Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Το καθεστώς εξάρτησης και το πρόβλημα βιωσιμότητας της ελληνικής οικονομίας




Το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας από τη σκοπιά των εργαζομένων δεν αφορά στο τρίπτυχο χαμηλές αμοιβές, μεγάλη ακρίβεια, ξέφρενη ανεργία. Το επίπεδο των αμοιβών, η κατάσταση στην αγορά, οι εργασιακές σχέσεις και η ανεργία δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά συμπτώματα ενός συνολικότερου προβλήματος αναπτυξιακής προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Κι αυτό είναι κάτι που κατανοεί σήμερα ακόμη και ο τελευταίος εργαζόμενος. Κανείς εργάτης δεν είναι σήμερα τόσο αδαής ώστε να μην αντιλαμβάνεται ότι το βιοτικό επίπεδό του, το μεροκάματο, η θέση και η σχέση εργασίας του, εξαρτώνται άμεσα και καθαρά από τη συνολική πορεία της ελληνικής οικονομίας, από το συγκεκριμένο προσανατολισμό της και από τον τρόπο καθορισμού των προοπτικών της. Γι’ αυτό και το να απαντήσει κανείς πειστικά στα πιο άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, πρέπει αναγκαστικά να απαντήσει σ’ αυτό το κεντρικό αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, στο πρόβλημα της προοπτικής της. Διαφορετικά όλες οι προτάσεις για αυξήσεις μισθών, για περιορισμό της ανεργίας, για χτύπημα της ακρίβειας, κοκ, ακόμη κι όταν υποδηλώνουν αγαθές προθέσεις, δεν είναι παρά απλοϊκή δημαγωγία, δεν είναι παρά μια ακόμη προσπάθεια εξαπάτησης των εργαζομένων όσο κι αν θέλει να την στολίζει κανείς με αριστερά, υπεραριστερά και ταξικά επίθετα.


Ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας»

Τι είναι όμως αυτό που προσδιορίζει κυρίαρχα το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας και καθορίζει τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας; Πρώτα και κύρια ο τρόπος ενσωμάτωσής της στην παγκόσμια αγορά, δηλαδή στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Με άλλα λόγια το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας. Ιστορικά η εξάρτηση αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του επιπέδου, του χαρακτήρα και της συνολικής πορείας του ελληνικού καπιταλισμού. Καταδίκασε εξαρχής την εργατική τάξη και το λαό γενικά σε διπλό ζυγό, σε διπλή εξοντωτική εκμετάλλευση, αφενός από τη ντόπια ολιγαρχία και αφετέρου από το ξένο κεφαλαίο. Η ιστορική ανάγκη για τη ντόπια άρχουσα τάξη να θεμελιώσει την κυριαρχία της στο καθεστώς εξάρτησης, καταδίκασε από παλιά τη χώρα στην κατάσταση της «ψωροκώσταινας», της στέρησε την όποια δυνατότητα αυτοτελούς ανάπτυξης, ενώ τη μετέτρεψε επανειλημμένα σε έρμαιο των ιμπεριαλιστικών τυχοδιωκτισμών και επιδιώξεων. Γι’ αυτό και το εργατικό κίνημα ευθύς εξαρχής έχει συνδέσει την πάλη για τα κοινωνικά και πολιτικά του αίτημα με την ανατροπή του καθεστώτος εξάρτησης.
Κύριο μέλημα της άρχουσας τάξης ήταν από παλιά η προσπάθεια να εμφανίσει το καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και υποτέλειας ως κάτι απολύτως «φυσικό», ως τη μοναδική «εγγύηση έναντι των εθνικών κινδύνων», ως «μονόδρομο ένταξης στην παγκόσμια οικονομία», ως αναγκαία «έκφραση της διεθνούς αλληλεξάρτησης». Κι αυτόν που έχει πείσει σήμερα περισσότερο από κάθε άλλον είναι την ίδια την αριστερά, η οποία έχει αποδεχτεί το καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας είτε ως «αντικειμενική ανάγκη της διεθνοποίησης», είτε ως απόλυτα φυσιολογικό γνώρισμα του καπιταλισμού γενικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο κ. Σημίτης πρωτομίλησε για «ισχυρή Ελλάδα» οι πρώτοι που έτρεξαν να ασπαστούν αυτή τη δημαγωγική ανοησία ήταν οι δυνάμεις της αριστεράς είτε για να επιβεβαιώσουν τον αναγκαίο «ευρωπαϊκό» μονόδρομο της χώρας, είτε για να δικαιωθεί επιτέλους η δήθεν αντικαπιταλιστική ιδεοληψία περί «ιμπεριαλιστικής Ελλάδας». Και είναι οι δυνάμεις της αριστεράς που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να αναμασούν τα ίδια ανούσια επιχειρήματα της «ισχυρής Ελλάδας».   
Στην πραγματικότητα η κρίση και η παραγωγική υποβάθμιση, η επιδείνωση των εγγενών αδυναμιών, η απουσία σοβαρών επενδύσεων σε σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, η διαρκής αύξηση των εισαγωγών με παράλληλα πλήγματα στην εγχώρια παραγωγή που ήδη πνέει τα λοίσθια, η προβληματική κατάσταση ολόκληρων τομέων της βιομηχανίας γενικά, αλλά και της αγροτικής οικονομίας, η ανυπαρξία ουσιαστικά επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας συνδεδεμένης με την παραγωγή, η υπερχρέωση της χώρας και η απόλυτη χειροτέρευση της θέσης της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας, συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας και των επιτευγμάτων της «ισχυρής Ελλάδας».

Πίνακας 1: Εξαγωγική επίδοση και εισαγωγική διείσδυση στο σύνολο της μεταποίησης (%)
Περίοδος
Εξαγωγική επίδοση
Εισαγωγική διείσδυση
1997
28,7
49,5
1998
28,1
51,5
1999
27,2
50,6
2000
27,0
52,3
2001
26,1
54,2
2002
25,0
55,0
2003
25,2
56,2
2004
24,9
56,8
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Πίνακας 2: Καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας (απαιτήσεις μείον υποχρεώσεις, υπόλοιπα έτους σε εκατ. ευρώ)

Περίοδος

Σύνολο
Άμεσες Επενδύσεις
Επενδύσεις χαρτοφυλακίου
Λοιπές επενδύσεις
Συναλλαγματικά διαθέσιμα
2000
- 53157,0
- 713,0
- 57426,0
- 1816,0
13208,0
2001
- 66856,0
- 7902,0
- 58430,0
- 7556,0
7032,0
2002
- 79566,0
- 6000,0
- 59683,0
- 22897,0
9014,0
2003
- 101557,2
- 8010,0
- 78047,1
- 20105,1
4605,0
2004
- 124122,2
- 10785,0
- 99089,0
- 16242,2
1994,0
2005
- 149187,0
- 13213,0
- 111448,0
- 26471,0
1945,0
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδας

Πίνακας 3: Συνολική μεταβολή του πραγματικού κατά μονάδα «εργατικού κόστους» και της μέσης κερδοφορίας του κεφαλαίου στην Ελλάδα (1990=100).


Πραγματικό «εργατικό κόστος»
Μέση κερδοφορία του κεφαλαίου
1991
91,2
102,1
1992
89,5
105,5
1993
88,2
107,5
1994
87,8
111,5
1995
89,2
110,0
1996
88,0
113,9
1997
89,8
112,7
1998
90,8
111,4
1999
88,9
116,4
2000
87,3
120,6
2001
85,1
128,2
2002*
84,7
133,4
2003*
84,0
137,5
2004*
82,7
142,0
2005*
81,2
147,6
* Εκτιμήσεις της Eurostat
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων Eurostat και DG ECFIN

Η οικονομική διάσταση της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης

Υπάρχει σήμερα καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας του ελληνικού καπιταλισμού; Μόνο η σκόπιμη άγνοια των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων θα οδηγούσε κάποιον να απαντήσει αρνητικά. Σήμερα το ξένο κεφάλαιο που εισάγεται ετήσια στην χώρα με τη μορφή δανείων, τοποθετήσεων στην εγχώρια χρηματοπιστωτική αγορά, αλλά και των άμεσων επιχειρηματικών επενδύσεων, έχει συνολική αξία που σχεδόν ισοφαρίζει το ΑΕΠ της χώρας. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα στον πίνακα 2, όπου φαίνεται η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας. Τι σημαίνει «καθαρή διεθνής επενδυτική θέση»; Σημαίνει απλά το πόσο συνολικό κεφάλαιο εισάγεται στη χώρα αφού αφαιρεθεί το συνολικό κεφάλαιο που εξάγεται  Τι δείχνουν τα στοιχεία; Καταρχήν, αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα ήταν και παραμένει χώρα υποδοχής ξένου κεφαλαίου, δηλαδή χώρα καθαρής εισαγωγής κι όχι εξαγωγής κεφαλαίου. Όμως, δεν δείχνουν μόνο αυτό. Η κύρια μορφή εισαγόμενου ξένου κεφαλαίου δεν είναι οι άμεσες επενδύσεις στην οικονομία, αλλά οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου, δηλαδή η εξαγορά πακέτων μετοχών και ο τζόγος στη χρηματιστική αγορά, μαζί με επενδύσεις σε ακίνητα και άλλες μορφές παρασιτικής κερδοσκοπίας, που αναφέρονται ως «λοιπές επενδύσεις». Συνολικά σε κάθε 100 δολάρια καθαρής εισαγωγής ξένου κεφαλαίου, τα 10 μόνο πηγαίνουν σε επιχειρηματικές επενδύσεις στην οικονομία! Η κατάσταση αυτή συνθέτει έναν τόσο ασφυκτικό βραχνά για την ελληνική οικονομία ως σύνολο που δεν της αφήνει κανένα περιθώριο «διορθωτικών παρεμβάσεων», από όποια σκοπιά κι αν θέλει να τις δει κανείς, με δεδομένο αυτό το πλαίσιο οικονομικής εξάρτησης.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό γνώρισμα της καθαρής εισαγωγής κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία είναι το απόλυτο ύψος του. Αν πάρει υπόψη του κανείς ότι το συνολικό ΑΕΠ της χώρας ανερχόταν το 2004 σε 168,4 δις ευρώ και το 2005 σε 181,0 δις ευρώ, τότε η καθαρή εισαγωγή κεφαλαίου στη χώρα ανερχόταν για μεν το 2004 στο 73,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2005 στο 82,4%! Πότε άλλοτε υπήρξε μια τέτοια οικονομική εξάρτηση από το εισαγόμενο ξένο κεφάλαιο; Στην πράξη το εισαγόμενο κεφάλαιο σήμερα «αγοράζει» και «πουλά» σε ετήσια βάση ολόκληρη την ελληνική οικονομία. Από το ελληνικό χρηματιστήριο – κι ως εκ τούτου ολόκληρη την ελληνική χρηματαγορά – έως τη χρηματοδότηση του ελληνικού κράτους, τα πάντα ελέγχονται πρωτίστως από το πολυεθνικό κεφάλαιο. Είναι δύσκολο να βρει κανείς άλλη ιστορική εποχή του ελληνικού καπιταλισμού, ακόμη και την εποχή του «διεθνούς οικονομικού ελέγχου», όπου το ξένο κεφάλαιο να έπαιζε ένα τόσο καθοριστικό ρόλο.
Για λόγους σύγκρισης μπορούμε να αναφέρουμε ότι το επενδυτικό κεφάλαιο που εξάγεται από τη χώρα δεν ξεπερνά σε ετήσια βάση το 10% του ΑΕΠ της. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών το ύψος των συνολικών επενδύσεων του ντόπιου κεφαλαίου στα Βαλκάνια τη τελευταία δεκαετία ανέρχεται στα 12 δις ευρώ, δηλαδή μόλις το 15% του ΑΕΠ (2005). Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει τα μεγέθη για να καταλάβει την πραγματικότητα για τη περιβόητη «διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια», που ορισμένοι πούροι «αντικαπιταλιστές» στην αριστερά κραδαίνουν ως απόδειξη για τον «ιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα της Ελλάδας. Και δεν είναι μόνο αυτό. Πως διαφημίζει η ελληνική κυβέρνηση στο εξωτερικό το ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή; Στο επίσημο φυλλάδιο του υπουργείου οικονομικών που προορίζεται για ξένους επενδυτές (Νοέμβριος 2006) χαρακτηρίζει το ρόλο της Ελλάδας ως «πύλη για τη Ν.Α. Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις» και περιλαμβάνει μια σειρά δηλώσεις από στελέχη πολυεθνικών που όλες καταλήγουν στο συμπέρασμα: «Είναι πιο εύκολο να εδραιωθείς στα Βαλκάνια διαμέσου της Ελλάδας», όπως δηλώνει ηγετικό στέλεχος πολυεθνικού χρηματιστικού οργανισμού. Αυτό ακριβώς είναι το οικονομικό περιεχόμενο της «ελληνικής διείσδυσης» στα Βαλκάνια.
Οι εξαγορές, οι επενδύσεις και η προσάρτηση μεριδίων αγοράς στις γειτονικές χώρες από ελληνικές επιχειρήσεις και κυρίως από τις ελληνικές τράπεζες γίνεται όχι για να αναβαθμιστεί ο «ιμπεριαλιστικός» ρόλος της Ελλάδας, αλλά για να γίνει πιο ελκυστική η ελληνική οικονομία στο πολυεθνικό κεφάλαιο, για να οικοδομηθούν νέοι δεσμοί εξάρτησης του ντόπιου κεφαλαίου με το πολυεθνικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την τελευταία μεγάλη εξαγορά της τουρκικής Φινάνσμπανκ, η Εθνική οργάνωσε ένα διεθνές roadshow, δηλαδή μια παρουσίαση των «επιτευγμάτων» της τράπεζας επί τόπου στα μεγάλα διεθνή κέντρα του χρηματιστικού κεφαλαίου, με άμεσο σκοπό να προσελκύσει το αγοραστικό ενδιαφέρον κάποιου μεγάλου διεθνούς χρηματοπιστωτικού οίκου για το πακέτο των μετοχών της! Αυτή ήταν η ουσία πίσω από μια κίνηση που πολλοί στην αριστερά βιάστηκαν να ζητωκραυγάσουν ως επιβεβαίωση του «ελληνικού ιμπεριαλισμού». Η συνολική αυτή πολιτική επέκτασης του ελληνικού καπιταλισμού έχει μεταβάλει όχι μόνο τα πιο ισχυρά ντόπια μονοπώλια, αλλά και το ίδιο το κράτος σε άμεσο εξάρτημα των κερδοσκοπικών επιδιώξεων του πολυεθνικού κεφαλαίου.
Η εμπορική εξάρτηση της χώρας δεν παρουσιάζει καλύτερη εικόνα. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του Πίνακα 1. Ενώ τη δεκαετία του ’80 η εισαγωγική διείσδυση ξένων προϊόντων και υπηρεσιών δεν ξεπερνούσε το 40% της συνολικής εγχώριας ζήτησης, σήμερα ξεπερνά το 56%. Αντίθετα η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας και παρά τον «εξαγωγικό προσανατολισμό» της, κατρακυλά διαρκώς από το 29% των αρχών του ’90 στο 25% σήμερα. Αυτό υποδηλώνει και μια σοβαρή υποχώρηση του ειδικού βάρους της χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο, που σήμερα κυριαρχείται κατά 75% (έναντι 40% της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου) από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της σύγχρονης βιομηχανίας. Ο περίφημος «εξαγωγικός προσανατολισμός» της χώρας δεν την μετέτρεψε απλά σε εμπορική αποικία, αλλά την οδήγησε σε μια ακόμη πιο περιθωριακή θέση στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς. Το ειδικό βάρος της Ελλάδας στην παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων εξακολουθεί να συρρικνώνεται την τελευταία δεκαετία, υποχωρώντας σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ περισσότερο από 10% συνολικά.
  Ο ξένος δανεισμός υπήρξε εξυπαρχής ιδρύσεως του ελληνικού κράτους ένας από τους κύριους και κατά εποχές ο κυριότερος μοχλός ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας. Σήμερα το δημόσιο χρέος αν και επισήμως κινείται γύρω στο 119% του ΑΕΠ για το 2005, ενώ εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 116% του ΑΕΠ για το 2006 ελέω δημοσιονομικών αλχημειών, στην πραγματικότητα με την πρόσθεση και των «κρυφών χρεών», όπως το στρατιωτικό χρέος, η εγγυοδοσία του ελληνικού δημοσίου, κοκ, ξεπερνά το 170% του ΑΕΠ της χώρας. Όμως το κυριότερο είναι το γεγονός ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τοκοχρεολυσίων, δηλαδή η ετήσια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, ξεπερνά ήδη κατά πολύ τον ετήσιο ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό για την περίοδο 1990-2005 η πληρωμή των τοκοχρεολυσίων αυξήθηκε κατά 676,6%, δηλαδή με ετήσιο ρυθμό 45%, φτάνοντας να αντιπροσωπεύουν για το 2005 το 16,6% του ΑΕΠ της χώρας. Τη στιγμή που η συνολική εξαγωγική επίδοση της χώρας δεν ξεπερνά το 25% και η ετήσια άνοδος του ΑΕΠ δεν ξεπέρασε σε ετήσια βάση το 5% για ολόκληρη τη τελευταία δεκαπενταετία.  Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη η χώρα δεν είναι απλά υπερχρεωμένη στο ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά αντιμετωπίζει άμεσα το φάσμα της χρεοκοπίας, μιας και είναι αδύνατο με τους σημερινούς όρους και συνθήκες εξάρτησης να αντιμετωπιστεί αυτή η υπερχρέωση, ακόμη κι αν στραγγιστεί μέχρι τελευταίας ρανίδας ο λαός και η χώρα. Με άλλα λόγια, το εξωτερικό χρέος θέτει από μόνο του θέμα βιωσιμότητας της ελληνικής οικονομίας. Ειδικά μετά την έλευση του «ευρώ» η διόγκωση του δημόσιου χρέους έχει γίνει ένα από τα πρωτεύοντα θέλγητρα εισροής ξένου κεφαλαίου με στόχο την κερδοσκοπία με κρατικά έντοκα γραμμάτια. Το «ευρώ», δηλαδή, έχει μετατρέψει το δημόσιο χρέος σε μια αυτοτροφοδοτούμενη κερδοσκοπική επιχείρηση για τους μεγάλους «θεσμικούς επενδυτές» του εξωτερικού, δίχως την παραμικρή δυνατότητα αντιστροφής αυτής της τάσης υπό τις υπάρχουσες συνθήκες εξάρτησης.
Το κυρίαρχο γνώρισμα του ελληνικού καπιταλισμού
Το συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική εξάρτηση ήταν και παραμένει το κυρίαρχο γνώρισμα του ελληνικού καπιταλισμού. Μάλιστα το βάθεμα της εξάρτησης σήμερα έχει πάρει χαρακτηριστικά, κυρίως μετά την ένταξη στην ΟΝΕ και την αποδοχή του «ευρώ», που σε άλλες εποχές χαρακτήριζαν ημιαποικίες και αποικίες. Η χώρα σήμερα δεν έχει δικό της νόμισμα, ούτε καν είναι σε θέση να διαχειριστεί με τους δικούς της εσωτερικούς όρους και προτεραιότητες τα δημοσιονομικά της. Πόσο μάλλον να σχεδιάσει και να ασκήσει δική της αυτόβουλη πολιτική, ακόμη κι από τη σκοπιά της ντόπιας αστικής τάξης. Αυτό που επιδιώκουν σήμερα οι ντόπιες μονοπωλιακές κορυφές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι είναι να αναδειχθούν σε προτιμώμενους «υπεργολάβους» και ευνοούμενους «σέμπρους», που αξιοποιεί για τις βρομοδουλειές του στην ευρύτερη περιοχή ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ και το «διευθυντήριο» της ΕΕ. Ανάλογη περίοδος υποτέλειας δύσκολα μπορεί να βρεθεί σ’ ολόκληρη την περίοδο του ελληνικού κράτους από την εποχή της «πράξης υποταγής» του Κωλλέτη (1826).
Τι σημαίνουν όλα αυτά για την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας; Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τον άμεσο κίνδυνο οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης. Η συνολική οικονομική πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ, όπως και των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ πριν, πέρα από τον βάρβαρα αντιλαϊκό τους χαρακτήρα, αποτελούν στην ουσία τους μια κυνική ομολογία ότι ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας αδυνατεί πλήρως να αντιμετωπίσει έστω και προσωρινά το γενικό ξεχαρβάλωμα και τη συνολική αποδιάρθρωση της οικονομίας. Η πολιτική της κυβέρνησης δεν είναι απλά αποτέλεσμα ταξικής αλαζονείας, αλλά πρώτα και κύρια προϊόν των επιταγών στήριξης του συστήματος της ΟΝΕ και του ευρώ, που ήδη διέρχονται σοβαρή κρίση διαρκείας. Η ελληνική οικονομία και μαζί ο λαός της χώρας πρέπει να θυσιαστεί, να τεθεί σε τροχιά γενικευμένης δυσπραγίας και να μπει στο γύψο επ’ αόριστο, ώστε να αποδειχθεί οικονομικά βιώσιμο το «ισχυρό νόμισμα», το «σύμφωνο σταθερότητας» και τα γνωστά δημοσιονομικά «κριτήρια». Κι αυτό το λένε ανοικτά. Το παραδέχονται και το θεωρούν απολύτως φυσιολογικό.
Σ’ αυτές τις συνθήκες οι κυβερνητικές πολιτικές κάνουν τα πάντα για να ενισχύσουν την κερδοσκοπική ασυδοσία των κάθε είδους «επενδυτών» και φυσικά του μεγάλου κεφαλαίου, ενώ για να στηρίξουν την πλασματική ανάπτυξη του ΑΕΠ οδήγησαν τη χώρα και το λαό της στη μέγγενη της υπερχρέωσης. Το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, έχει μεταβληθεί πια σε βασική προωθητική δύναμη του ελληνικού καπιταλισμού. Χαρακτηριστικό είναι ότι ιδίως μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια η συνολική χρέωση έφτασε να αντιστοιχεί κοντά στο 50% του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος όλων των νοικοκυριών. Μετατρέποντας την υπερχρέωση σε πρωταρχικό εισοδηματικό πρόβλημα για τα περισσότερα εργατικά νοικοκυριά.
Οι κυβερνητικές πολιτικές δεν περιορίστηκαν στην τεχνητή τόνωση της τελικής καταναλωτικής δαπάνης, δημόσιας και ιδιωτικής, μέσω του χρέους, αλλά προχώρησαν και στη δημιουργία μιας εντελώς κρατικοδίαιτης αγοράς προμηθειών και «μεγάλων έργων» προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η τρομακτική σε έκταση σπατάλη προς όφελος της ιδιωτικής κερδοσκοπίας αποτελεί και μέτρο για να κατανοήσει κανείς τη βαθύτερη αιτία και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Όσο περισσότερο ενισχύονται οι διαδικασίες απορύθμισης του κράτους και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας, τόσο περισσότερο ισχυροποιείται η εσωτερική δυναμική των κρατικών ελλειμμάτων, όσο κι αν οι φορολογικές επελάσεις και οι δρακόντειες περικοπές κοινωνικών δαπανών φαίνεται να «στρογγυλεύουν» συγκυριακά το φαινόμενο.
Παρόλα αυτά το ιδιωτικό κεφάλαιο δεν προχωρά σε σοβαρές επενδύσεις, ιδίως στην παραγωγική βάση της οικονομίας. Οι ανύπαρκτες ουσιαστικά επενδύσεις στην τεχνολογία παραγωγής, σε νέους τομείς και κλάδους υψηλής παραγωγικότητας, έχουν οδηγήσει, όπως είναι φυσικό στη διαρκή παραγωγική υποβάθμιση της ελληνικής οικονομίας. Κι αποτελούν φυσικά την εγγύηση για την παραπέρα διαιώνιση της μαζικής χρόνιας ανεργίας στην Ελλάδα. Από αυτή την άποψη είναι χαρακτηριστικό ότι ο βαθμός αξιοποίησης του παραγωγικού δυναμικού στην ελληνική οικονομία μόλις που κατορθώνει να υπερβεί το 70%, δηλαδή κινείται σε επίπεδο ναδίρ για τις τρεις τελευταίες δεκαετίες! Το «νέο οικονομικό μοντέλο», που τόσο διαφημίζει η παρούσα κυβέρνηση και υπηρέτησε τόσο πιστά η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, βασίζεται στην προσπάθεια να εξασφαλιστεί ένα διαρκώς όλο και μεγαλύτερο ποσοστό κέδρους για το κεφάλαιο σε συνθήκες χρόνιας υπερπαραγωγής,  βαθύτερης εξάρτησης και ολοκληρωτικής παραγωγικής υποτίμησης, αποδιάρθρωσης και καταστροφής της οικονομίας. Τα στοιχεία του πίνακα 3 είναι χαρακτηριστικά. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του ελληνικού καπιταλισμού, η κερδοφορία του κεφαλαίου όχι μόνο δεν συνδέεται με την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά βασίζεται στη συνολική αποδυνάμωση της και τη μετατροπή της σε έρμαιο των δυνάμεων της παγκόσμιας αγοράς.
Το να θεωρεί κανείς, λοιπόν, ότι το πρόβλημα της εξάρτησης και ως εκ τούτου το πρόβλημα βιωσιμότητας και προοπτικών της ελληνικής οικονομίας δεν αφορά την αριστερά, οδηγείται αναγκαστικά σε υιοθέτηση της λογικής της «ψωροκώσταινας» και των άνωθεν επιβεβλημένων «μονόδρομων». Είναι σαν να αποδέχεται ότι η εργατική τάξη και ο λαός δεν μπορεί να έχει λόγο για την τύχη της χώρας του, δεν μπορεί ούτε καν να παρέμβει στη συνολική πορεία που έχει χαράξει το μεγάλο κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του. Η μεγάλη αγωνία των εκπροσώπων του κεφαλαίου είναι να πείσουν τους εργαζόμενους ότι ως προς το συνολικό πρόβλημα της οικονομίας, τις αναπτυξιακές προοπτικές, το χαρακτήρα και το ρόλο των επενδύσεων, τον τρόπο προσδιορισμού της παραγωγής, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, δεν μπορούν να έχουν καμμιά διαφορετική προσέγγιση εκτός από εκείνη που επιβάλουν οι ίδιοι. Γιατί η υιοθέτηση αυτής της λογικής πρέπει να θεωρείται αριστερή στάση και πολιτική; Γιατί θα πρέπει να πιστέψουμε το κεφάλαιο και τους εκπροσώπους του και να διαγράψουμε από τον πολιτικό προβληματισμό της εργατικής τάξης το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης; Υπάρχει καλύτερη υπηρεσία προς την άρχουσα τάξη από την άρνηση να αναδειχθεί το βασικό στήριγμα της εξουσίας της, δηλαδή το καθεστώς εξάρτησης, σε προνομιακό πεδίο πάλης της εργατικής τάξης και του λαού, στο όνομα μιας δήθεν αντικειμενικής διεθνοποίησης ή καθαρής ταξικής πάλης;
Η παραγνώριση της εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό και ειδικότερα από την ΕΕ, οδηγεί αναπόφευκτα στην συνθηκολόγηση με την άρχουσα τάξη, ακριβώς στο πιο κρίσιμο ζήτημα της ταξικής πάλης σήμερα: στο ζήτημα των άμεσων προοπτικών της χώρας και του λαού της. Όσες αριστερές δικαιολογίες κι αν επικαλείται κανείς, όσες φανφάρες ριζοσπαστισμού κι αν παιανίζει. Κανένα πρόβλημα δημοκρατίας και κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τη σκοπιά των εργαζομένων δίχως να τεθεί επί τάπητος και εκ προοιμίου η ανάγκη της πάλης ενάντια στο καθεστώς εξάρτησης και υποτέλειας. Δίχως να αναδειχθεί πρώτα απ’ όλα η ανάγκη για την άμεση αποδέσμευση από την ΕΕ, για τον απεγκλωβισμό της χώρας από το ευρώ και την ΟΝΕ. Η απαλλαγή από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση αποτελεί θεμελιώδης προϋπόθεση για μια ριζικά διαφορετική πορεία του τόπου και του λαού, για την πραγματική αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας, αλλά και για νέες διεθνείς σχέσεις ανάμεσα σε κράτη και λαούς. Με την απαλλαγή αυτή συνδέεται αδιάρρηκτα η κατάκτηση της δημοκρατίας στη χώρα και η ανεξάρτητη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη προς όφελος του λαού. Γι’ αυτό και σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά αριστερή πρόταση υπέρ του λαού, υπέρ της δημοκρατίας, υπέρ της εργατικής τάξης αν δεν ξεκινάει από το πιο στοιχειώδες: την πάλη για την ανατροπή του καθεστώτος εξάρτησης και υποτέλειας με πρώτο άμεσο και αποφασιστικό βήμα την αποδέσμευση της χώρας από το ευρώ και την ΕΕ.

Δημήτρης Καζάκης
(Για την εφημερίδα Αριστερά, 10/12/2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου