μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις, τις πολιτικές απορύθμισης, κλπ. δεν σήμανε καθόλου την υποχώρηση του ρόλου του αστικού κράτους. Αντίθετα, ο οικονομικός ρόλος του κράτους έχει ενισχυθεί, έχει περισσότερο διεθνοποιηθεί μέσα από τους μηχανισμούς διεθνούς ρύθμισης και διεύθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, οι οποίοι αποτελούν και προνομιακό πεδίο συνάρθρωσης ισχυρών και εξαρτημένων κρατών με το πολυεθνικό κεφάλαιο.
Τέταρτο: Την ανάδειξη μιας νέας σε μεγάλο βαθμό παγκόσμιας «αγοράς εργασίας». Στο σημερινό ευέλικτο πολυεθνικό-πολυκλαδικό μονοπώλιο αντιστοιχεί μια ευέλικτη αγορά εργασίας, όπου ο εργαζόμενος θα συμπεριφέρεται περισσότερο ως ρευστή εμπορεύσιμη εργατική δύναμη, δηλαδή σαν επιχειρηματίας του εαυτού του, δίχως κανενός είδους εξασφαλίσεις, κεκτημένα, προϋποθέσεις και δικαιώματα. Κι αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε να «ομογενοποιηθεί» η αγορά εργασίας, όσο το δυνατόν, και να συμπιεστεί το «κόστος εργασίας» ακόμη και της πιο υψηλά εξειδικευμένης εργατικής δύναμης.
Οπως στα μάτια ενός κοσμοπολίτη του 18ου αιώνα η διεθνοποίηση, ταυτιζόταν με τις διεθνείς σχέσεις των κατόχων  εμπορευμάτων, του 19ου αιώνα με τις διεθνείς σχέσεις των κατόχων κεφαλαίου, έτσι και σήμερα ταυτίζεται με την ομογενοποίηση της αγοράς που φέρνουν οι πολυεθνικές. Ωστόσο, αυτό δεν έρχεται ως αποτέλεσμα της διεθνοποίησης της παραγωγής και των κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως αντίδραση σ’ όλα αυτά.  


Τι σημαίνουν όλα αυτά για την εργατική τάξη;

1.      Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ένα τεράστιο συνοθύλευμα θεωρητικών, αναλυτών κι ειδικών του παγκόσμιου καπιταλισμού έγνεφαν υποκριτικά «αντίο στο προλεταριάτο» και προσπαθούσαν να μας πείσουν πως η εργατική τάξη απορροφήθηκε απ’ τα «μεσαία στρώματα», αστοποιήθηκε μέσα απ’ τον «καταναλωτισμό» και την διευρυμένη «κοινωνική ευημερία», που κυριαρχούσε κυρίως στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Σήμερα, ακόμη κι αυτοί που έγνεφαν «αντίο στο προλεταριάτο» ανακαλύπτουν προς μεγάλη τους έκπληξη πως η εργατική τάξη, το προλεταριάτο όχι μόνο υπάρχει, διευρύνεται κι εξακολουθεί ν’ αποτελεί τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων του πολυεθνικού κεφαλαίου. Σήμερα, ακόμη και τα πιο «ενσωματωμένα», τα πιο «μικροαστικά» και τα πιο επιρρεπή στον «καταναλωτισμό» και την «κοινωνική ευημερία» τμήματα της εργατικής τάξης, δίνουν το αγωνιστικό τους παρών μέσα από κινήματα και κοινωνικές εκρήξεις ακόμη και στις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού, εξαναγκάζοντας ακόμη και παραδοσιακά συμβιβασμένα συνδικάτα και οργανώσεις ν’ αναγνωρίσουν τις αναγκαιότητες της ταξικής πάλης. Δείτε τι συμβαίνει στις ΗΠΑ με τις κινητοποιήσεις για την παγκοσμιοποίηση, που γίνονται κάτω απ’ την αιγίδα του πιο συμβιβασμένου συνδικάτου στον καπιταλιστικό κόσμο, την AFL-CIO.

2.      Σήμερα όσο ποτέ άλλοτε η πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού σε εθνικό επίπεδο δένεται οργανικά όχι με μια χιλιαστική και πολλές φορές υποκριτική προσμονή της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά με την διεθνική οπτική της συλλογικής δράσης του προλεταριάτου. Προνομιακό επίπεδο οργάνωσης κι ανάπτυξης της ταξικής πάλης έχει γίνει πλέον το διεθνικό επίπεδο. Οι διεθνείς όροι των αντιθέσεων παίζουν σήμερα καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της πάλης του προλεταριάτου ακόμη και στο επίπεδο του συνδικαλιστικού κινήματος. Παράδειγμα: οι κινητοποιήσεις για την παγκοσμιοποίηση. Κι αυτό με την έννοια ότι η πορεία του κινήματος σε μια χώρα επηρεάζεται από την εξέλιξη της πάλης στις άλλες χώρες.

3.      Ο καπιταλισμός για πρώτη φορά στην ιστορία δεν μπορεί πλέον να κρατήσει τις «ταξικές ισορροπίες» μέσα από την μαζική εξαγορά τμημάτων της εργατικής τάξης ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή κρίση της εργατικής αριστοκρατίας. Εδώ βρίσκονται και οι ρίζες του κρίσης του σοσιαλρεφορμισμού και γενικότερα του παραδοσιακού ρεφορμισμού, ο οποίος χάνει τα κοινωνικά του στηρίγματα και βασίζεται όλο και περισσότερο στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει πως το κυρίαρχο σύστημα δεν μπορεί να εξαγοράζει τμήματα κατά καιρούς, αλλά δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει με την οικονομική και κοινωνική του πολιτική την περίφημη εργατική αριστοκρατία. Εδώ οφείλεται και η βαθύτατη κρίση του «κοινωνικο-εταιρικού» συνδικαλισμού στη Δυτ. Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ. O ίδιος ο ρεφορμισμός που γνωρίσαμε ιστορικά στο εργατικό κίνημα βρίσκεται στο τέλος του. Σε μια εποχή όπου οι όροι αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου, δεν επιτρέπουν λίγο ως πολύ σταθερές μεταρρυθμίσεις εκτόνωσης των εσωτερικών του ταξικών αντιθέσεων, ο παραδοσιακός ρεφορμισμός χάνει το αυτοτελές έδαφος πάνω στο οποίο αναπτυσσόταν τόσα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο που απ’ την εποχή που γεννήθηκαν οι πρώτες αντιλήψεις μεταρρυθμιστικού ρεφορμισμού, η κεντρική του προβληματική βασιζόταν στην δυνατότητα του ίδιου καπιταλισμού να μετεξελίσσεται κοινωνικά, ν’ αλλάζει σταδιακά τον χαρακτήρα του. Σήμερα, κανείς πιά δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα, το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι όπως και να καταλαβαίνει κανείς το καπιταλιστικό σύστημα – ως παράδεισο, ως κόλαση ή ως καθαρτήριο – δεν υπάρχει πλέον καμμιά πιθανότητα διαφυγής απ’ αυτό. Αυτό δεν σημαίνει πως έχει ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για την επαναστατική αποκατάσταση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Απλά σημαίνει ότι ο κύριος κίνδυνος ρεφορμιστικού εκφυλισμού του εργατικού κινήματος δεν προέρχεται πλέον απ’ τις παραδοσιακές μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις, αλλά απ’ τις λογικές που αποσυνδέουν την σημερινή πάλη του κινήματος απ’ τους τελικούς του σκοπούς, που αρνούνται να ζυμώσουν από σήμερα και με συγκεκριμένο τρόπο αυτά που ονόμαζε ο Λένιν ως θετικά συνθήματα, δηλαδή το πως θ’ απαντήσει η πρωτοπορία στα συγκεκριμένα ζωτικά προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων όταν έλθει στην εξουσία. Έστω κι αν αυτή η απόσπαση ντύνεται μ’ αμιγώς επαναστατική και κομμουνιστική φρασεολογία. 

4.      Η μακροπρόθεσμη οικονομική αστάθεια του καπιταλισμού δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες και για μακροπρόθεσμη πολιτική αστάθεια. Επίθεση στην δημοκρατία, απονέκρωσή της με καπιταλιστικούς όρους. Η κοινωνικο-οικονομική ανασφάλεια βασικός μοχλός απομάκρυνσης των μαζών από την πολιτική και την άσκηση της δημοκρατίας. Ωστόσο, η κορύφωση της κοινωνικής ανασφάλειας κι η αποκαθήλωση της πολιτικής ομαλότητας αυτός αποτέλεσαν ιστορικά δυό απ’ τους πιο θεμελιώδεις όρους για την είσοδο σε εποχές μεγάλων επαναστατικών εκρήξεων. Απ’ αυτή την άποψη ο σύγχρονος καπιταλισμός, αν και «νικητής» της ιστορικής σύγκρουσης με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, φαίνεται ότι προετοιμάζει μια νέα εποχή μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων, ισχυρών και παρατεταμένων κοινωνικών κλονισμών. Το μόνο ερώτημα που υπάρχει είναι αν θα υπάρξει συντεταγμένη σύγχρονη επαναστατική πρωτοπορία, απαλλαγμένη απ’ τις κληρονομικές αγκυλώσεις, έτοιμη ν’ αποτελέσει την «ιστορική συνείδηση» της νέας εποχής.

5.      Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι η πάλη ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη κι αυτονόητα, ακόμη και για τους οικονομικούς όρους διαπραγμάτευσης της εργατικής δύναμης, παίρνει τις διαστάσεις της πάλης για την ανατροπή του συνόλου των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, για την υπέρβαση του ίδιου του καπιταλισμού. Εδώ βρίσκονται οι μεγάλες ευκαιρίες, αλλά και οι τεράστιες δυσκολίες. Ακόμη και οι απλοί οικονομικοί αγώνες της εργατικής τάξης σήμερα οδηγούνται όλο και πιο άμεσα στο ερώτημα ποιος – ποιόν. Μ’ αυτή την έννοια η αριστερά δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε μάχες οπισθοφυλακής μόνο για τα κεκτημένα, αλλά όλο και περισσότερο να δίνει την μάχη της προοπτικής, της αναγκαίας σοσιαλιστικής προοπτικής.   

6.      Οι μορφές οικονομικο-πολιτικής εξάρτησης έχουν αποκτήσει σήμερα περισσότερο καθολικό κι ολόπλευρο χαρακτήρα για τις εξαρτημένες χώρες του παγκόσμιου καπιταλισμού. Δεν αφορούν πλέον τις προνομιακές σχέσεις εξάρτησης με κάποιο «μητροπολιτικό κέντρο», αλλά εκπορεύονται κατευθείαν απ’ την ίδια την παγκόσμια αγορά και τον βαθμό μονοπώλησής της. Γι αυτό και σήμερα η πάλη για την εθνική ανεξαρτησία, συνδέεται οργανικά με την πάλη όχι απλά και μόνο ενάντια στα ιμπεριαλιστικά «μητροπολιτικά κέντρα», αλλά ενάντια στην ίδια την κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς. Με άλλα λόγια, η πάλη για την εθνική ανεξαρτησία δεν μπορεί πλέον να γίνεται απλά και μόνο με όρους εθνικής αποκατάστασης ή εθνικής ανάπτυξης, όπως την εποχή των αντι-ιμπεριαλιστικών κι αντιαποικιακών εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων, αλλά όλο και περισσότερο απ’ την σκοπιά μιας όλο και βαθύτερης αντι-καπιταλιστικής οπτικής. Ακριβώς γι αυτό τον λόγο, παρατηρούμε σήμερα πόσο εύκολα «συγκλίνουν» εθνικο-πατριωτικά αιτήματα με βαθύτερες αντικαπιταλιστικές λογικές, όπως π.χ. συμβαίνει στα ανερχόμενα αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα στην Λατινική Αμερική. Οπως επίσης και το πόσο εύκολα και γρήγορα εκφυλίζονται τα εθνικά κινήματα σε άκρως αντιδραστικά μονοπάτια, όταν αρνούνται να μπολιαστούν απ’ την πάλη ενάντια στην κυριαρχία της παγκόσμιας αγοράς και του πολυεθνικού κεφαλαίου.

7.      Απέναντι στις παγκόσμιες και περιφερειακές υπερεθνικές κρατικο-μονοπωλιακές «ολοκληρώσεις», το προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να διεκδικήσει όχι μόνο τον απεγκλωβισμό του απ’ τις αντιδραστικές λογικές και τα ασφυκτικά πλαίσια που του επιβάλλονται άνωθεν, αλλά και να αντιτάξει την αναγκαία όσο ποτέ ελεύθερη συνένωση των εθνών, τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, που δεν θα στηρίζεται σε κανενός είδους καταναγκασμό, οικονομικό ή άλλο, ούτε στη βία και τα οιαδήποτε προνόμια. Μια ελεύθερη συνένωση των εθνών, που δεν θα στηρίζεται στην απελευθέρωση των αγορών και του εμπορίου, αλλά στην υπέρβαση της αγοραίας κι εμπορευματικής λογικής, μέσα απ’ την απελευθερωτική δύναμη της συλλογικής σχεδιοποιημένης διάχυσης σ’ όλους τους λαούς των ωφελημάτων από τις νέες παραγωγικές δυνάμεις, την επιστήμη και την τεχνολογία, τον πολιτισμό και την επικοινωνία, της περιβαντολογικής ανάπτυξης και της οικολογικής ισορροπίας. Μακριά από προτεκτοράτα και οργανισμούς-χωροφύλακες. Δίχως λεόντειες προτιμησιακές σχέσεις, πλούσιους και φτωχούς συγγενείς, περιούσιους λαούς και λαούς-παρίες. Οι συνενώσεις αυτές δεν θα είναι οικονομικά και πολιτικο-στρατιωτικά φρούρια.  

8.      Αν στην εποχή του Λένιν, ο νέος τύπος καπιταλισμού που αναδεικνυόταν έφερνε τον σοσιαλισμό να φαίνεται απ’ όλα τα παράθυρα, σήμερα απ’ όλα τα παράθυρα του σύγχρονου καπιταλισμού μας κοιτά ο κομμουνισμός.

Το τραγικό δυστύχημα της συγκυρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η κομμουνιστική αριστερά βρίσκεται πολύ πίσω σε επίπεδο οραμάτων και προσδοκιών, όχι μόνο σε σχέση με την ιστορία της, αλλά και σε σχέση με τα πιο πολιτισμένα τμήματα της εργατικής τάξης. Γι αυτό και αναζητά καταφύγιο στην κοινωνική διαμαρτυρία των πιο καθυστερημένων στρωμμάτων της κοινωνίας. Δυστυχώς, για πολλούς στην αριστερά είναι αρκούντως πιο εύκολο και βολικό να ασκούν κριτική στο υπάρχον με όρους σκληρής καταγγελίας και γενικής άρνησης, παρά να κατανοήσουν τις ρίζες των πραγματικών αντιθέσεων κι έτσι να βρεθούν στη δύσκολη θέση ν’ αναπτύξουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο για το μέλλον. Υπάρχει άλλωστε το άλλοθι του συσχετισμού των δυνάμεων και οι γενικές αναφορές στον σοσιαλισμό. Για τα υπόλοιπα αρκούν οι τετριμμένες εξάρσεις ενός μικροαστικού και γραφειοκρατικού επαναστατισμού.  

Δημήτρης Καζάκης 
Ομιλία στην εκδήλωση της Α/συνέχιας στο Δημαρχείο της Νίκαιας με θέμα: «Εργατική τάξη και Παγκοσμιοποίηση»
8 Μαίου 2000   



[1] UNCTAD, World Investment Report 1999, p. 9.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου