Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ομιλία στην Ένωση Γραφιστών Ελλάδας


Το πρόβλημα της κρίσης σήμερα δεν πρέπει να το βλέπουμε σαν ένα απλό οικονομικό ζήτημα. Δεν είναι υπόθεση των οικονομολόγων να αναλύσουν την κρίση. Ούτε η ουσία της έχει σχέση απλά και μόνο με τη διακύμανση των οικονομικών δεικτών και τη διάρκειά της. Αν μείνει κανείς σ’ αυτά το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι απλά να περιγράψει κάποια από τα επιφαινόμενα και να μένει μόνο σε διαπιστώσεις.
Για να προσεγγίσει λοιπόν κανείς τη σημερινή κρίση χρειάζεται να εφαρμόσει ορισμένα θεμελιώδη κριτήρια.

Πρώτο: το κριτήριο της ολότητας. Δηλαδή να αντιλαμβάνεται τις διαδικασίες της κρίσης στην ολότητά τους. Κι αυτό απαιτεί να αντιλαμβάνεται την κρίση στο σύνολο των σχέσεων όχι μόνο στο επίπεδο κεφαλαίο-εργασίας, αλλά και στο επίπεδο σχέσεων κράτους-κεφαλαίου, όπως και στο επίπεδο των σχέσεων στις κορυφές του ίδιου του κεφαλαίου.
Δεύτερο: το κριτήριο της ιστορικότητας. Δηλαδή να αντιλαμβάνεται την κρίση όχι σαν ένα φαινόμενο που μοιραία επαναλαμβάνεται στον καπιταλισμό, αλλά ως μια κάθε φορά ιστορικά πρωτότυπη διαδικασία που εξαναγκάζει τον ίδιο τον καπιταλισμό να αναθεωρήσει το σύνολο της εσωτερικής του αρχιτεκτονικής. Κι επομένως ως μια ιστορική ευκαιρία για τους καταπιεσμένους της κοινωνίας για να απαλλαγούν από τα δεσμά τους.
Τρίτο: το κριτήριο της διάκρισης του μόνιμου και του συγκυριακού. Δηλαδή να ξεχωρίζει το προσωρινό, το συγκυριακό της διακύμανσης των οικονομικών δεικτών με το πιο μόνιμο χαρακτηριστικό αυτής της κρίσης, που είναι η αναζήτηση ενός νέου ιστορικού πλαισίου συσσώρευσης και αξιοποίησης του κεφαλαίου. Κι επομένως τα μέτρα που παίρνονται σήμερα ενάντια στην εργασία και την κοινωνία δεν είναι προσωρινά, πρόσκαιρα, παροδικά, ούτε επιδιώκουν απλά να ρίξουν τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων, αλλά να οικοδομήσουν το αναγκαίο ταξικό υπόβαθρο μιας νέας εξόρμησης για μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους για το κεφάλαιο. Διέξοδος από την κρίση για το κεφάλαιο δεν σημαίνει απλά να πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα σπασμένα, αλλά μια ακόμη πιο απότομη και σταθερή καθίζηση, υποβάθμιση, της εργατικής δύναμης προκειμένου το κεφάλαιο να πετύχει μεγαλύτερα ποσοστά κέρδους.
Τέταρτο: το κριτήριο της κυρίαρχης τάσης. Δηλαδή ποια είναι η τάση που κυριαρχεί σε κάθε στιγμή. Καταστροφή ή ανασυγκρότηση; Κρίση ή επέκταση; Είναι προφανές ότι η σημερινή κρίση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, δίχως ακόμη να έχει εκδηλώσει ολόκληρο το καταστροφικό της δυναμικό. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι καταρρεύσεις στην παγκόσμια οικονομία είναι ιστορικά πρωτοφανείς σε ταχύτητα και σφοδρότητα, ακόμη και σε σχέση με το κραχ του 1929. Το παγκόσμιο σύστημα, παρά τα πακέτα διάσωσης, παρά τα τρις που σπαταλούν οι ηγεσίες του ιμπεριαλισμού για την τόνωση της οικονομίας, παρά τις θριαμβολογίες για τους G-20, απέχει πολύ από την έστω και προσωρινή του ανάκαμψη. Και το κυριότερο όλο και περισσότερο γίνεται φανερό ότι μια ενδεχόμενη ανάκαμψη με τους σημερινούς όρους ενέχει άμεσα τον κίνδυνο ενός νέου ακόμη πιο μεγάλου, ακόμη πιο ισχυρού κραχ.
Πέμπτο: το κριτήριο της ταξικότητας. Δηλαδή πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η κρίση δεν είναι ένα οικονομικό φαινόμενο που αφορά τη διαχείριση του καπιταλισμού. Αντίθετα είναι ο τρόπος που ξέρει ο καπιταλισμός να λύνει προσωρινά τις αντιθέσεις του και να ανασυγκροτεί τους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό του. Κι επομένως η κρίση σηματοδοτεί διαφορετικά πράγματα για κάθε τάξη. Αν για το κεφάλαιο η κρίση αποτελεί μια αναγκαστική, υποχρεωτική αναθεώρηση των βάσεων και των λειτουργιών του, για την εργατική τάξη σηματοδοτεί την ιστορική ευκαιρία να αναμετρηθεί με το σύστημα σαν τέτοιο. Ενώ είναι σωστό ότι οι κρίσεις δεν γεννούν από μόνες τους επαναστάσεις, είναι επίσης σωστή η εκτίμηση του 3ου παγκόσμιου συνεδρίου της Κ. Δ. που θεωρούσε ότι η επαναστατική φύση της εποχής που χαρακτηρίζεται από μια τέτοια ιστορική κρίση βρίσκεται στο γεγονός ότι ακόμη και οι πιο «μέτριες» διεκδικήσεις των εργαζόμενων μαζών είναι τόσο ασυμβίβαστες με την ίδια την ύπαρξη και την ανασυγκρότηση του καπιταλισμού, που η ανάπτυξη της πάλης γι’ αυτές, παίρνουν τις διαστάσεις «ενός αγώνα για τον κομμουνισμό.» Έτσι σε συνθήκες ιστορικής κρίσης ακόμη και ο πιο μετριοπαθής αγώνας για το μεροκάματο μπορεί να αποκτήσει τέτοιες διαστάσεις που μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια μεγάλη επαναστατική ανατροπή.
Έκτο: το κριτήριο της κομματικότητας. Δηλαδή ποια είναι η ταξική σκοπιά μέσα από την οποία αναλύει κανείς την κρίση. Όπως δεν υπάρχει ουδέτερη κρίση, έτσι δεν υπάρχει και ουδέτερη ανάλυση της κρίσης. Διαφορετικές αναλύσεις της κρίσης οδηγούν αναγκαστικά σε διαφορετικά συμπεράσματα για την ταξική πάλη, για τον τρόπο που πρέπει να παλέψει η εργατική τάξη. Επομένως ο τρόπος που κάποιος αναλύει την κρίση φανερώνει την ταξική οπτική του, αποκαλύπτει τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ρόλο του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό και όποιος είναι συνειδητός αγωνιστής της εργατικής τάξης, πολύ περισσότερο όταν είναι συνειδητά ταγμένος στην ιστορική της αποστολής, δεν μπορεί να αδιαφορεί για τις διαφορετικές αναλύσεις ιδίως γι’ αυτές που κυκλοφορούν στην αριστερά. Ούτε μπορεί να ικανοποιείται με τις αντικαπιταλιστικές ρητορείες με τις οποίες μεταμφιέζονται οι ουσιαστικά αστικές αναλύσεις της κρίσης που υιοθετούνται σήμερα από την αριστερά και ιδίως την κομμουνιστική αριστερά.
Η σημερινή κρίση, η ουσία της και τα μέτωπα που αναδεικνύει αποτελούν προνομιακή υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης και του κινήματός της. Κι αυτό γιατί θέτει άμεσα και πρακτικά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κοινωνικής προοπτικής, θέτει αμείλικτα ερωτήματα για την βιωσιμότητα του καπιταλισμού ως συστήματος. Σήμερα το κυρίαρχο ερώτημα που θέτει η ίδια κρίση δεν είναι αν, πότε και πως θα βγούμε από αυτήν, αλλά το αν μπορεί να συνεχίσει να ζει η κοινωνία υπό το καθεστώς της καπιταλιστικής «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», αν μπορεί να επιβιώσει η ανθρωπότητα σε συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλιστικού κέρδους. Κι αυτό το αντιλαμβάνονται πρώτοι οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού. Οι Φαϊνάσιαλ Τάιμς έχουν καθιερώσει εδώ και μερικές εβδομάδες μια μόνιμη στήλη με γενικό τίτλο το «μέλλον του καπιταλισμού». Και είναι για πρώτη φορά στην ιστορία του που ο παγκόσμιος καπιταλισμός και οι εκπρόσωποί του δεν είναι σε θέση να προσφέρουν στην κοινωνία ούτε καν την αυταπάτη μιας κάποιας ελπίδας για το μέλλον.
Ο καπιταλισμός έχει μετατραπεί ανοιχτά πια σε συνώνυμο όχι απλά και μόνο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, αλλά και της πιο απόλυτης βαρβαρότητας, της πιο απόλυτης καταστροφής.
Τι χρειάζεται να γνωρίζουμε για την σημερινή κρίση;
Καταρχήν πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν πρόκειται για μια τυπική κυκλική κρίση. Ακόμη και οι αστοί αναλυτές, τουλάχιστον οι πιο σοβαροί, την συγκρίνουν με την «Μεγάλη Ύφεση» του 1929. Κι αυτό όχι μόνο για την σφοδρότητά της. Ο κλασσικός οικονομικός κύκλος, με τον οποίο είχαμε μάθει να ερμηνεύουμε την κρίση στον καπιταλισμό, έχει πάψει να αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση της υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου για τις τελευταίες σχεδόν δυο δεκαετίες.
Η τελευταία φορά που έκανε την εμφάνισή του ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και την Ιαπωνία και ουσιαστικά σηματοδότησε το τέλος της μεγάλης διαρθρωτικής κρίσης που είχε ξεσπάσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και χαρακτήρισε ολόκληρη την δεκαετία του ’80. Πρόκειται για την μακρόχρονη κρίση του «στασιμοπληθωρισμού», όπως την είχαν ονομάσει οι αστοί οικονομολόγοι.
Αν λοιπόν η σημερινή κρίση δεν είναι μια τυπική κυκλική κρίση, τότε τι είναι; Πρόκειται για μια ιστορικού τύπου κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, μια παγκόσμια γενικευμένη διαρθρωτική κρίση, η οποία πρέπει να κατανοείται σαν μια μακρόχρονη πορεία αναγκαστικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού μέσα βεβαίως από επώδυνες καταστροφές, που δεν περιορίζονται απλά και μόνο στη σφαίρα της οικονομίας.
Αν και οι κρίσεις ιστορικού τύπου του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι μοναδικές στον τρόπο που εκδηλώνονται και κλιμακώνονται σε κάθε εποχή, ωστόσο από οικονομική άποψη μπορούμε να πούμε ότι έχουν τα εξής γενικά χαρακτηριστικά:
  1. Πρόκειται για παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, αν και έχει σαν επίκεντρο της πάντα την πιο ισχυρή οικονομία της παγκόσμιας αγοράς.
  2. Η πορεία της δεν εξαρτάται άμεσα από την πορεία των οικονομικών δεικτών, αλλά από τους ρυθμούς συσσώρευσης του κεφαλαίου παγκόσμια. Έτσι η κρίση αυτή δεν εξαρτάται από τους όποιους αρνητικούς ή θετικούς δείκτες, αλλά από τις δυνατότητες που δημιουργούνται για ένα νέο δυναμικό κύμα συσσώρευσης διεθνώς.
  3. Το βασικό γνώρισμα της κρίσης αυτού του τύπου είναι μια βίαιη, μακρόχρονη «συστολή» της παγκόσμιας κίνησης του κεφαλαίου.
  4. Η κρίση αυτή εκδηλώνεται κυρίως στη διακύμανση του μέσου ποσοστού κέρδους για το κεφάλαιο σε διεθνές επίπεδο.
Σαν την σημερινή κρίση, ο παγκόσμιος καπιταλισμός, έχει γνωρίσει άλλες τρεις ανάλογες ιστορικές κρίσεις. Την περίοδο του 1873-1896, 1914-1948, 1974-1992. Η ουσία αυτών των διαρθρωτικών κρίσεων βρίσκεται στην εσωτερική ανάγκη του καπιταλισμού να εξασφαλίσει την παράταση της ζωής του μέσα από την αναμόρφωση του συνόλου των παραγωγικών του σχέσεων, διατηρώντας, διευρύνοντας και βαθαίνοντας τον εκμεταλλευτικό του χαρακτήρα. Αυτό όμως γίνεται αναγκαστικά μέσα από συγκρούσεις ταξικού χαρακτήρα, που η έκβασή τους δεν μπορεί να προκαθοριστεί εξαρχής. Γι’ αυτό και οι κρίσεις αυτού του τύπου δεν χαρακτηρίστηκαν μόνο από την επίθεση του κεφαλαίου, ούτε απλά από εντυπωσιακές διακυμάνσεις της οικονομίας, αλλά χαρακτηρίστηκαν πρώτα και κύρια από μεγάλες ταξικές συγκρούσεις, ιστορικές κοινωνικές αναμετρήσεις που έθεσαν άμεσα και πρακτικά υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού.
Οι Μάρξ και Ένγκελς ήταν οι πρώτοι που παρατήρησαν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της πρώτης γενικευμένης διαρθρωτικής κρίσης που γνώρισε ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Παρατήρησαν και ανέλυσαν την εποχή που το κεφάλαιο με ορμητήριο τις πιο ισχυρές χώρες του βιομηχανικού καπιταλισμού – με πρώτη και κύρια τη Βρετανία – υπέταξε το διεθνές εμπόριο και παρέσυρε στη δίνη της παγκόσμιας αγοράς όλο και περισσότερες χώρες, σε μια διαρκή προσπάθεια να βρει νέες αγορές για να εμπορευθεί, να εξάγει κεφάλαιο και να αντλήσει «πρόσθετο κέρδος». Αυτή η εξόρμηση του βιομηχανικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής, αλλά και την δημιουργία μιας τέτοιας «πληθώρας κεφαλαίου»[1], η οποία δεν μπορούσε πλέον να παρακολουθηθεί από την επέκταση της ίδιας της παραγωγής, αλλά ούτε και να απορροφηθεί από τις κλασσικές δομές οργάνωσης του βιομηχανικού καπιταλισμού. Έτσι, ιδίως μετά το μεγάλο κραχ του 1873, που ισοπέδωσε τα μεγάλα χρηματιστικά κέντρα της εποχής – το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Παρίσι και τη Νέα Υόρκη – άρχισε βαθμιαία να διαμορφώνεται μια νέα κυρίαρχη πραγματικότητα, όπου «…η συσσώρευση – όπως παρατηρούσε ο Ένγκελς – προχώρησε με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα, και μάλιστα έτσι, που σε καμμιά βιομηχανική χώρα, και λιγότερο από όλες στην Αγγλία, η επέκταση της παραγωγής δεν προλάβαινε να συμβαδίζει με την επέκταση της συσσώρευσης»[2].
Το τσουνάμι αυτής της πρώτης γενικευμένης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, αφού αγκάλιασε ολόκληρη τη κλαδική και μη διάρθρωση του οικοδομήματος των ισχυρών οικονομιών, επέβαλε μια συνολική αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση του εργοστασιακού καπιταλισμού, που είχε προκύψει απ’ την βιομηχανική επανάσταση. Μέσα από αυτή τη συνολική ανασυγκρότηση κυριάρχησαν οι ανώνυμες μετοχικές εταιρείες, έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα καρτέλ και τραστ, το αστικό κράτος μετατράπηκε σε κράτος-επιχειρηματία, το χρηματιστήριο απέκτησε κυρίαρχη ισχύ στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κι έγινε έτσι «…ο πιο έξοχος εκπρόσωπος της ίδιας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής»[3], όπως σημείωνε ο Ένγκελς. Ενώ στις κορυφές της αστικής τάξης αναδείχθηκε μια νέα οικονομική αριστοκρατία, που βασίζεται σ’ ένα «…ολόκληρο σύστημα αγυρτείας και απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών»[4], όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Μαρξ.
Αυτό που ανέλυαν οι Μαρξ και Ένγκελς ήταν το πέρασμα σε μια νέα ιστορική φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, στην φάση του καπιταλιστικού μονοπωλίου. Μια φάση που δεν γεννήθηκε, όπως δυστυχώς νόμιζαν οι κατοπινοί μαρξιστές της σοσιαλδημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν, μέσα από την άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά μέσα από μια πρωτοφανή ιστορική κρίση του καπιταλισμού που τον εξανάγκαζε να ανασυγκροτηθεί ως σύστημα.
Ο Μαρξ ήταν ο μόνος που απ’ όσο γνωρίζουμε αντιμετώπισε την παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 1873 και διάρκεσε έως το 1896, ως πρωτότυπο γεγονός για τον καπιταλισμό. Ήταν τόσο σημαντική για να την αναλύσει και να την κατανοήσει κανείς, που ο Μαρξ θεώρησε αναγκαίο να αναστείλει την έκδοση του δεύτερου τόμου του Κεφαλαίου. Σε μια επιστολή του προς στο Νικολάι Ντιάνελσον στα 1879 εξηγεί τους λόγους: «Δεν πρέπει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να εκδώσω το δεύτερο τόμο πριν κορυφωθεί η παρούσα βιομηχανική κρίση της Αγγλίας. Τα φαινόμενα αυτή τη φορά είναι μοναδικά, από πολλές απόψεις διαφορετικά από ότι ήταν στο παρελθόν, πράγμα που – πέρα από τις όποιες άλλες διαφορετικές συνθήκες – εύκολα εξηγείται από το γεγονός ότι ποτέ πριν δεν έχει προηγηθεί της Αγγλικής κρίσης μια τρομερή κρίση, η οποία διαρκεί ήδη τα τελευταία 5 χρόνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες, Νότια Αμερική, Γερμανία, Αυστρία, κ.ά. Είναι επομένως αναγκαίο να παρατηρήσει κανείς την παρούσα πορεία των πραγμάτων έως την ωρίμανσή τους, πριν μπορέσει να τα ‘καταναλώσει’ με ‘παραγωγικό’ τρόπο, εννοώ με ‘θεωρητικό’ τρόπο»[5]
Δυστυχώς, ο Μαρξ δεν πρόλαβε να δει την εντυπωσιακή πορεία αυτής της κρίσης, ούτε να μας αφήσει μια συνολική της ανάλυση, εκτός από ορισμένες πολύ σημαντικές επισημάνσεις. Πέθανε στα 1883, κληρονομώντας το καθήκον της συνέχισης των μελετών του στους επιγόνους του. Όμως, ακόμη και ο Ένγκελς δεν κατόρθωσε να αντιληφθεί τον ιδιότυπο χαρακτήρα αυτής της κρίσης, παρά τις εύστοχες επιμέρους παρατηρήσεις του για την άνοδο του χρηματιστηρίου, των μετοχικών εταιρειών και των μονοπωλίων. «Πρόκειται για ενδιάμεση κρίση», έγραφε ο Ένγκελς στο Μπέμπελ στα 1883 για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, «όπως αυτή του 1841-42, αλλά σε μια πολύ πιο μεγάλη κλίμακα. Γενικά μιλώντας, είναι μόνο από το 1847 (λόγω της παραγωγής χρυσού στην Καλιφόρνια και την Αυστραλία, με αποτέλεσμα την πλήρη ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς) που ο δεκαετής κύκλος φάνηκε ξεκάθαρα. Τώρα που η Αμερική, η Γαλλία και η Γερμανία αρχίζουν να σπάνε το μονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά και επομένως η υπερπαραγωγή αρχίζει, όπως συνέβη και πριν το 1847, να εκδηλώνεται με ταχύτερους ρυθμούς, οι πενταετείς ενδιάμεσες κρίσεις αρχίζουν επίσης να εκδηλώνονται. Απόδειξη είναι η παντελής εξάντληση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η περίοδος της ευημερίας δεν φτάνει πια ποτέ σε πλήρη έκταση, η υπερπαραγωγή επαναλαμβάνεται μόλις μετά από 5 χρόνια και, κατά τη διάρκεια ακόμη κι αυτών των 5 χρόνων, τα πράγματα γενικά ακολουθούν τον κατήφορο. Ωστόσο, όλα αυτά απέχουν πολύ από το να αποδείξουν ότι ανάμεσα στα 1884 και 1887, δεν πρόκειται να έχουμε μια περίοδο εξαιρετικά ζωηρού εμπορίου, όπως συνέβη ανάμεσα στα 1844 και 1847. Όμως τότε το μεγάλο κραχ είναι σίγουρο ότι θα έρθει»[6].
Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Ένγκελς αντιμετωπίζει την κρίση αυτή, όχι ως πρωτότυπη, μοναδική, αλλά ως επανάληψη των παλιών «κύκλων» με διαφορά στην ένταση και την έκταση. Η προσέγγιση αυτή της «ενδιάμεσης κρίσης» σε αναμονή ενός «μεγάλου κραχ», σχηματοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό από τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, παρά και ενάντια στις προθέσεις του ίδιου του Ένγκελς, ώστε κατέληξε να δικαιολογεί σχεδόν τα πάντα. Την εποχή της σοσιαλδημοκρατίας ο μαρξισμός έχασε από την οπτική του παντελώς το ζήτημα των κρίσεων. Η κρίση τυποποιήθηκε ως ένας τυπικός κύκλος, που απλά επαναλαμβάνεται περιοδικά με μηχανικό τρόπο και επομένως το μόνο που έχουν να κάνουν οι μαρξιστές είναι να την παρατηρούν, να την περιγράφουν και φυσικά να αναγγέλλουν την ιστορική καταδίκη του συστήματος που την αναγεννά. Τίποτε περισσότερο.
Η στερεότυπη αυτή λογική επιχειρήθηκε να σπάσει τη δεκαετία του ’20, όταν οι εκπρόσωποι του επαναστατικού μαρξισμού με επίκεντρο το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Οικονομίας της ΕΣΣΔ επεχείρησαν να κατανοήσουν δημιουργικά και σε βάθος την πρωτοτυπία της κρίσης που είχε εκδηλωθεί τις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και συνεχιζόταν με διακυμάνσεις και μετά το τέλος του. Γνωστοί και λιγότερο γνωστοί μαρξιστές της εποχής εκείνης έδωσαν εξαίρετα δείγματα γραφής στα πλαίσια της συζήτησης που είχε ανοίξει και υποσχόταν πολλά. Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης εκδόθηκαν στην Σοβιετική Ένωση και οι εργασίες του Κοντράτιεφ για τους «μεγάλους κύκλους» της καπιταλιστικής οικονομίας. Αποκορύφωμα αυτής της θεωρητικής αναζήτησης ήταν η αντιπαράθεση Μπουχάριν-Βάργκα στις παραμονές του 6ου Συνεδρίου της Κ.Δ. το 1928 σχετικά με τις προοπτικές του καπιταλισμού, όπου εκτός όλων των άλλων προβλέφτηκε και το μεγάλο κραχ που ξέσπασε τον αμέσως επόμενο χρόνο. Η συζήτηση της εποχής εκείνης ανάμεσα στους μαρξιστές είχε τόση μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της οικονομικής σκέψης γενικά, που ακόμη και ο Κέυνς θεώρησε καλό να περάσει το 1926 αρκετούς μήνες στη Μόσχα παρακολουθώντας από κοντά τον τρόπο σκέψης του επαναστατικού μαρξισμού.
Ωστόσο, οι αναζητήσεις αυτές έληξαν άδοξα, όταν η νέα καθοδήγηση του ΚΚΣΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’20 απαγόρεψε ρητά την επιστημονική διερεύνηση τέτοιων «ακαδημαϊκών» – όπως η ίδια θεωρούσε – ζητημάτων. Λίγο αργότερα οι περισσότεροι από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους αυτής της αναζήτησης κυνηγήθηκαν άγρια, φυλακίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Με τον τρόπο αυτό στον μαρξισμό, ή σ’ αυτό που επίσημα ονομάστηκε έκτοτε ως «μαρξισμός-λενινισμός», «χτύπησε η νεκρώσιμη καμπάνα» και τη θέση της ανιδιοτελούς επιστημονικής έρευνας πήραν οι διαπληκτισμοί των πληρωμένων καλαμαράδων της ηγεσίας του κόμματος. Η θεωρία για την κρίση ξαναγύρισε εκεί που την είχε αφήσει η παλιά σοσιαλδημοκρατία, στον τυπικό οικονομικό κύκλο. Ενώ για όσα κρισιακά φαινόμενα δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν με τον παραδοσιακό κύκλο, επινοήθηκε η θεωρία της γενικής κρίσης, η οποία υποτίθεται ότι ξεκίνησε με τη νίκη της Οκτωβριανής επανάστασης και θα ολοκληρωνόταν με την τελική επικράτηση του «νικηφόρου σοσιαλισμού» παγκόσμια.
Μια σπίθα σοβαρού θεωρητικού προβληματισμού στα πλαίσια του μαρξισμού, του «μαρξισμού-λενινισμού», φάνηκε ξανά την εποχή του ξεσπάσματος της τρίτης μεγάλης ιστορικής κρίσης του καπιταλισμού. Γάλλοι, Γερμανοί και σοβιετικοί μαρξιστές, άρχισαν να αμφισβητούν τα δογματικά στερεότυπα του οικονομικού κύκλου και της ανυπόστατης γενικής κρίσης, επιχειρώντας μια επιστροφή στις αναζητήσεις της δεκαετίας του ’20. Η συζήτηση αυτή είχε τον απόηχό της και στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, με το ΚΚΕ να υιοθετεί επίσημα ήδη από το 10ο συνέδριό του, έναν διαφορετικό ορισμό για την κρίση, ως συνολική κρίση του ΚΜΚ, σε αντίθεση με τις στερεότυπες λογικές του οικονομικού κύκλου που κυριαρχούσαν έως τότε. Ωστόσο, η κατάσταση ιδεολογικής, πολιτικής και ταξικής καχεξίας και σήψης σ’ αυτό που γνωρίσαμε ως κομμουνιστικό κίνημα και υπαρκτό σοσιαλισμό ήταν τέτοια που δεν επέτρεψε στον θεωρητικό προβληματισμό να πατήσει γερά στα πόδια του και να αποκτήσει ρίζες στην πάλη του εργατικού κινήματος. Τόσο στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, όσο και στο ίδιο το ΚΚΕ, η συζήτηση για τον πρωτότυπο χαρακτήρα της κρίσης παρέμεινε στον ερμητικά κλειστό κύκλο κάποιων ελάχιστων «μυημένων» του κεντρικού μηχανισμού, υποχείριο των εκάστοτε σκοπιμοτήτων και προσωπικών στρατηγικών. Οι κομμουνιστές ως συλλογικότητα είχαν ξεχάσει προ πολλού να συζητούν και να επεξεργάζονται ανοικτά τα θεωρητικά ζητήματα, ούτε πλέον μπορούσαν να διακρίνουν τις διαφορές ανάμεσα στις προσεγγίσεις και πολύ περισσότερο να κατανοήσουν τα άμεσα πρακτικά πολιτικά συμπεράσματα που συνεπάγεται κάθε διαφορετική προβληματική. Τα πάντα πλάκωνε και έσκιαζε η άνωθεν διατεταγμένη κομματική νομιμότητα, που δεν επέτρεπε την ανοιχτή αντιπαράθεση και ζύμωση μέσα στο κόμμα.
Η ταπεινωτική ήττα που ακολούθησε οδήγησε πολλές δεκαετίες πίσω τον μαρξισμό, ειδικά στον τρόπο που κατανοεί την κρίση. Γι’ αυτό και σήμερα εκτός από την καταγγελία του καπιταλισμού, δυστυχώς δεν βλέπουμε κανέναν σοβαρό προβληματισμό για τον χαρακτήρα της σημερινής κρίσης. Στην πραγματικότητα σήμερα εμφανίζεται ως τυπική μαρξιστική ανάλυση ο τρόπος που επίσημα κατανοεί την κρίση το ίδιο το κεφάλαιο και οι εκπρόσωποί του, πασπαλισμένος με μπόλικη αντικαπιταλιστική ρητορεία.
Η ανασυγκρότηση που επεχείρησε ο καπιταλισμός μετά την παγκόσμια κρίση της δεκαετίας του ’80, οδήγησε – κυρίως μετά την ολοκληρωτική χρεοκοπία του αντίπαλου συστήματος, η οποία επέφερε τελικά και την ανατροπή του – στη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας αγοράς κεφαλαίου και χρήματος. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας παγκόσμιας αγοράς είναι μια ιστορικά πρωτοφανής υπερσυγκέντρωση πραγματικού και χρηματικού κεφαλαίου, που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια των εθνικών οικονομιών, αλλά ακόμη και τα όρια συγκεκριμένων τομέων και κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι διαδικασίες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, οι διαδικασίες συσσώρευσης και υπερσυσσώρευσης, δεν επικεντρώνονται πια σε κλαδικό ή σε εθνικό επίπεδο, ούτε καν αποτελούν προέκταση των «εθνικών οικονομιών» ακόμη και των ιμπεριαλιστικών κρατών, αλλά έχουν σε μεγάλο βαθμό απεξαρτηθεί απ’ αυτές κι έχουν πλέον αποκτήσει περιφερειακή και διεθνή διάσταση.
Το κεφάλαιο δεν εξορμά πλέον με ορμητήριο τις μονοπωλιακές εθνικές αγορές των ισχυρών κρατών, για να κατακτήσει την παγκόσμια αγορά με όπλο τα βιομηχανικά προϊόντα, τις φτηνές τιμές των εμπορευμάτων και υπηρεσιών και το φτηνό πλεονάζον χρήμα. Αντίθετα παρατηρούμε μια κατεξοχήν αντίστροφη κίνηση. Το κεφάλαιο – αφού στην κορυφή του παραδοσιακού πολυεθνικού μονοπωλίου επικράτησε κυρίως στη δεκαετία του ’90 το υπερεθνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο με πολυσχιδή χαρακτήρα – με ορμητήριο πια την ίδια την παγκόσμια αγορά χρήματος και εμπορευμάτων, εξορμά να αναδιανείμει και να καρπωθεί τα οφέλη από τα νέα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» και τα bons filets των εθνικών και περιφερειακών οικονομιών, ιδίως εκεί όπου συγκεντρώνονται οι πιο απαραίτητες κι έτοιμες προϋποθέσεις για την παραγωγή της μεγαλύτερης δυνατής προστιθέμενης αξίας. Για το σύγχρονο μονοπώλιο όλες οι οικονομίες δεν είναι παρά αγορές προς εκμετάλλευση. Αρκεί να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.
Με το καπιταλιστικό μονοπώλιο δεν τελείωσε, ούτε ολοκληρώθηκε η λειτουργία αυτού που ο Λένιν αποκαλούσε «γενικό και βασικό νόμο» του καπιταλισμού, δηλαδή της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου. Αντίθετα, το καπιταλιστικό μονοπώλιο αποτέλεσε το αναγκαίο προϊόν αλλά κι έναν αποφασιστικό συντελεστή παραπέρα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και του κεφαλαίου. Έτσι, συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί το «μυστικό» πίσω από την έκρηξη των χρηματιστηρίων, τις κινήσεις των επιτοκίων, την ταραχώδη παγκόσμια κυκλοφορία του κεφαλαίου, τα ιερογλυφικά των χρηματαγορών και του παγκόσμιου εμπορίου. Ένα καπιταλιστικό μονοπώλιο που σήμερα δεν μπορεί να εννοηθεί – όπως γινόταν την εποχή του Λένιν – απλά και μόνο ως το αποκορύφωμα της κυριαρχίας του ανεπτυγμένου βιομηχανικού καπιταλισμού στην παγκόσμια αγορά, αλλά ούτε κι απλά ως η «κινητήρια δύναμη» μετατροπής των παραδοσιακών εμποροκρατικών αποικιακών αυτοκρατοριών, σε καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό. Το σημερινό επίπεδο συσσώρευσης και υπερσυσσώρευσης έχει μετατρέψει πλέον το καπιταλιστικό μονοπώλιο σε ένα παγκόσμιο σύστημα κυριαρχίας κι ανταγωνισμού, πάνω στο οποίο γίνεται προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί ένα «παγκόσμιο κρατικομονοπωλιακό τραστ» με ενιαίο τρόπο διεύθυνσης και ρύθμισης της παγκόσμιας οικονομίας.
Πρόκειται για την διαλεκτική πραγμάτωση μιας παλιάς τάσης, μιας εσωτερικής «αφηρημένης οικονομικής δυνατότητας»[7] , όπως την αποκαλούσε ο Μπουχάριν – αυτής του «παγκόσμιου τραστ» – που ενυπήρχε στην εσωτερική δυναμική του μονοπωλιακού καπιταλισμού απ’ τα πρώτα του κιόλας βήματα και τη διαπίστωναν ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, σχεδόν όλοι οι θεωρητικοί τόσο του επαναστατικού, όσο και του ρεφορμιστικού μαρξισμού.
Μόνο που αυτή η θεωρητική δυνατότητα των αρχών του αιώνα, καθώς πραγματώνεται όλο και περισσότερο σήμερα, δεν φέρνει μαζί της – όπως βόλευε να πιστεύουν οι θεωρητικοί της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας – κάποιον καλά «οργανωμένο καπιταλισμό» απαλλαγμένο από τις μεγάλες κρίσεις, ούτε έναν «υπεριμπεριαλισμό» απαλλαγμένο από την αγριότητα του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και την βαρβαρότητα της παγκόσμιας αγοράς. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο, όπου αυτός ο «υπεριμπεριαλισμός», έχει αναπόφευκτα και αναγκαία οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου όξυνση του ανταγωνισμού των συμφερόντων σε κάθε επίπεδο, καθώς και σε μια περίοδο γενικευμένης και μακροχρόνιας διαρθρωτικής αστάθειας, με βίαιες περιοδικές εκρήξεις βαθύτατης κρίσης, μεγάλα κραχ, που έκαναν την εμφάνισή τους ήδη από το 2001 και από πολλές απόψεις είναι πρωτοφανή για ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού. Πρόκειται για μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης, που ο καπιταλισμός για πρώτη φορά στην ιστορία του δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να διαθέτει κάποια βιώσιμη διέξοδο, εκτός από μια καινοφανή, εξαιρετικά κοντόφθαλμη και άκρως πραγματιστική διαχείριση του χρηματικού κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Μια διαχείριση που προϋποθέτει την ευρεία ρευστοποίηση τομέων και κλάδων της παραγωγής, αλλά ακόμη κι ολόκληρων εθνικών οικονομιών, για να στηριχθεί όσο γίνεται η σταθερότητα των παγκόσμιων χρηματαγορών και η παγκόσμια κυκλοφορία του κεφαλαίου.
Αν λοιπόν η ιστορική κρίση του 1873-1896 οδήγησε στη χρεωκοπία του βιομηχανικού καπιταλισμού και τη γέννηση του καπιταλιστικού μονοπωλίου και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αν η ιστορική κρίση του 1914-1948 οδήγησε στην χρεωκοπία του αποικιοκρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού και στη γέννηση του ΚΜΚ. Αν η κρίση του 1974-1992 οδήγησε στην χρεωκοπία του παραδοσιακού ΚΜΚ και στη γέννηση της υπερεθνικής ταύτισης μονοπωλίου και κράτους. Η σημερινή ιστορική κρίση συνιστά την χρεωκοπία του «παγκόσμιου τραστ» και του «υπεριμπεριαλισμού» ενός καπιταλιστικού συστήματος που ήδη έχει ξεπεράσει τα ιστορικά του όρια, που έχει εξαντλήσει προ πολλού τα περιθώρια ζωής του και τις εφεδρείες του και επιμένει να αναπαράγεται σαν ένα εκτρωματικό, τερατώδες παράσιτο σε βάρος της ανθρωπότητας και της κοινωνικής προόδου γενικά.


Δημήτρης Καζάκης
11/4/2009, Ένωση Γραφιστών Ελλάδας.


[1] Πρόκειται για μια φράση στα ελληνικά, που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Κ. Μάρξ στο Κεφάλαιο για να υποδηλώσει το πλεόνασμα κεφαλαίου που προκύπτει από την ίδια την διαδικασία υπερσυσσώρευσης. Βλ. Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο (Αθήνα 1980) τομ. ΙΙΙ, σελ. 317 κ.ά.
[2] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, (Αθήνα 1978), τομ. ΙΙΙ (Φρ. Ένγκελς, Συμπλήρωμα και Επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του «Κεφαλαίου»), σελ. 1115.
[3] Οπως προηγουμένως.
[4] Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο, (Αθήνα 1978), τομ. ΙΙΙ, σελ. 553.
[5] Επιστολή του Κ. Μαρξ στο Ν. Ντιάνελσον, 10 Απριλίου 1879. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 45. Moscow: Progress Publishers, 1991, σελ. 354
[6] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στο Α. Μπέμπελ, 10-11 Μαίου 1883. K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 47. New York: International Publishers, 1995, σελ. 23.
[7] Χαρακτηριστική φράση του N. Bukharin [Imperialism and World Economy (with an Introduction by V. I. Lenin), London, 1972, p. 136].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου