Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ώδινεν όρος, κι έτεκεν… ΚΕΔΑ!



Πορεία μέσα στο τέλμα με οδηγό τα ιδεολογικά, πολιτικά και προσωπικά αδιέξοδα


Το Σάββατο, 17 Φλεβάρη του 2001, «πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στελεχών της Κίνησης για την Ενότητα Δράσης της Αριστεράς – ΚΕΔΑ», όπως μας πληροφορεί δελτίο τύπου της ομώνυμης κίνησης. Όμως, ποια είναι αυτή η ΚΕΔΑ; Πρόκειται για τη κίνηση που δημιούργησαν οι Κωστόπουλος, Θεωνάς, Ντρέκος, Ματζουράνης μαζί μ’ ελάχιστους όσους μπόρεσαν να στρατολογήσουν στην ίδια λογική. Τι πρεσβεύει αυτή η κίνηση; Από πρώτη άποψη την πολυπόθητη για πολλούς περιπλανώμενους ιουδαίους «ενότητα δράσης της αριστεράς», αλλά αν διαβάσει κανείς πιο προσεκτικά τα κείμενά τους και παρακολουθήσει τις κινήσεις τους, θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται παρά για το γνωστό πρόσχημα, που χρησιμοποιήθηκε πολλάκις στο παρελθόν, για να συγκαλύψει αλλότριους σκοπούς και προθέσεις. Ας δούμε που το πάνε.

Πως μια τραγωδία επανέρχεται ως φάρσα

Καταρχήν, πότε ιδρύθηκε αυτή η ΚΕΔΑ, ώστε να συγκαλεί «σύσκεψη στελεχών»; Μήπως στις βεγγέρες και τις πολιτικές εκδηλώσεις του ΣΥΝ, όπου σύχναζαν εξαρχής οι Κωστόπουλος, Ντρέκος και Θεωνάς εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι «πολιτικής κίνησης», την ίδια ακριβώς εποχή που όταν συζητούσαν με τρίτους απέκλειαν μετά βδελυγμίας την ίδρυση «πολιτικής κίνησης» από μέρους τους; Ή μήπως στις ανά την Ελλάδα πολιτικές εκδηλώσεις «παρουσίασης του βιβλίου» του Μ. Κωστόπουλου, που οργάνωσε μερίδα του συνδικαλιστικού-ηγετικού πυρήνα του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ; Βέβαια, είναι δικαίωμα καθενός να επιλέγει αυτόν που θεωρεί ως τον καλύτερο τρόπο να πορευτεί. Μόνο που μας παραξενεύει το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα οι «τέσσερις» συντηρούσαν μια συγκεχυμένη εικόνα, τόσο για τις προθέσεις τους, όσο και για την ιδεολογικο-πολιτική τους ταυτότητα. Ταυτόχρονα, συντηρούσαν έναν κλεφτοπόλεμο με τον Περισσό γύρω απ’ το ποιος καταπατά το καταστατικό, ποιος είναι ή δεν είναι «εντός γραμμής», αν είναι ορθή ή όχι η άλφα ή δείνα «πολιτική επιλογή», αλλά για την ταμπακέρα, δηλαδή για το παρόν και το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος, σιγή ιχθύος!
Σήμερα, ο κ. Θεωνάς ισχυρίζεται ότι αυτό που «εξαρχής έχουμε αποκλείσει είναι [όχι η συγκρότηση πολιτικής κίνησης, αλλά] η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος της Αριστεράς» (συνέντευξη Το Βήμα, 25-02-’01). Όταν, όμως, ψάρευαν στα θολά νερά για χάνους, δηλαδή, για οπαδούς, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να υπόσχονται ότι «με το κοστούμι του ΚΚΕ πορεύτηκαν τόσα χρόνια» και μ’ αυτό θα συνεχίσουν κι άλλα τέτοια δακρύβρεχτα, μόνο και μόνο για να πείσουν ένα σοβαρό τμήμα πρώην και νυν κομματικών μελών του ΚΚΕ – οι οποίοι ενώ βλέπουν την πορεία εκφυλισμού του κόμματος, δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τη μάχη για τη τύχη του κομμουνιστικού κινήματος – ν’ ακολουθήσουν τους νέους επιφανείς «σωτήρες». Και βέβαια οι υποσχέσεις έδιναν κι έπαιρναν. Αρκεί να τους ακολουθούσε κανείς, δίχως ερωτήσεις, δίχως ενστάσεις και δίχως εκείνο το ιδεολογικό μίασμα που μετατρέπει κάποιον σ’ αδιόρθωτο κομμουνιστή. Τους αρκούσε απλά η γενική καταγγελία της ηγεσίας του ΚΚΕ και η κραυγαλέα δημόσια παραίτηση απ’ αυτό, που όπως έλεγαν θα «ταρακουνούσε τα νερά» και θα συντηρούσε μια κατάσταση αναταραχής στο εσωκομματικό πεδίο. Τζόγος να γίνεται και βλέπουμε, αυτή ήταν η τακτική τους. Μέγας εμπνευστής, ο Μ. Κωστόπουλος.
Μόνο, που πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, οι πολιτικές τους ενέργειες πρόδιδαν κάτι παραπάνω από «στενές επαφές τρίτου τύπου» με γνωστούς παράγοντες του ΣΥΝ και δορυφορικών του σχημάτων (βλ. ΑΚΟΑ). Για τους εμπνευστές της ΚΕΔΑ, η αριστερά ξεκινούσε απ’ τους «παρεξηγημένους παλιούς συντρόφους» της ηγεσίας του ΣΥΝ και τελείωνε στους «αγνοημένους μαρξιστές», που δεν ήταν άλλοι απ’ τους γνώριμους παραγοντίσκους της ΑΚΟΑ – όλοι οι άλλοι «είναι τελειωμένοι», σύμφωνα με τα λόγια του Μ. Κωστόπουλου. Έτσι η δυσάρεστη οσμή παρασκηνιακής ίντριγκας που αναδυόταν εξαρχής απ’ τον τρόπο κίνησης των «τεσσάρων» ήταν αρκετή για να υποψιαστεί, ακόμη κι όποιος παλιότερα πίστευε τουλάχιστον στην ειλικρίνεια των προθέσεων του Μ. Κωστόπουλου και του Γ. Θεωνά.
Είναι ευτύχημα το γεγονός ότι αρκετοί δεν έπεσαν τελικά στη παγίδα και η άνωθεν προκάτ πολιτική κίνηση, κατέληξε σε μια συνάθροιση ελάχιστων απογοητευμένων, πολιτικά περιφερόμενων και πολλαπλά περίεργων πρώην κομματικών. Η ιδεολογικο-πολιτική σύνθεση αυτής της συνάθροισης δεν είναι καθόλου τυχαία, μιας κι απεικονίζει τη βάση πάνω στην οποία φιλοδοξεί να οικοδομηθεί η ΚΕΔΑ: κάποιοι πρώην, πολιτικά ερείπια μιας άλλης εποχής, της εποχής του «νικηφόρου υπαρκτού σοσιαλισμού», όπου όλα φαίνονταν «ακλόνητα» κι ως πιστοί οπαδοί ακολουθούσαν το «άστρο το φωτεινό». Σήμερα, όμως, που δεν υπάρχει πλέον η ΕΣΣΔ κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός ως «άστρο φωτεινό» να τους οδηγεί, ή όπως αρέσει στο Μ. Κωστόπουλο να λέει, «δεν υπάρχει πλέον η Ακαδημία Επιστημών» για να τους προμηθεύει με «απαντήσεις», βασιλεύει η απογοήτευση, η προσωπική πίκρα και η ιδεολογική παράλυση. Κι έτσι οι δυστυχείς πάλαι ποτέ πιστοί οπαδοί βιάζονται ν’ απαλλαγούν απ’ την ιδεολογία, τα σύμβολα και τα ιστορικά καθήκοντα – τα ίδια που σ’ άλλες εποχές συνήθιζαν να υπερασπίζουν πολλές φορές με ιησουίτικο μένος – για ν’ αναζητήσουν έντρομοι καταφύγιο σε μια συγκεχυμένη, ταξικά απροσδιόριστη και πολιτικά ανερμάτιστη αριστερά!
Το έργο το ‘χουμε δει πολλές φορές, με πιο πρόσφατη έκδοση την εποχή του ’89-’91, όπου και τότε ορισμένοι φιλόδοξοι επιβήτορες του κομμουνιστικού κινήματος (Ανδρουλάκης, Δραγασάκης, Δαμανάκη & συντροφία), όταν απέτυχαν να διαλύσουν ντε-γιούρε το ΚΚΕ και ν’ αφομοιώσουν τους κομμουνιστές μέσα σ’ ένα πολυσυλλεκτικό αχταρμά, σ’ ένα πολιτικά νομιμόφρων και ταξικά ακίνδυνο αριστερό κόμμα, όπως ήθελαν τον ΣΥΝ, ακολούθησαν την πεπατημένη. Χρησιμοποίησαν, δηλαδή, τις γενικές αναφορές στην αριστερά, ως «φύλλο συκής» για την ιδεολογικο-πολιτική τους συνθηκολόγηση. Ένα απλό «ριπλέι» στιγμιότυπων αυτών που έζησαν όλοι οι κομμουνιστές στις αρχές της δεκαετίας του ’90, είδαμε και με την ΚΕΔΑ. Μόνο που τότε αποτελούσε μια αληθινή τραγωδία για το κίνημα, μιας και οδήγησε μεγάλες μάζες άξιων αγωνιστών του κομμουνιστικού κινήματος – αγωνιστές που τους έχει ανάγκη το κίνημα σήμερα όσο ποτέ άλλοτε – στην παραίτηση, την αποστράτευση και την ιδιώτευση, ενώ σήμερα επαναλαμβάνονται τα ίδια, ως φαρσοκωμωδία μιας παρέας.         

Στον αστερισμό της άχρωμης κι άοσμης αριστεράς

Η χαριστική βολή στη νοημοσύνη κάθε σοβαρού αριστερού, για να μη πούμε κάθε κομμουνιστή, ήρθε με τη πρώτη επίσημη συνέντευξη τύπου της ΚΕΔΑ στις 7/3/’01, όπου επιτέλους και μετά από πολλά, παρουσιάστηκε η «διακήρυξη» της πολιτικής κίνησης. Ένα κείμενο απίστευτης ιδεολογικής σύγχυσης και πολιτικού αδιεξόδου, δια χειρός Μ. Κωστόπουλου & Σία. Κατά την διάρκειά της «παρουσίασης» ειπώθηκαν, ειδικά απ’ τον Μήτσο Κωστόπουλο, πολλά ευτράπελα, αλλά το πιο αμίμητο απ’ όλα έμεινε για το τέλος όταν ανανεώνοντας το ραντεβού του με τους παρευρισκόμενους κεραυνοβόλησε τους πάντες λέγοντας ότι αν η «πρόταση» της ΚΕΔΑ δεν καρποφορήσει τότε δυό ενδεχόμενα συμβαίνουν: είτε κατατέθηκε σε λάθος ιστορική συγκυρία, είτε απευθύνθηκε σε ώτα μη ακουόντων! Με άλλα λόγια, ο μέγας και πολύς Μ. Κωστόπουλος μας πληροφορεί πως αν η κίνησή του αποτύχει δυό είναι τα ενδεχόμενα, είτε η ιστορία είναι λάθος, είτε η αριστερά είναι λάθος. Μεγαλείο! Το απλό ενδεχόμενο να ‘ναι ο ίδιος λάθος, ούτε που του περνά απ’ το μυαλό. Αλοίμονο, πως είναι δυνατόν ν’ αρμενίζει στραβά ένας Μήτσος Κωστόπουλος, απλά ο γιαλός είναι στραβός! Ένας ο Αλλάχ και προφήτης αυτού Μήτσος Κωστόπουλος! Γι αυτό κι ο νέος επί της γης προφήτης, δεν αισθάνεται καθόλου άνετα όταν περιστοιχίζεται από συντρόφους, αλλά μόνο όταν στοιχίζονται πίσω του πιστοί οπαδοί.  
Παρόλα αυτά, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, έστω κι αν προς στιγμή παραβλέψουμε το γεγονός ότι ορισμένοι θεωρούν κατά περίεργο τρόπο πως το άγιο μύρο έχει στάξει στο μέτωπό τους για να τους χρήσει «ελέω Θεού, προφήτες της αριστεράς», έστω κι αν κατανοήσουμε την ψυχολογία ορισμένων άλλων που λόγω προϊούσας πολιτικής διαπαιδαγώγησης δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, παρά μόνο στοιχισμένοι πίσω από αυτόκλητους αρχηγούς, που «ότι κι αν κάνουν, έχουν πάντα δίκιο», πρέπει ν’ αναρωτηθεί κανείς: τι καινούργιο φέρνει η ΚΕΔΑ; Όσοι δεν είναι χθεσινοί στο κίνημα και δεν ικανοποιούνται από κλισέ πολιτικά συνθήματα, είναι εύκολο να διαπιστώσουν ότι πρόκειται για μια απ’ τα ίδια. Τι μας λένε οι κύριοι της ΚΕΔΑ; Ότι είναι αναγκαία η «κοινή δράση της αριστεράς». Τι πρωτότυπο! Προφανώς θα πρέπει να κουράστηκαν πολύ για ν’ ανακαλύψουν αυτό που – τουλάχιστον στα λόγια – αποδέχονται όλοι στην αριστερά, συμπεριλαμβανομένων και των ηγεσιών των μαζικών της κομμάτων.
Γιατί, όμως, η «κοινή δράση της αριστεράς» δεν γίνεται πράξη; Το ερώτημα αυτό οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τυράννησε πολύ τις διάνοιες της ΚΕΔΑ και ιδού το αποτέλεσμα: «Ακριβώς αυτό το ερώτημα μας απασχόλησε και μας απασχολεί. Γιατί σκόνταψε η Πρωτοβουλία της Ενωμένης Αριστεράς το 1974; Γιατί δεν ευδοκίμησε η Κίνηση για την Ενότητα της Αριστεράς (ΚΕΑ); Γιατί είχε τα γνωστά αποτελέσματα το εγχείρημα του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς; Εμείς πιστεύουμε ότι δεν ήταν λάθος η ιδέα της κοινής δράσης, της συνεργασίας, της ενότητας. Δεν ήταν στραβός ο γιαλός αλλά εμείς αρμενίζαμε στραβά. Επομένως εκείνο που πρέπει να δούμε είναι η δική μας τακτική. Να κουβεντιάσουμε με ανοιχτή καρδιά αν η πολεμική που επιλέχθηκε για πολλά χρόνια στον χώρο της Αριστεράς είχε στόχο την αναζήτηση της αλήθειας, είχε επιστημονική, ταξική αφετηρία, πίστευε πραγματικά στην ενότητα και στην κοινή πορεία ή στόχευε στην επιβεβαίωση των ξεχωριστών «δικών μας αληθειών», με αποτέλεσμα την παραμόρφωση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Η ανάγκη της συσπείρωσης και της κοινής δράσης είναι ακόμη πιο έντονη σήμερα». Τάδε έφη, ένας προεξέχων φωστήρ της ΚΕΔΑ, ο Γ. Θεωνάς (Το Βήμα, 25-02-’01).
Όσοι έχουν μελετήσει την εμπειρία αυτών που επικαλείται ο Γ.Θ. δεν μπορούν παρά να μείνουν έκθαμβοι με την άστοχη σύγχυση εντελώς ανόμοιων καταστάσεων, που επιχειρεί ο εν λόγω κύριος, για να καταλήξει στο «ζουμί»: Το όλο πρόβλημα δεν είναι άλλο απ’ την πολεμική στο εσωτερικό της αριστεράς. «Να κουβεντιάσουμε μ’ ανοιχτή καρδιά», βρε παιδιά, να τα βρούμε, προς τι τα μίση και τα πάθη, προς τι ο αλληλοσπαραγμός, όλοι αριστεροί είμαστε – φαίνεται να ευαγγελίζεται ο Γ.Θ. και η παρέα του. Πρόκειται στην ουσία για μια νεοχριστιανική αντίληψη της αριστεράς, που όμως δεν είναι καθόλου νέα. Μόνο που η ιστορία διδάσκει ότι όσοι επιχείρησαν να μεταφυτεύσουν τα ηθικοπλαστικά κηρύγματα του ευαγγελίου, στη σκέψη και τη δράση της αριστεράς, αποτελούσαν ανέκαθεν, είτε μεγάλα «ψώνια», χαρακτηριστικές γραφικές φιγούρες, που γρήγορα βρέθηκαν στ’ απόβλητα της αριστεράς, είτε μεγάλοι υποκριτές, πολιτικοί απατεώνες ολκής. Για να δούμε πιο συγκεκριμένα, σε ποια απ’ τις δυό κατηγορίες ανήκουν οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ;
Απ’ την εποχή που οι «βάρβαροι» Γιακωβίνοι κατέλαβαν τ’ αριστερά έδρανα της Εθνοσυνέλευσης, ώστε σύμφωνα με το χριστιανικό ρητό να βρίσκονται όχι εκ δεξιών, αλλά εξ ευωνύμων της «υπέρτατης αρχής», δηλαδή όχι στα από μέσα, αλλά στα απ’ έξω της εξουσίας, η αριστερά ποτέ δεν μπόρεσε να έχει μια ενιαία έκφραση. Ποτέ δεν κατόρθωσε να οικοδομήσει την ενότητά της, ακόμη κι όταν συστεγαζόταν σ’ ένα ενιαίο κόμμα, είτε ακόμη κι όταν συνευρισκόταν σ’ ένα πλατύ συμμαχικό σχήμα. Σ’ ολόκληρη τη παγκόσμια ιστορία των κοινωνικών αγώνων, κάθε φορά, που μεγάλα φιλόδοξα σχέδια «ενότητας της αριστεράς» εξαγγέλλονταν, υπήρχε πάντα η ίδια τραγική κατάληξη. Γιατί αυτό; Μήπως πρόκειται για μια τραγική αναποδιά της ιστορίας, που έλαχε ο κλήρος στους Κωστόπουλο και Θεωνά να «επανορθώσουν»; Όχι, βέβαια. Αυτό που φαίνεται ν’ αγχώνει και να θλίβει τους φωστήρες της ΚΕΔΑ, είναι ότι πιο φυσιολογικό για έναν πολιτικό χώρο, όπως η αριστερά, που δεν μπορεί παρά ν’ αντανακλά σύνθετες, βαθύτατα αντιφατικές κι αλληλοσυγκρουέμενες καταστάσεις σε μια ασυμφιλίωτα ταξική κοινωνία. Μόνο όποιος αντιλαμβάνεται την πολιτική με όρους πολυσυλλεκτισμού, ή κατανοεί την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους, με τον ίδιο τρόπο που τα αστικά πολιτικά εγχειρίδια αποδίδουν την έννοια «λαός», μπορεί να θεωρεί ως πρόβλημα – και μάλιστα το πιο σημαντικό – τις ιδεολογικο-πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της αριστεράς.     
Γιατί, άραγε, χρειάζεται η «κοινή δράση της αριστεράς»; Από που προκύπτει μια τέτοια ανάγκη; Οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ μας λένε ότι αυτή χρειάζεται γιατί εντείνεται η επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους. Πολύ ωραία. Ωστόσο, όποιος σκέφτεται μ’ ανάλογο τρόπο, θα πρέπει ν’ απαντήσει και στο εξής ερώτημα: Από που κι ως πού η αριστερά στο σύνολό της ταυτίζεται και μάλιστα εκ προοιμίου με τα συμφέροντα των εργαζομένων; Όποιος έχει στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα και πολύ περισσότερο θέλει ν’ αποκαλεί τον εαυτό του μαρξιστή, γνωρίζει μια πολύ βασική αλήθεια: Οι διάφορες πολιτικές δυνάμεις – οι όροι ανάδειξής τους, τα προγράμματα, η πολιτική και η δράση τους – αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα, όχι ευθύγραμμα, όχι απευθείας, αλλά μόνο σε «τελευταία ανάλυση»! Κι αυτό το σε τελευταία ανάλυση, χωρά πολύ νερό, σηκώνει πολύ παλάντζα!
Αυτός είναι κι ο λόγος που όσες δυνάμεις δρουν κι αναπτύσσονται στα πλαίσια της πολιτικής πάλης, είναι κατά πολύ περισσότερες απ’ τις τάξεις της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, καμμιά απ’ τις τάξεις της αστικής κοινωνίας – εκμεταλλεύτριες κι εκμεταλλευόμενες – δεν εκφράζεται, ούτε εκφράστηκε ποτέ, απ’ ένα και μόνο κόμμα, από μια και μόνη πολιτική δύναμη. Αντίθετα, παρατηρούμε αρκετά κόμματα και πολιτικές δυνάμεις να εκφράζουν την ίδια τάξη – συνειδητά ή ασυνείδητα – τα ίδια ταξικά συμφέροντα, τις περισσότερες φορές με αντιθετικό τρόπο, μέσα από διαρκείς συγκρούσεις ανάμεσα σε ταξικά «όμορες» δυνάμεις. Κι αυτό δεν συνιστά προϊόν κακόβουλης πολιτικής επιλογής, ούτε μια απλή εκδήλωση ιδεολογικο-πολιτικής ιδιοτροπίας, ούτε φυσικά αποτέλεσμα άνωθεν «σκοτεινών σχεδίων», ακόμη κι όταν οι πολιτικοί σχεδιασμοί και τα παιχνίδια κορυφής δίνουν και παίρνουν παντού.
Απ’ αυτόν τον γενικό κανόνα μπορεί να εξαιρεθεί η αριστερά; Φυσικά και δεν μπορεί. Πολύ περισσότερο απ’ την στιγμή που η αριστερά εκφράζει, ή επιθυμεί να εκφράσει κοινωνικές δυνάμεις, στρώμματα και τάξεις, που απ’ την φύση και την θέση τους στην κοινωνία, διακρίνονται για την αστάθεια τους, τις αυταπάτες που τρέφουν για τον εαυτό τους, καθώς και για την φενακισμένη τους συνείδηση. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για τα μεσαία στρώμματα, αλλά και για την ίδια την εργατική τάξη. Μόνο κάτω από συγκεκριμένες ιστορικο-πολιτικές προϋποθέσεις, μόνο κάτω από ιδιαίτερες κοινωνικο-πολιτικές συγκυρίες της ταξικής πάλης και ειδικές ιστορικές συνθήκες, μπορεί ακόμη και η ίδια η εργατική τάξη ν’ ανέβει στο επίπεδο της «τάξης για τον εαυτό της», ν’ αποκαταστήσει σε μαζικό επίπεδο, έστω προσωρινά, έστω εν μέρει, το μεγάλο χάσμα που χωρίζει την ταξική της συνείδηση, απ’ τα πραγματικά ταξικά της συμφέροντα.
Έτσι, λοιπόν, η αριστερά δεν αντανακλά την «καθαρή συνείδηση» των κατώτερων τάξεων. Άλλωστε «καθαρή συνείδηση» υπάρχει μόνο σ’ ένα πολύ υψηλό επίπεδο φιλοσοφικής αφαίρεσης, της οποίας το προσόν βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι στέκεται υπεράνω της εσωτερικά αντιφατικής πραγματικότητας. Η αλήθεια είναι ότι η αριστερά αντανακλά την διαρκή κι ανειρήνευτη πάλη ανάμεσα στην πραγματική κατάσταση της εργατικής τάξης και των λοιπών εργαζομένων, απ’ την μια, κι απ’ την άλλη, στην φενακισμένη συνείδηση που αναπαράγουν αντικειμενικά για τον εαυτό τους και την θέση τους. Αυτή η ανειρήνευτη σύγκρουση ανάμεσα στην ίδια την τάξη και στην συνείδηση που έχει η ίδια η τάξη για τον εαυτό της και την υπόλοιπη κοινωνία, αποτελεί την αντικειμενική βάση των βαθύτατων διαχωριστικών γραμμών, που αναπαράγονται διαρκώς στο εσωτερικό της αριστεράς.
Αυτός είναι κι ο λόγος που ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ αριστερά που να μην ταλανίζεται από ανελέητες εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα σε κόμματα, τάσεις και ρεύματα και οι γραμμές της να μην συνταράσσονται από βεντέτες ζωής και θανάτου! Ολόκληρη η ιστορία της αριστεράς είναι μια διαρκής ανελέητη πάλη ανάμεσα σε Γιρονδίνους και Γιακωβίνους στο εσωτερικό της, με την μορφή και το περιεχόμενο που αποκτούσε η καθεμιά απ’ αυτές τις ιδεολογικο-πολιτικές «συνιστώσες» σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική εποχή της ταξικής πάλης. Η «αντιστοίχηση» της αριστεράς με τα πραγματικά συμφέροντα της εργαζόμενης κοινωνίας ερχόταν κάθε φορά μόνο σαν αποτέλεσμα αυτής της διαρκούς κι ανελέητης πάλης. Μάλιστα κάθε φορά που η άμπωτης των κοινωνικών αγώνων, αλλά και η γενική σύγχυση στην αριστερά, άφηναν την εντύπωση σε κάποιους αφελείς ή τυχοδιώκτες, ότι ήλθε επιτέλους η ώρα της «παν-αριστεράς» στη βάση του «όλοι αριστεροί είμαστε», στην ουσία απλά προετοίμαζαν ένα νέο γύρο σκληρών κι άγριων συγκρούσεων, όταν οι συνθήκες της ταξικής πάλης έθεταν επί τάπητος μοιραία διλήμματα. Κι όσο αυτές οι συγκρούσεις δεν διεξάγονται καθαρά, ανοιχτά, προκαταβολικά, με όρους ιδεολογίας και πολιτικής, το σίγουρο είναι ότι θα διεξαχθούν αργά ή γρήγορα με άλλους όρους, ασύγκριτα πιο σκληρούς, πιο ανελέητους και πιο ισοπεδωτικούς. Μ’ εκείνους, δηλαδή, τους όρους που επιτάσσει η οξύτητα της ταξικής πάλης.
Δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι οι αυταπάτες της «κοινής δράσης» των Γιρονδίνων και των Γιακωβίνων στη πρώτη φάση της Γαλλικής επανάστασης, τους οδήγησαν αναγκαστικά να λύσουν κατόπιν τις διαφορές τους στο ικρίωμα της γκιλοτίνας! Έτσι γινόταν κάθε φορά που οι βαθιές ιδεολογικο-πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της αριστεράς παραμερίζονταν, στο όνομα της «ενότητας» ή της «κοινής δράσης». Όταν, όμως, ερχόταν τελικά εκείνο το «κρίσιμο σταυροδρόμι» της ταξικής πάλης, που οι υποβόσκουσες κι αγνοημένες βαθύτερες ιδεολογικο-πολιτικές διαφορές αποκτούσαν ξαφνικά κεφαλαιώδη σημασία για την πορεία του κινήματος, τότε ήταν πλέον αργά για να λυθούν μόνο ή κύρια με όρους ιδεολογίας και πολιτικής. Ξεκαθαρίζονταν πια καταμεσής της μάχης, μ’ όλη την αγριότητα και την βαναυσότητα που επιβάλει η τελική αναμέτρηση.
Όσοι, λοιπόν, δεν βολεύονται με την ανοικτή κι ασυμβίβαστη ιδεολογικο-πολιτική πάλη, όσοι αδυνατούν να την κατανοήσουν και κατά συνέπεια τους είναι δύσκολο να επιλέξουν «στρατόπεδο» με όρους ιδεολογίας και πολιτικής, τότε είναι εκτεθειμένοι σ’ όλες τις τραγικές δοκιμασίες, τα βάσανα και τις απογοητεύσεις, που συνοδεύουν πάντα τους ερασιτέχνες, τους αφελείς, τους ημιμαθείς και τους πολιτικάντες. Γι αυτό και οι πιο σημαντικοί, οι πιο επιφανείς, οι πιο ταγμένοι αγωνιστές στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, γνώριζαν πολύ καλά πως η ισχυροποίηση της αριστεράς κι η ανάδειξη της σε αληθινή δύναμη ανατροπής, περνούσε ανέκαθεν μέσα από συνεχείς σταυροφορίες – μ’ όλα τα πολεμικά λάβαρα ν’ ανεμίζουν και τις σάλπιγγες να σαλπίζουν διαρκείς αμείλικτες επιθέσεις – ενάντια σ’ οτιδήποτε ασυνεπές, μοδάτο και συγκαταβατικό με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, ενυπάρχει στο εσωτερικό της!
Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για την αριστερά γενικά, αλλά ακόμη περισσότερο για τα  αληθινά επαναστατικά προλεταριακά κόμματα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κανένα προλεταριακό κόμμα δεν αναδείχθηκε ποτέ σ’ αληθινή επαναστατική πρωτοπορία, αν το ίδιο πρώτα δεν ανέδειξε την εσωκομματική ανοικτή κι «οξεία πάλη των τάσεων»[1] ως κορυφαίο «ανάχωμα» ενάντια στο βάλτωμα, τον εφησυχασμό, την αποσυνθετική ατμόσφαιρα της ρουτίνας, τον εσωτερικό διχασμό σε ενεργούς ηγέτες και παθητική βάση, καθώς και την μετατροπή του ιδεολογικού εξοπλισμού σε θεολογία ή μόδα για τους πολλούς. Αντίθετα, όποτε η τυπολατρική «κομματική ενότητα» επέβαλλε το στρογγύλεμα των διαφορών και την εκπαραθύρωση της εσωκομματικής ιδεολογικο-πολιτικής ζύμωσης, είτε με την σιδερένια πυγμή του ηγετικού μηχανισμού, είτε στο όνομα της τυπικής δημοκρατίας, τότε η διαφθορά ακόμη και πραγματικών αγωνιστών – μέσα απ’ τον εθισμό τους στην ίντριγκα και το παρασκήνιο – συνιστούσε ανέκαθεν γενικό κανόνα. Αυτό εξέφραζε κι ο Φερντινάντ Λασσάλ όταν στα 1852 έγραφε στον Κάρλ Μάρξ: «Η εσωκομματική πάλη δίνει στο κόμμα δύναμη και ζωτικότητα. Η μεγαλύτερη απόδειξη της αδυναμίας ενός κόμματος είναι η πλαδαρότητα του και η άμβλυνση των διαφορών που έχουν διαγραφεί με σαφήνεια. Το κόμμα δυναμώνει όταν ξεκαθαρίζει τις γραμμές του»[2].     
Με την σειρά του ο Ένγκελς ήταν αμείλικτος μ’ όλους εκείνους τους δυστυχείς που αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σημασία της ιδεολογικο-πολιτικής πάλης στο εσωτερικό του κινήματος και καλούσαν κάθε φορά σ’ «ενότητα» και «κοινή δράση»: «Κανείς – έγραφε ο Ένγκελς εκ μέρους του ίδιου και του Μάρξ – δεν πρέπει ν’ αφήνει τον εαυτό του να παραπλανάται απ’ τις φωνές για «ενότητα». Αυτοί που έχουν συχνότερα στα χείλια τους αυτή την λέξη, είναι οι ίδιοι που προκαλούν την περισσότερη φασαρία,… είναι εκείνοι που προκαλούν όλες τις διασπάσεις, την οχλοβοή για το τίποτα,... Αυτοί οι φανατικοί με την ενότητα είναι είτε στενόμυαλοι άνθρωποι που θέλουν ν’ ανακατέψουν τα πάντα σ’ έναν ακαθόριστο χυλό, ο οποίος την στιγμή που θ’ αφεθεί να κατακαθίσει, ξαναφέρνει στην επιφάνεια τις διαφορές αλλά μ’ ακόμη πιο οξεία αντίθεση γιατί αυτή την φορά θα βρίσκονται όλες στο ίδιο τσουκάλι… είτε είναι άνθρωποι που ασυνείδητα (…) ή συνειδητά θέλουν να ευνουχίσουν το κίνημα. Αυτός είναι ο λόγος που οι χειρότεροι σεχταριστές, οι μεγαλύτεροι καβγατζήδες και οι παλιάνθρωποι φωνάζουν κατά καιρούς δυνατότερα απ’ όλους για την ενότητα. Κανένας καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής μας δεν μας έφερε χειρότερους μπελάδες και περισσότερους καυγάδες απ’ αυτούς που φωνάζουν για ενότητα»[3].
Κι ο Ένγκελς κατέληγε: «Επιπλέον, ακόμη κι ο γέρο-Χέγκελ έλεγε: ένα κόμμα αναδεικνύεται θριαμβευτής μόνο μέσα απ’ την διάσπαση κι επιπλέον κατορθώνοντας ν’ αντέξει αυτή την διάσπαση. Το κίνημα του προλεταριάτου είναι υποχρεωμένο να περάσει μέσα από ποικίλα στάδια ανάπτυξης. Σε κάθε στάδιο ένα μέρος του κόσμου κολλά και δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει την πορεία προς τα μπρος. Και μόνο αυτό είναι αρκετό για να εξηγήσει γιατί η «αλληλεγγύη του προλεταριάτου» υλοποιείται στην πραγματικότητα παντού μέσα από διαφορετικές κομματικές ομαδοποιήσεις, οι οποίες επιδίδονται σε βεντέτες ζωής και θανάτου μεταξύ τους, όπως γινόταν κι ανάμεσα στις Χριστιανικές σέκτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ακόμη και την εποχή των χειρότερων διωγμών»[4]. Κι αυτό ισχύει στην πολιτική γενικά και στο κίνημα ειδικά, με την ίδια σιδερένια αναγκαιότητα που στο βασίλειο των ζώων και των φυτών λειτουργεί η «φυσική επιλογή»! 
Όποιος ξεχνά αυτή την θεμελιώδη αλήθεια, είτε είναι πολιτικά αγράμματος κι άρα άχρηστος για το κίνημα, είτε τυπικός πολιτικάντης κι άρα επικίνδυνος για το κίνημα.

Η «κοινή δράση της αριστεράς» ως ευκαιριακό υποκατάστατο της αναγκαίας κοινής δράσης των εργαζομένων

Ποιος έχει ανάγκη την «κοινή δράση της αριστεράς»; Θα το πούμε απλά και χωρίς περιστροφές: Κανένας! Και προπαντός κανένας εργαζόμενος, κανένας εργάτης, μόνο όσοι περιδιαβαίνουν ασκόπως την αριστερά, αυτοβαυκαλιζόμενοι ότι εκπροσωπούν ή εκφράζουν την εργατική τάξη ή το «προοδευτικό κίνημα» γενικά. Η «κοινή δράση της αριστεράς» αποτελεί μια διαχρονική επινόηση μόνο κάποιων συνταξιούχων της ταξικής πάλης, δήθεν παρεξηγημένων «προφητών της αριστεράς», περιφερόμενων παραγοντίσκων και κομματικά αστέγων ή ανένταχτων, που η καταδίκη τους στο περιθώριο των μεγάλων ιδεολογικο-πολιτικών συγκρούσεων στο εσωτερικό της αριστεράς, φαντάζει σ’ αυτούς ότι καλύτερο.
Αυτό που απαιτείται και μάλιστα επειγόντως είναι η αναγκαία ενότητα του συνόλου της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. Κι αυτή η αναγκαία ενότητα έχει τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις, όρους κι ορίζοντες απ’ τα διάφορα γραφικά εγχειρήματα για την «ενότητα» ή την «κοινή δράση» της αριστεράς. Πρωταρχικός κρίκος αυτής της αναγκαίας ενότητας της εργατικής τάξης, είναι η επιδίωξη της ενότητας δράσης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, που αποτελεί και τον «σκληρό πυρήνα» της ενότητας δράσης και της αγωνιστικής συμμαχίας με τα υπόλοιπα στρώμματα εργαζομένων.
Με την ενότητα δράσης εννοούμε την μαχητική προσέγγιση και συνεργασία των πιο διαφορετικών εργατικών οργανώσεων, αλλά και μεμονωμένων εργατών, την συλλογική κινητοποίηση του οργανωμένου τμήματος της εργατικής τάξης, όπως επίσης και το τράβηγμα στην πάλη όλο και πιο πλατιών, ανοργάνωτων, πολιτικά καθυστερημένων μαζών, στην βάση κοινών αιτημάτων, κοινών διεκδικήσεων, κοινών ζωτικών συμφερόντων, κοινών ταξικών επιδιώξεων. Με άλλα λόγια η ενότητα δράσης σημαίνει ότι – παρά τις όποιες πραγματικές ή επινοημένες διαφορές, τις όποιες αντικειμενικές ή όχι ιδιαιτερότητες και ιδεολογικο-πολιτικές εξαρτήσεις, που υπάρχουν σε τμήματα της εργατικής τάξης – η τάξη συνολικά βρίσκει τρόπο να δρα συλλογικά για τα άμεσα ενιαία συμφέροντά της, να παλεύει γι αυτά και μέσα απ΄ αυτή την πάλη βαθμιαία να συνειδητοποιεί τα ταξικά, ιστορικά της καθήκοντα.
Πως κατακτιέται αυτή η ενότητα δράσης των εργατών; Στο ερώτημα αυτό έχουν δοθεί δυό φαινομενικά διαφορετικές, αλλά εξίσου προβληματικές, αδιέξοδες και κατ’ ουσία ίδιες απαντήσεις: Απ’ την μια, μέσα απ’ το γνωστό πρίσμα «όλοι αριστεροί είμαστε», προς τι τα μίση, τα πάθη κι ο αλληλοσπαραγμός. Κι απ’ την άλλη, μέσα απ’ το πρίσμα της οικοδόμησης όχι ενότητας δράσης της τάξης, αλλά ταξικής ενότητας γύρω από αυτοφερόμενες συνεπείς «ταξικές δυνάμεις». Στην πρώτη περίπτωση ολόκληρη η προβληματική της ενότητας δράσης εκφυλίζεται στην οικοδόμηση «κλίματος διαλόγου» για να εντοπιστούν τα «μίνιμουμ σημεία συμφωνίας» ανάμεσα σ’ εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις, που διατείνονται ότι εκφράζουν τους εργαζόμενους. Ενώ στην δεύτερη περίπτωση η ενότητα δράσης της τάξης καταντά ένα άθλιο πρόσχημα για την θλιβερή περιφορά – εν είδη επιταφίου – μιας ουσιαστικά ανύπαρκτης «ταξικής συνέπειας». Οι μεν ελαχιστοποιούν τόσο πολύ τις υπαρκτές διαφορές ώστε να βρουν έναν οποιοδήποτε «κοινό μέσο όρο», έναν κοινό παρανομαστή κι οι δε μεγιστοποιούν τις αντιθέσεις και τις δυσκολίες ώστε να ταυτίσουν την ενότητα δράσης της τάξης, με τυχοδιωκτικές συμπράξεις δήθεν «ταξικά συνεπών» δυνάμεων.  
Κι οι δυό «οπτικές» είναι στην βάση τους διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ενιαίας λογικής, δυό όψεις του ίδιου νομίσματος. Καμμιά απ’ τις δυό δεν εμπιστεύεται την εργατική τάξη και το κίνημά της, γι αυτό και μεταθέτει το πρόβλημα της ενότητας δράσης στο επίπεδο της αφηρημένης αριστεράς ή της «ταξικής συνέπειας» γενικά!
Ποιο είναι το κομβικό σημείο γύρω απ’ το οποίο μπορεί να οικοδομηθεί ενότητα δράσης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης; Οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ απαντούν ότι είναι υπόθεση των δυνάμεων της αριστεράς (εντός κι εκτός Βουλής) να καθίσουν «σ’ ένα τραπέζι ειλικρινούς διαλόγου, να διαπιστωθεί που μπορούμε να πάμε μαζί με μια ιεράρχηση των σοβαρών προβλημάτων που βασανίζουν το λαό και τον τόπο… Να διαμορφώσουμε τους όρους για την κοινή αντίσταση στις επιλογές του ιμπεριαλισμού και των πολυεθνικών εταιρειών, για την απόκρουση του αντιδραστικού εθνικισμού και την ανάδειξη του καλώς εννοούμενου πατριωτισμού» (Διακήρυξη της ΚΕΔΑ, Μάρτης 2001). Έτσι στοιχειοθετείται η γνωστή θεωρία της «συσπείρωσης με βάση το συγκεκριμένο πρόβλημα».  
Η θεωρία αυτή δεν είναι αποκλειστικότητα της ΚΕΔΑ, αλλά την χρησιμοποιούν όλοι όσοι στην πράξη και στην θεωρία αρνούνται την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης. Με βάση αυτή την θεωρία έχουν γεννηθεί διάφορες επιτροπές, επιτροπάτα και πρωτοβουλίες, στην προσπάθειά τους υποτίθεται ν’ αναδείξουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα ή μέτωπο πάλης. Τέτοιες επιτροπές, επιτροπάτα και πρωτοβουλίες διαθέτει κι ο ΣΥΝ και το ΚΚΕ κι από κοντά το ΔΗΚΙ, που λειτουργεί ως «μπαλαντέρ» μ’ αποκλειστικό κριτήριο την εκλογική του επιβίωση. Το πρόβλημα μ’ όλα αυτά τα κατασκευάσματα, είναι ότι αναφέρονται – τις περισσότερες φορές με τον πιο γενικό κι αφηρημένο τρόπο – σε συγκεκριμένα προβλήματα, δηλώνουν την αντίθεσή τους σε μια συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση ή επιλογή, αλλά τίποτε το περισσότερο. Αποτελούν απλώς προνομιακό πεδίο «συνεύρεσης» των ηγετικών μηχανισμών των μαζικών κομμάτων της αριστεράς με διάφορες παρατρεχάμενες «προσωπικότητες», είτε αποτελούν λέσχες συλλογικής αυτοϊκανοποίησης γραφικών ανένταχτων. 
Στην πραγματικότητα η αληθινή ενότητα δράσης της εργατικής τάξης έχει τρεις βασικές προϋποθέσεις:
Πρώτο: Την ανάδειξη όχι συγκεκριμένων προβλημάτων, αλλά συγκεκριμένων άμεσων ταξικών απαντήσεων στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Το ζήτημα δεν έγκειται στη συσπείρωση με βάση τα συγκεκριμένα προβλήματα, αλλά στη κοινή δράση με βάση κοινά αιτήματα, κοινές διεκδικήσεις για τα πιο άμεσα και ζωτικά προβλήματα της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζομένων. Η μάχη για την ενότητα δράσης δεν αφορά γενικά κι αφηρημένα κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, ούτε απλά την αντίθεση σε πολιτικές επιλογές, αλλά πρωταρχικά τον τρόπο που συγκεκριμένα πρέπει να κατανοεί η εργατική τάξη τα άμεσα προβλήματά της κι ως εκ τούτου τα άμεσα ζωτικά αιτήματα που αντιστοιχούν σ’ αυτά. Η ενότητα δράσης κρίνεται απ’ το τι θα πρέπει το σύνολο της εργατικής τάξης να διεκδικεί απέναντι στην επίθεση που δέχεται. Με άλλα λόγια, η κοινή δράση περνά πρωταρχικά μέσα απ’ την ανάδειξη κοινών αιτημάτων, όχι μόνο άρνησης κι αποτροπής, αλλά κυρίως προοπτικής και διεξόδου.
Δεύτερο: Την πάλη όχι για οποιαδήποτε κοινά αιτήματα, όχι με βάση την όποια «μίνιμουμ συμφωνία» είναι δυνατόν να επιτευχθεί ανάμεσα σε διάφορες δυνάμεις γύρω απ’ τα συγκεκριμένα προβλήματα, αλλά για κοινές άμεσες διεκδικήσεις που πρέπει ν’ απαντούν απ’ την σκοπιά των πιο ζωτικών αναγκών της εργατικής τάξης στην «καρδιά» και στην συγκεκριμένη ταξική αιχμή του προβλήματος. Κι έτσι να βοηθούν τις πλατύτερες μάζες, όχι μόνο ν’ απεγκλωβίζονται από άνωθεν προκάτ διλήμματα και μονόδρομους της κυρίαρχης πολιτικής, αλλά ν’ ανοίγουν επίσης τον δρόμο για νέες κατακτήσεις και να διευρύνουν τον ορίζοντα της πάλης. Γι αυτό και η κατάκτηση της κοινής δράσης, δεν έχει σχέση με σχηματικούς διαλόγους ανάμεσα σε διαφορετικές δυνάμεις για να βρεθεί ο όποιος «κοινός παρανομαστής», αλλά με την μαχητική ανάδειξη εκείνων των διεκδικήσεων, που απαντούν άμεσα κι ουσιαστικά στα πιο ζωτικά προβλήματα της εργατικής τάξης. Αυτές οι διεκδικήσεις αποτελούν και την μοναδική βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί πρακτικά η ενότητα δράσης, τόσο στην κοινωνία, όσο και στην πολιτική, απ’ την σκοπιά των πιο άμεσων συμφερόντων των εργαζομένων. Όλα τ’ άλλα είναι απλά προφάσεις εν αμαρτίαις, προσχήματα για τα πολιτικά μαγειρεία των παρασκηνίων.
Τρίτο: Την ανάδειξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος – κι όχι βέβαια της «πληθυντικής» ή άλλης αριστεράς ή του όποιου προκάτ «ταξικού πόλου» – σε προνομιακό χώρο οικοδόμησης της ενότητας δράσης της τάξης. Κι αυτό γιατί είναι ο μοναδικός τρόπος ώστε να μπορέσει η κοινή δράση, η μαχητική συσπείρωση, η αγωνιστική συνεργασία να γίνει άμεσα και πρακτικά υπόθεση των πιο πλατιών μαζών της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους συγχύσεις κι αυταπάτες, τις πολιτικές τους δεσμεύσεις κι εξαρτήσεις, ακόμη κι απ’ τον ίδιο τον δικομματισμό.
Η τελευταία αυτή επιδίωξη δεν έχει καμμιά σχέση με τις γνωστές γλυκανάλατες ή σχηματικά επαναστατικές αναφορές στο εργατικό κίνημα, στις οποίες ασκούνται οι διάφοροι παράγοντες, παραγοντίσκοι και γραφειοκράτες της αριστεράς. Για ν’ αναδειχθεί το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα σε προνομιακό χώρο ενότητας δράσης, απαιτεί απ’ την εργατική τάξη να διεκδικήσει και ν’ ανασυντάξει τα συνδικάτα της ως μαχητικά όργανα πάλης για την υπεράσπιση των πιο ζωτικών αιτημάτων της, μακριά από λογικές που τα θέλουν φτωχούς συγγενείς σ’ ένα εντελώς διεφθαρμένο σύστημα «κοινωνικών εταίρων». Σήμερα, είναι αναγκαίο όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία του εργατικού κινήματος, ν’ αντιστραφεί επειγόντως η τάση αποδυνάμωσης των συνδικάτων, που τα οδηγεί με μαθητική ακρίβεια στην εξαφάνιση.
Τα συνδικάτα έχουν μόνο ένα ρόλο να παίξουν, κι αυτός είναι η αγωνιστική υπεράσπιση των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων. Κι αυτόν τον ρόλο μπορούν να τον παίξουν μόνο στον βαθμό που συντρέχουν τρεις βασικές συνθήκες:
Πρώτο, διεκδικούν άμεσα και πρακτικά την οικονομική, πολιτική και θεσμική τους ανεξαρτησία απ’ το σύστημα εξουσίας, το κράτος και τους μηχανισμούς του.
Δεύτερο, περιφρουρούν ως κόρη οφθαλμού, βαθαίνουν κι αναπτύσσουν διαρκώς την οργανωτική τους συνοχή κι ενότητα.
Τρίτο, διευρύνουν συνεχώς την οργανωμένη τους βάση, μέσα απ’ την άντληση συνεχώς καινούργιων οργανωμένων δυνάμεων από την εργατική τάξη.
Η πάλη γι αυτές ακριβώς τις βασικές συνθήκες ύπαρξης των συνδικάτων – κι όχι ο επαναστατικός βερμπαλισμός ή οι γενικές αναφορές στην εργατική τάξη και στα συμφέροντα των εργαζομένων – αποτελούν το κατεξοχήν ασφαλές κριτήριο ταξικής συνέπειας για όποιον θέλει ν’ αναφέρεται στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα. Όσο κομμουνιστής κι αν εμφανίζεται κάποιος, απ’ την στιγμή που αναλίσκεται σε γενικές αναφορές στο εργατικό κίνημα κι εμφανίζει παρά φύση αριστερούς ή ταξικούς «πόλους», αντί των συνδικάτων, ως άξονες συσπείρωσης της εργατικής τάξης, τότε αναδεικνύει την ίδια αγκυλωτική λογική, την ίδια ταξική ιδιοσυγκρασία, τις ίδιες βαθύτερες φοβίες με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Μόνο τα πολιτικά προσχήματα κι οι ιδεολογικές αναφορές αλλάζουν κατά περίσταση.     
Η σημασία αυτών των βασικών συνθηκών ύπαρξης ενός ζωντανού αγωνιστικού εργατικού κινήματος, είναι ακόμη μεγαλύτερη σήμερα, όπου υπάρχει σ’ εξέλιξη μια γενικευμένη επίθεση εναντίον των συνδικάτων – κι απ’ τα μέσα κι απ’ τα έξω – από δυνάμεις που θέλουν να τα μετατρέψουν σε συγγενείς οργανώσεις, ανάλογης υφής και ήθους, με τους σύγχρονους κρατικοδίαιτους «ιεραποστόλους» του ιμπεριαλισμού, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και τα διάφορα ποικιλόχρωμα Δίκτυα.
Τι έχουν να πουν για όλα αυτά οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ; Απολύτως τίποτε! Όσο και να ψάξει κανείς στην διακήρυξη και στις δημόσιες τοποθετήσεις των εν λόγω κυρίων, το μόνο που θ’ ανακαλύψει είναι γενικολογίες για τα προβλήματα, τους εργαζόμενους και την ενότητα του εργατικού κινήματος. Καμμιά προσπάθεια να στοιχειοθετηθούν, έστω μερικά, οι πιο σημαντικές αναγκαίες διεκδικήσεις της τάξης στην πάλη της ενάντια στην επίθεση που δέχεται. Αρκούνται στην επισήμανση της οξύτητας του «συγκεκριμένου προβλήματος» και σε μια χλιαρή στρογγυλεμένη αναφορά στους «ενόχους». Καταγγέλλουν, π.χ., γενικά τον ιμπεριαλισμό και τις πολυεθνικές, αλλά ούτε κουβέντα για τα αντιδραστικά μορφώματα, που αποτελούν τους συλλογικούς εκφραστές του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ουσιαστικό, το κομβικό για την ενότητα δράσης, δηλαδή τα κοινά αιτήματα γύρω απ’ τα οποία πρέπει να συσπειρωθεί η εργατική τάξη κι οι άλλοι εργαζόμενοι, τ’ αφήνουν για το «τραπέζι του διαλόγου» της αριστεράς. Έτσι επιδιώκουν ν’ αντιστρέψουν τους όρους, να βάλουν σκόπιμα το κάρο μπροστά απ’ το μουλάρι, δηλαδή να υπάρξει σύγκληση ή «κοινή δράση» στην βάση ενός γενικού διαλόγου κι όχι βέβαια γύρω από ένα συγκεκριμένο σύστημα αναγκαίων διεκδικήσεων ταξικής πάλης. Κάτι καθόλου τυχαίο. Άλλες δυνατότητες «σύγκλησης» και ομοτράπεζου «διαλόγου» υπάρχουν στις γενικολογίες και τα κροκοδείλια δάκρυα για τα οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων κι άλλες στην ανοικτή, σαφή τοποθέτηση γύρω απ’ τις αναγκαίες διεκδικήσεις. Στην δεύτερη περίπτωση η πιθανότητα να ξινίσει η σούπα του «όλοι αριστεροί είμαστε», είναι εξαιρετικά ισχυρή. Κι αυτό γιατί αντικειμενικά θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τους περισσότερους απ’ τους ομοτράπεζους της ΚΕΔΑ στην αριστερά, μιας και την μόνη σχέση που έχουν με την ταξική πάλη είναι μέσα απ’ το περιθώριό της ή  απ’ την αντίπερα όχθη.
Σ’ αυτά τα πλαίσια δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει απ’ την ΚΕΔΑ κάποια έστω στοιχειωδώς σοβαρή προβληματική γύρω απ’ την αναγκαία ανασυγκρότηση του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος. Η εργατική τάξη είναι καταδικασμένη ν’ αποτελεί αναφορά ευκολίας στις τηλεοπτικές κι άλλες εμφανίσεις του Μήτσου Κωστόπουλου, όπου αυτοσυστήνεται ως εργάτης και κομμουνιστής, με την ίδια γραφικότητα που ο μακαρίτης Αβέρωφ αυτοσυστηνόταν ως συγγραφέας και τυροκόμος. Όσο για το κίνημα της τάξης «του», είναι κι αυτό καταδικασμένο ν’ αποτελεί απλό «αξεσουάρ», απλή προέκταση μιας αριστεράς, η οποία παρόλη την τρομακτική σύγχυση και τ’ αδιέξοδά της, αποτελεί, κατά περίεργο τρόπο, προνομιακό πεδίο ζύμωσης κι ανασυγκρότησης όχι μόνο των άμεσων μετώπων πάλης, αλλά και των γενικότερων ιστορικών προοπτικών του κινήματος. Παρά κι ενάντια στο γεγονός ότι ολόκληρη η ιστορία των κοινωνικών αγώνων απ’ την εποχή της μεγάλης Γαλλικής επανάστασης, έχει αποδείξει ακριβώς τ’ αντίθετο.
Αν θα θέλαμε να ξεχωρίσουμε την πιο μεγάλη ιστορική κατάκτηση στους αγώνες των εργαζομένων ενάντια στο κεφάλαιο και την εξουσία του, καμμιά άλλη δεν φτάνει σε σημασία την παρακάτω: Την ολοκληρωτική διάλυση της χαώδους συνένωσης διαφορετικών ταξικών και κοινωνικών συμφερόντων στα πλαίσια μιας απατηλής ενότητας, που αντανακλούσε η παραδοσιακή αστικοδημοκρατική κατάχρηση της έννοιας «λαός». Αυτή η άκρως συγκεχυμένη κι αφηρημένη έννοια του «λαού» χρειάστηκε να παραμεριστεί, να ποδοπατηθεί θεωρητικά και πρακτικά, μόνο και μόνο για να έλθουν στην επιφάνεια οι διαφορετικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώμματα που εμπεριέχει, κι ως εκ τούτου οι ταξικοί ανταγωνισμοί ανάμεσά τους. Χρειάστηκε, δηλαδή, η εργατική τάξη να αποσπαστεί απ’ τον χυλό του «λαού» και του συνόλου των «εργαζομένων», να διαλύσει κάθε ιδεολογικο-πολιτική συμφωνία με τις άλλες ενδιάμεσες τάξεις και ν’ ανακαλύψει την ιδιαιτερότητα της ταξικής της κατάστασης. Κι αυτή η διαδικασία απόσπασης του προλεταριάτου από χαώδεις και συγκεχυμένες συνενώσεις είναι φανερή απ’ τα πρώτα κιόλας βήματά του.
Πως, όμως, συνέβη αυτή η ιστορική απόσπαση της εργατικής τάξης απ’ τους άλλους «εργαζόμενους»; Μ’ έναν βασικό τρόπο, την ανεξάρτητη οργάνωση της τάξης. Κι αυτή η ανεξάρτητη οργάνωση της τάξης εκδηλώθηκε με δυό κύριες ιστορικές μορφές: (α) Την συγκρότηση των συνδικάτων, ως πρωτογενούς μορφής πρακτικής οργάνωσης του συνόλου της τάξης σ’ έναν διαρκή αγώνα για την διεκδίκηση καλύτερων όρων αμοιβής κι εργασίας. (β) Την ανάδειξη του ταξικά αυτοτελούς κόμματος του προλεταριάτου, προνομιακού φορέα και πεδίου ζύμωσης της δικής του ανεξάρτητης ιδεολογίας και πολιτικής.
Η ιστορική πορεία γέννησης κι άνδρωσης των δυό μορφών οργάνωσης της τάξης, υπήρξε παράλληλη, αλληλοτροφοδοτούμενη κι εσωτερικά αντιφατική διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δίχως την οργάνωση και τις κατακτήσεις που απορρέουν απ’ αυτήν, τόσο στο επίπεδο του οικονομικού αγώνα, όσο και στο επίπεδο της ιδεολογίας και της πολιτικής, δεν μπορεί να νοηθεί η εργατική τάξη ως συγκροτημένη «τάξη καθαυτό», που  διαθέτει την δυνατότητα  ν’ ανακαλύψει την ιδιαιτερότητα της δικής της ξεχωριστής κατάστασης και θέσης στην παραγωγή και την κοινωνία γενικά. Δίχως αυτή την οργάνωση, η εργατική τάξη δεν είναι παρά ένα μίζερο συνοθύλευμα από διαφορετικά κοινωνικο-επαγγελματικά στρώμματα, έρμαια των δυνάμεων της «αγοράς εργασίας», σε διαρκή εξατομικευμένο ανταγωνισμό μεταξύ τους και μ’ ολόκληρη την κοινωνία σαν σύνολο. Μια τέτοια τάξη είναι ικανή μόνο για να πέφτει «θύμα των περιστάσεων», μόνο για να αυτοκαταναλώνεται σ’ εκρήξεις απόγνωσης κι απογοήτευσης, μόνο για να υποφέρει ατελείωτα βάσανα και ν’ αυτοπυρπολείται σε πύρινα ολοκαυτώματα. Μόνο για να υπόκειται σε μάταιες θυσίες και να «στολίζει» την μίζερη ζωή της με μοιραίες αυταπάτες.
Ωστόσο, η ιστορική απόσπαση της εργατικής τάξης δεν έγινε για να κλειστεί ερμητικά στα δικά της «ταξικά τείχη», ούτε για ν’ απομονωθεί απ’ όλες τις άλλες ενδιάμεσες τάξεις του «λαού» και του συνόλου των «εργαζομένων», ούτε φυσικά για να τ’ αντιμετωπίσει ως μια κατά κανόνα «αντιδραστική μάζα». Η συγκεχυμένη έννοια του «λαού» κι οι γενικόλογες αναφορές στους «εργαζόμενους», έπρεπε να τσαλακωθούν ανελέητα, μονάχα όμως για ν’ αναδυθεί μια νέα επαναστατικά-ταξικά διαφοροποιημένη έννοια του λαού και των εργαζομένων, δηλαδή μια επαναστατική μαχητική κοινωνικο-πολιτική συμμαχία όλων των καταπιεσμένων, όπου η εργατική τάξη είναι σε θέση κι έχει την δυνατότητα ν’ αποδείξει στην πράξη όλες τις αγωνιστικές της αρετές, ολόκληρη την ιστορική της ανωτερότητα, ως ηγέτιδα δύναμη όλων των εργαζομένων. Γι αυτό κι ο Λένιν τόνιζε: «Η σοσιαλδημοκρατία πολεμούσε και πολεμά με όλο της το δίκιο την αστικοδημοκρατική κατάχρηση της λέξης λαός. Απαιτεί να μην σκεπάζεται με τη λέξη αυτή η μη κατανόηση των ταξικών ανταγωνισμών μέσα στον λαό. Επιμένει κατηγορηματικά στην ανάγκη της πλήρους ταξικής αυτοτέλειας του κόμματος του προλεταριάτου. Χωρίζει όμως το «λαό» σε «τάξεις» όχι για να κλειστεί στον εαυτό της η πρωτοπόρα τάξη, όχι για να περιοριστεί σ’ ένα στενό πλαίσιο και να ευνουχίσει τη δράση της με τους συλλογισμούς μη τυχόν κι αποτραβηχτούν οι οικονομικοί άρχοντες του κόσμου, μα για να μπορεί η πρωτοπόρα τάξη, λυτρωμένη από το μεσοβέζικο χαρακτήρα, την αστάθεια και την αναποφασιστικότητα των ενδιάμεσων τάξεων, να παλαίψει με μεγαλύτερη ακόμα δραστηριότητα, με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό για την υπόθεση όλου του λαού, επικεφαλής όλου του λαού»[5].
Η διαδικασία αυτή της ιστορικής απόσπασης της εργατικής τάξης απ’ τον «λαό», οδήγησε και στην αναγκαία ιστορική μετεξέλιξη της αριστεράς. Από μια γενική, συγκεχυμένη κι αδιαφοροποίητη έννοια – όπου πρυτάνευαν τα αισθήματα κοινωνικής αδικίας και τα διάφορα δόγματα «κοινωνικής δικαιοσύνης» – στην επαναστατικά-ταξικά διαφοροποιημένη έννοια της αριστεράς. Η αριστερά έπαψε να ‘ναι πεδίο ηθικής καταγγελίας της αδικίας, όπου οι διαφορές στο εσωτερικό της ήταν εκ των πραγμάτων δευτερεύουσες κι αφορούσαν περισσότερο προσωπικές ιδιοτροπίες όσων «μεγάλων ανδρών» δέσποζαν σ’ αυτήν. Μετατράπηκε σ’ ένα ανοιχτό πεδίο ανειρήνευτης αντιπαράθεσης συγκροτημένων ιδεολογικο-πολιτικών ρευμάτων, κομμάτων και τάσεων, ιδεώδες περιβάλλον για την μαχητική ανάδειξη της ολοκληρωμένης κοσμοαντίληψης του προλεταριάτου, που μόνο έτσι μπορεί ν’ ανέλθει στο ύψος της επιστήμης.
Μαζί μ’ αυτήν την ταξικά κι επαναστατικά διαφοροποιημένη αριστερά, άνοιξε και μια νέα εποχή κοινής πάλης. Οι συγκεχυμένες συνενώσεις κι οι απατηλές ενότητες, όπου η ταξική αντίθεση συγχεόταν με την ηθικολογία και τα «αιώνια ερωτήματα» της ιδεολογίας με τις τρέχουσες ανάγκες της ταξικής πάλης, είχε πλέον ξεπεραστεί. Αντίθετα, η κοινή πάλη βασιζόταν πια στην κοινή δράση για τα πιο άμεσα, επείγοντα και φλέγοντα αιτήματα της εργατικής τάξης. Στην κοινή δράση για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού, για την απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου, για την αποτροπή της επιδείνωσης της θέσης του συνόλου της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων.
Έτσι, απ’ την εποχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» αναδείχθηκε μια εντελώς διαφορετική πολιτική συμμαχιών, που δεν προϋπέθετε την ιδεολογική σύμπτωση, ούτε το στρογγύλεμα των διαφορών. Αντίθετα, βασική επιδίωξη των πιο συνειδητών εκπροσώπων της εργατικής τάξης, ήταν η εμπλοκή και κινητοποίηση στην κοινή δράση, της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των υπολοίπων εργαζομένων, παρά τις ιδιαίτερες πολιτικές και ιδεολογικές εξαρτήσεις των μεγαλύτερων τμημάτων τους. Η επιδίωξη της ενότητας δράσης γύρω από τα πιο ζωτικά κοινά αιτήματα του συνόλου της εργατικής τάξης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια του επαναστατικού προλεταριακού κόμματος να κινητοποιήσει και να κατακτήσει την πλειοψηφία του προλεταριάτου, ακόμη κι όταν αυτή τυπικά φαίνεται ν’ ακολουθεί αστούς κι μικροαστούς ηγέτες. Ακόμη κι όταν γνωρίζει πολύ καλά πως όσο η εργατική τάξη εξακολουθεί να εξαρτάται από αστικές ή μικροαστικές δυνάμεις, η κατάκτηση της κοινής δράσης από την πλειοψηφία του προλεταριάτου, δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή και συνεχώς υπό αίρεση.
Εδώ βρίσκεται κι η θεμελιακή ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον κομμουνιστές και τους ποικιλόχρωμους τυχοδιώκτες της πολιτικής, λιγότερο ή περισσότερο αριστερής απόχρωσης: Οι κομμουνιστές δεν ζητούν από τους εργάτες «πιστοποιητικά φρονημάτων», δεν απαιτούν απ’ αυτούς να υπογράψουν «δηλώσεις αποκήρυξης» και ν’ αποκηρύξουν προκαταβολικά την ιδεολογία τους, τους ηγέτες και τα κόμματά τους – έστω κι αν τους μετατρέπουν σε υποχείρια της αστικής πολιτικής – ούτε να φτιάξουν κάποιο τρίτο δήθεν πολυσυλλεκτικό κόμμα «πολλών τάσεων», ώστε να υπάρξει κοινή δράση. Οι κομμουνιστές δεν απαιτούν από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης να διαρρήξει ευθύς εξαρχής τους δεσμούς της με τα αστικά και ρεφορμιστικά κόμματα και κατόπιν να αναπτυχθεί η ενότητα της δράσης. Αντίθετα, καλούν συνεχώς τους εργάτες κάθε απόχρωσης σε κοινή πάλη για τα πιο ζωτικά συμφέροντα της εργατικής τάξης. Καλούν επίμονα και παλεύουν να επιβάλουν σ’ όλες τις δυνάμεις που επιδρούν και δραστηριοποιούνται στο εργατικό κίνημα να επικεντρώσουν στην ανάγκη ανάπτυξης της κοινής πάλης για τα πιο άμεσα, επείγοντα και φλέγοντα αιτήματα της εργατικής τάξης.
Η επιδίωξη αυτή των κομμουνιστών προκύπτει πρωταρχικά απο την βαθιά τους πεποίθηση πως κριτήριο όλων των διαφορών στο εργατικό κίνημα είναι τελικά η ίδια η πράξη. Αυτή η βασική θέση του διαλεκτικού υλισμού, το κριτήριο της πράξης, αποτελεί και την βάση της αληθινά επαναστατικής πολιτικής η οποία ανάγει την δράση, την κίνηση των ίδιων των μαζών, σε αποφασιστικό κριτήριο που θα ξεδιαλύνει τις ιδεολογικο-πολιτικές συγκρούσεις και θα δώσει την απαραίτητη εμπειρία στην πλειοψηφία της εργατικής τάξης να κρίνει και τελικά να ξεκόψει απο την αστική και ρεφορμιστική επιρροή. Κάτι όμως που προϋποθέτει ότι η πλειοψηφία της εργατικής τάξης θα πρέπει περάσει μέσα απο το μακρόχρονο σχολείο της κοινής πάλης για κοινά αιτήματα.
Γι αυτό και για την συγκρότηση ενιαίων προλεταριακών μετώπων κοινής πάλης, οι κομμουνιστές ποτέ δεν έβαλαν σαν αναγκαίο όρο προσχώρησης, την αλλαγή των επιδιώξεων, της ιδεολογίας, ή των πολιτικών εξαρτήσεων μιας δύναμης. Ποτέ δεν εξάρτησαν την κοινή δράση από κάποιον γενικό «διάλογο» της αριστεράς επί παντός επιστητού. Καταρχήν, έθεταν ανέκαθεν σαν βασική προϋπόθεση την συμφωνία σε κοινά αιτήματα πάλης ενάντια στον κοινό εχθρό. Δεύτερο, υπεράσπιζαν πάντα την οργανωτική και ιδεολογική αυτοτέλεια κάθε δύναμης στην κοινή πάλη, καθώς και την διατήρηση της ιδιαίτερης οπτικής, της ζύμωσης, των πολιτικών επιδιώξεων και των κοσμοθεωρητικών απόψεων των δυνάμεων που συμμετέχουν στην κοινή πάλη. Πρόκειται για την τακτική που επιγραμματικά διατύπωσε ο Λένιν λέγοντας ότι «η γραμμή μας είναι να βαδίζουμε χωριστά μα να χτυπάμε μαζί»[6].
Κι αυτό γιατί η κοινή δράση δεν αμβλύνει τις ιδεολογικο-πολιτικές διαφορές, αλλά τις οξύνει στο έπακρο. Όσο περισσότερο η κοινή δράση αγκαλιάζει μεγάλες μάζες εργατών κι εργαζομένων, όσο περισσότερο η πάλη για κοινά αιτήματα ανοίγει νέους ορίζοντες, τόσο περισσότερο δοκιμάζονται οι διαφορετικές απόψεις, οι αντιτιθέμενες επιδιώξεις και οι ιδιαίτερες οπτικές των δυνάμεων της συμμαχίας. Γι αυτό και η συμμαχία θα πρέπει ν’ αποτελεί πάνω και πριν απ’ όλα προνομιακό πεδίο, όχι διατεταγμένης «σύνθεσης» των διαφορών, αλλά ανοικτής ζύμωσης κι αντιπαράθεσης ανάμεσα στους συμμάχους, με όρους ιδεολογίας και πολιτικής. Μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί μια συμμαχία να εξελίσσεται προς το συμφέρον της ταξικής πάλης των εργαζομένων. Όσες συμμαχίες ξέχασαν αυτή την βασική αλήθεια, έχασαν τον δυναμισμό τους, αφυδατώθηκαν και τελικά διαλύθηκαν ή μετεξελίχθηκαν σε πολιτικά εκτρώματα. Αυτό συνέβη και με τον πάλαι ποτέ ενιαίο Συνασπισμό. Η μετατροπή του σε σύμπραξη δυό προνομιακών εταίρων και μερικών δορυφορικών «προσωπικοτήτων», η επιβολή λογικών κόμματος, ο εξορκισμός των βαθύτατων ιδεολογικο-πολιτικών διαφορών στο όνομα μιας συγκεχυμένης «ενότητας», οδήγησε στον σημερινό κεντροαριστερό απόστημα του ΣΥΝ.
Επομένως, οποιαδήποτε αντιστροφή του προβλήματος της ενότητας δράσης, που ανάγει την κοινή πάλη, από πραχτικό πρόβλημα ενότητας όλων των δυνάμεων της εργατικής τάξης ενάντια στον κοινό εχθρό, είτε σε πρόβλημα «διαλόγου» επί παντός επιστητού, είτε διαχωρισμού των επαναστατών από τους ρεφορμιστές, των ταξικά συνεπών από τους προδότες, μετατρέπει το πρόβλημα της κατάκτησης της ενότητας της εργατικής τάξης σε σ’ ένα άκρως σχολαστικό ζήτημα. Πρωτεύον δεν είναι η άμεση πραχτική δράση των μαζών ενάντια στον κοινό εχθρό, αλλά αυτό που πιστεύουν κι αντιπροσωπεύουν οι διάφορες δυνάμεις της αριστεράς. Αυτή η μεταφυσική, ιδεαλιστική άποψη καθηλώνει τους οπαδούς της, είτε στον ορίζοντα της τυπικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου η κατάκτηση της πλειοψηφίας κατανοείται σχηματικά, μέσα από το «βούλιαγμα» στο δοσμένο επίπεδο συγχύσεων κι αυταπατών, την κολακεία του επιπέδου των πολλών, με την «αποσιώπηση» ή την «παραίτηση» από θέσεις κι αιτήματα που «σκανδαλίζουν» τον συντηρητισμό τους, καθώς και μέσα από την αποθέωση των «πολιτικών ελιγμών», της προπαγάνδας και των «μέσων επικοινωνίας» της αστικής δημοκρατίας. Είτε σε μια σεχταριστική αποθέωση του ρόλου των «συνειδητών μειοψηφιών», που συχνά οριοθετούνται αόριστα «σ’ αυτούς που θέλουν να δράσουν», σε βάρος της καθυστερημένης πλειοψηφίας, η οποία είναι καταδικασμένη μόνο ν’ «ακολουθεί» την κόκκινη σημαία που κυματίζει μπροστά. Γι αυτό κι ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός αποτελούσε ανέκαθεν μόνο την άλλη όψη, το alter ego, των εκάστοτε σεχταριστικών αντιλήψεων περί «επαναστατικής καθαρότητας».
Έτσι και η ΚΕΔΑ με τις αναφορές της στην «κοινή δράση της αριστεράς» δεν ενδιαφέρεται για την κοινή δράση της εργατικής τάξης και των εργαζομένων, αλλά για την υπέρβαση της «πολυδιάσπασης και του κατακερματισμού της αριστεράς». Δεν ενδιαφέρεται ν’ αναδείξει κοινά αιτήματα πάλης, αλλά να «λύσει» παμπάλαιες ιδεολογικές διαφορές στο εσωτερικό της αριστεράς, στο όνομα της κοινής δράσης. Κι όλα αυτά επιστρέφοντας πίσω σε συγκεχυμένες κι αδιαφοροποίητες έννοιες για την αριστερά και τους εργαζόμενους. Αυτός είναι κι ο λόγος που τόσο εύκολα βρέθηκε να συναρπάζεται και με τα νέα κινήματα-καρικατούρες, με τον περιφερόμενο θίασο της «κοινωνίας των πολιτών», όπως τον θαυμάσαμε τελευταία στο Πόρτο-Αλέγκρε και θα τον θαυμάσουμε πάλι στην Γένοβα, σε μια ακόμη παράσταση για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.        
Κατά τ’ άλλα αρκούνται να διατυπώνουν με προσποιητή αφέλεια μεγάλα ρητορικά ερωτήματα: Μήπως είχε δίκιο ο ευρωκομμουνισμός κι όχι η «παραδοσιακή κομμουνιστική αντίληψη»; Αναρωτάτε στην διακήρυξή της η ΚΕΔΑ, εμφανώς πονηρά. Βέβαια, το γεγονός ότι οι πάλαι ποτέ φύλαρχοι του ευρωκομμουνισμού βρέθηκαν πολύ γρήγορα – ήδη απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’70 – να κινούνται κάπου ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τον Βουδισμό, καθόλου δεν απασχολεί την ΚΕΔΑ. Αυτού του είδους η πρακτική λύση της παλιάς διαφοράς, δεν είναι για τα γούστα των κατά τ’ άλλα υπέρμαχων του δόγματος «η πραγματική αλήθεια αποδεικνύεται στην πράξη»! Μην τους παρεξηγείται, είναι μεν υπέρμαχοι του παραπάνω δόγματος, αλλά με μια μόνο τοσοδούλα προϋπόθεση: να πρόκειται για την δική τους στρογγυλεμένη και παραποιημένη αλήθεια κι όχι για εκείνη την άσχημη, ξεδιάντροπη και προκλητική αλήθεια της λεγόμενης «παραδοσιακής κομμουνιστικής αντίληψης».     
Και συνεχίζουν ακάθεκτοι οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ να θέτουν ανάλογου ύφους και ήθους ερωτήματα: Γιατί τάχα ν’ απέτυχε η Ενωμένη Αριστερά, η ΚΕΑ κι ο ενιαίος Συνασπισμός; Τι συνέβη και διαλύθηκε η ΕΣΣΔ; Πόσους άραγε γαλαξίες να ‘χει το σύμπαν; Μήπως έχουν δίκιο οι χριστιανοί για τον Ναζωραίο; Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο; Όσο για απαντήσεις, ε, μη ζητάτε και πολλά, για τόσο ανώτερα υπαρξιακά ζητήματα έχουμε ολόκληρα τέρμινα να τα διαλογιζόμαστε. Έως τότε, είναι αναγκαίος ο γενικός διάλογος, αρκεί ο καθένας στην αριστερά να μην βλέπει, να μην ακούει και να μην μιλά, μπας και σταματήσει ο αλληλοσπαραγμός κι επέλθει η πολυπόθητη «κοινή δράση». Τα υπόλοιπα, όπως γιατί, προς όφελος ποίου, έως που και στη βάση ποιων στόχων, δεν είναι παρά ατυχείς λεπτομέρειες, που συντηρούν τα μίση και τα πάθη στην αριστερά κι έτσι καλύτερα να τ’ αφήσουμε στις καλένδες.

Η αριστερά ως «σημαία ευκαιρίας»

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς σήμερα ορισμένους πάλαι ποτέ ιησουίτες οπαδούς της «μιας και μοναδικής αλήθειας», ν’ ανακαλύπτουν αίφνης ότι υπάρχουν «πολλές ξεχωριστές αλήθειες». Στα μάτια των τεθλιμμένων συγγενών της «πληθυντικής αριστεράς», κάτι τέτοιο μπορεί να φαντάζει ως πρόοδος. Άλλωστε η ίδια η ύπαρξή τους βασίζεται στην ικανότητά τους ν’ αναπαράγουν ως «δικές τους» τις «αλήθειες» του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας. Στην πραγματικότητα, όμως, συνιστά την ίδια «πρόοδο» μ’ εκείνη που οδήγησε την τυπική λογική να εκφυλίζεται σε σοφιστική, ενώ τον ορθολογισμό σ’ αγνωστικισμό.
Για να γίνει φανερή αυτή η όντως εντυπωσιακή «πρόοδος» θα πάρουμε ένα τυπικό παράδειγμα για το πως εννοούν οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ την αναζήτηση της «αντικειμενικής αλήθειας»: Ένα απ’ τα κεντρικά καθήκοντα που θέτουν για την δική τους αριστερά είναι «να ξαναδούμε, να κουβεντιάσουμε, όχι αφηρημένα και παγιδευμένοι στα σύνδρομά μας, αλλά στην βάση της αντικειμενικής πραγματικότητας, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στηριγμένοι στο ιστορικό, μαρξιστικό συμπέρασμα ότι «η τάση της ενοποίησης είναι αντικειμενική, οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται δεν είναι δεδομένες», πολύ περισσότερο που στην κοινωνική εξέλιξη τα πάντα καθορίζονται από την θέληση και την δράση των ανθρώπων» (Διακήρυξη ΚΕΔΑ, Μάρτης 2001). Καταρχήν, για να μην ταλαιπωρείται ο καλοπροαίρετος αναγνώστης ψάχνοντας εναγωνίως, για το που στο καλό το βρήκε ο κ. Κωστόπουλος αυτό το περιβόητο «ιστορικό, μαρξιστικό συμπέρασμα», τον πληροφορούμε ότι στο μόνο μέρος απ’ όπου σίγουρα δεν το αλίευσε είναι ο μαρξισμός των κλασσικών. Η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ακόμη μία μπαρούφα ολκής, που αποδίδεται ως συνήθως στον μαρξισμό για ν’ αποκτήσει βαρύτητα μια άποψη ιδιαίτερης ελαφρότητας.          
Όμως, το εντυπωσιακό βρίσκεται αλλού: Προσέξτε τον τρόπο τοποθέτησης του προβλήματος. Οι φύλαρχοι της ΚΕΔΑ δεν έχουν τα κότσια να τοποθετηθούν ανοικτά για την ΕΕ, να μιλήσουν καθαρά και τίμια για το πως κατανοούν τον χαρακτήρα της κι έτσι καταφεύγουν στο τέχνασμα του «ερωτήματος προς διερεύνηση». Φαίνεται ότι και στην περίπτωσή τους ισχύει η παλιά αγγλοσαξονική παροιμία, «τα γέρικα σκυλιά δεν μαθαίνουν νέα κόλπα»! Η τακτική που επέλεξαν οι Κωστόπουλος, Θεωνάς & Σία, είναι η γνωστή παλιά κλασσική τακτική της «διολίσθησης». Όποτε η κομματική γραφειοκρατία, ήθελε κατά καιρούς ν’ αναθεωρήσει θέσεις, απόψεις κι εκτιμήσεις, επέλεγε πάντα αυτή την τακτική της «διολίσθησης». Κι αυτό επειδή έτρεμε ανέκαθεν την ανοικτή, καθαρή και τίμια ιδεολογικο-πολιτική ζύμωση μπροστά σ’ ολόκληρο το κόμμα, μπροστά σ’ ολόκληρη την εργατική τάξη. Βλέπετε, αυτή η ανοιχτή ζύμωση ενέχει πάντα έναν σοβαρό, βαθύτατα υπαρξιακό, κίνδυνο για την γραφειοκρατία: να την εκθέσει σ’ ανελέητη κριτική, κυρίως απ’ τα κάτω και να φανερώσει τον ιδιαίτερα επιδερμικό, ανούσιο κι εξαιρετικά καιροσκοπικό περιεχόμενο της θεωρίας και της πρακτικής της.
Έπειτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «η γραφειοκρατία – όπως έλεγε κι ο Μάρξ – είναι ένας κύκλος έξω από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να πηδήσει. Η ιεραρχία της είναι ιεραρχία γνώσης»[7]. Αυτός ο αυστηρά ιεραρχημένος καθορισμός της γνώσης αποτελεί την ουσία της ενστικτώδους δυσπιστίας των «πάνω» προς τους «κάτω» και τους «έξω», της άρνησης για ίδια πρόσβαση όλων, τους εντός κι εκτός των τειχών, στην διαμόρφωση της «μοναδικής αλήθειας». Γι αυτό και το «καθολικό πνεύμα της γραφειοκρατίας είναι το μυστικό, το μυστήριο που φυλάγεται από την ιεραρχία προς τα μέσα κι από τον χαρακτήρα της σαν κλειστής συντεχνίας προς τα έξω»[8]. Έτσι, η ανοιχτή ζύμωση σ’ όλα τα επίπεδα, η δυνατότητα ελεύθερης και συνεχούς ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης, η συνεχής αλληλεπίδραση κι εναλλαγή ρόλων ανάμεσα σε ηγέτες και βάση, η ανοιχτή προβολή των διαφωνιών και η «φυσική επιλογή» μέσω της δημοσιότητας, προπαντός των συγκρούσεων στην κορυφή, πάντα αντιμετωπιζόταν από τον γραφειοκράτη ως «μέγιστος κίνδυνος» και «προδοσία» της τυπικής ενότητας, είτε πρόκειται για το κόμμα, είτε για την αριστερά γενικά.
Αυτή η παθολογική κατάσταση, όπως ο Ιανός, διέθετε ανέκαθεν δυό πρόσωπα ανάλογα με την συγκυρία: Απ’ την μια, την σιδερένια πυγμή, την άτεγκτη διοικητική επιβολή της «μοναδικής αλήθειας», που διαμορφώνεται στα κλειστά δώματα της κορυφής. Κι απ’ την άλλη, τον άνωθεν διατεταγμένο σκεπτικισμό, όπου η σοφιστική, τα δήθεν «μεγάλα ερωτήματα» και η σικέ «μάχη των ερμηνειών», δίχως σαφείς ταξικές και κοσμοθεωρητικές αναφορές, δίχως ηθική συνέπεια, αρχές κι όρια, έρχονται να διαφθείρουν συνειδήσεις και να υπονομεύσουν αντιστάσεις στις εκάστοτε «αναγκαίες» τυχοδιωκτικές στροφές της πολιτικής. Μόνο και μόνο για να εκφυλιστούν οι αληθινές αναμετρήσεις γύρω απ’ τις πραγματικές βαθιές διαφορές, σε μάχες για το επουσιώδες, για τυπικούς κανόνες συμπεριφοράς, για γενικές ρετσέτες, που πάντα κρύβουν ανταγωνισμούς για τις καρέκλες της κορυφής.
Απ’ αυτήν ακριβώς την «σχολή» αποφοίτησαν οι κκ Κωστόπουλος και Θεωνάς, αυτήν ακριβώς την λογική υπηρέτησαν πιστά όσο ήταν στο ΚΚΕ κι αυτήν συνεχίζουν να υπηρετούν και σήμερα με την ΚΕΔΑ. Γι αυτό και «μεγάλα ερωτήματα», αντί για καθαρές απαντήσεις. Αντί, λοιπόν, οι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ να εκδηλωθούν ανοικτά ως χειροκροτητές της ΕΕ και της ΟΝΕ, απλούστατα υιοθετούν ένα ανύπαρκτο «ιστορικό, μαρξιστικό συμπέρασμα» για μια δήθεν «αντικειμενική τάση της ενοποίησης» κι επικαλούνται την αντικειμενική πραγματικότητα. Ποια αντικειμενική πραγματικότητα; Όχι βέβαια αυτήν που ζει ο εργαζόμενος λαός αυτής της χώρας, δηλαδή την πραγματικότητα μιας ασφυκτικής, αποπνικτικής δέσμευσης, τόσο των εσωτερικών αναπτυξιακών δυνατοτήτων, όσο και των ευρύτερων διεθνών οριζόντων της χώρας, απ’ ένα σύγχρονο άκρως αντιδραστικό μόρφωμα του πολυεθνικού κεφαλαίου. Όχι, προς θεού! Αυτή η πραγματικότητα, που εξωθεί ακόμη κι αστούς πολιτικούς σ’ έναν έντονο «ευρωσκεπτικισμό», αλλά και σε «αποσχιστικά κινήματα», δεν αρέσει στον κ. Κωστόπουλο. Βλέπετε, δεν ταιριάζει με προκάτ ιδέες όπως η «αντικειμενική τάση της ενοποίησης». Ιδέες που κατά τύχη τις επικαλούνται, όχι μόνο οι νεόκοποι ευρωλάγνοι της ΚΕΔΑ, άλλα κάθε ακραιφνής ευρωπαϊστής, ήδη απ’ την δεκαετία του ’60, με επιχειρήματα άκρως προσγειωμένα στην αντικειμενική πραγματικότητα, όπως περί «ευρωπαϊκού γίγνεσθαι», «κοινωνικής διάστασης της Ευρώπης», «Ευρώπης των λαών» ακόμη κι «Ευρώπης του σοσιαλισμού», όπως αρέσει να ονειρεύονται ορισμένοι στα θεμέλια και το οικοδόμημα του εκτρωματικού σύγχρονου Λεβιάθαν, που παλιότερα λεγόταν ΕΟΚ και σήμερα ΕΕ. Το να καταφεύγει κανείς σ’ «όνειρα θερινής νυκτός» είναι κι αυτός ένας τρόπος – αν και ο χειρότερος, ο πιο νοσηρός απ’ όλους – για ν’ αντιμετωπίσει τον εφιάλτη της αληθινής ζωής.
Σ’ αυτό το μήκος κύματος, ο κ. Κωστόπουλος και η παρέα του μας καλεί στην ουσία για ένα υπέροχο υπερβατικό ταξίδι. Μήπως είναι καλύτερα – μας λέει ο καλός μας Μήτσος – να εγκαταλείψουμε τα γήινα και να ονειρευτούμε παρέα πως θα μπορούσε τάχα να ‘ταν η ΕΕ στον κόσμο της εικονικής πραγματικότητας, μ’ οδηγό την «αντικειμενική τάση της ενοποίησης»; Και μην ανησυχείτε, γι αυτό το ταξίδι στην «τρίτη διάσταση», τα μόνα εφόδια που χρειάζεστε είναι απ’ την μεν αντικειμενική πραγματικότητα αυστηρά και μόνο την απλή διαπίστωση ότι η ΕΕ υπάρχει και κυριαρχεί κι απ’ εσάς τον ίδιο την ασύστολη νοσηρή σας φαντασία.
Βέβαια, υπάρχουν κι εκείνοι οι ξεδιάντροποι που επιμένουν να πατούν γερά στην αντικειμενική πραγματικότητα, προσπαθούν ν’ ανιχνεύσουν όλες τις πτυχές της και τις εσωτερικές της αντιφάσεις, αρνούνται να μείνουν σ’ απλές διαπιστώσεις και να υποκαταστήσουν την αναγκαία ανάλυση της πραγματικής κατάστασης με κούφιες φράσεις κι αναφορές σκοπιμότητας σε «αντικειμενικές τάσεις». Ε, όσο γι αυτούς οι εμπνευσμένοι εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ φαντάστηκαν ότι μπορούν να τους εξορκίσουν με το αμίμητο: «στην κοινωνική εξέλιξη τα πάντα καθορίζονται από την θέληση και την δράση των ανθρώπων»! Ναι, αλλά με μόνο μια απλή, μικρή, ασήμαντη διαφορά – για όσους μπερδεύουν την πολιτική με τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό και την διαλεχτική της ταξικής θέλησης και δράσης με τον ετσιθελισμό: Για να μπορέσει αυτή η περιβόητη θέληση και δράση των ανθρώπων να λειτουργήσει καθοριστικά στην κοινωνική εξέλιξη, θα πρέπει πρώτα και πάνω απ’ όλα οι «κατώτερες τάξεις» της κοινωνίας να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει ν’ αποτινάξουν, να ξεφορτωθούν ολόκληρο το σαθρό καταπιεστικό κοινωνικο-οικονομικό οικοδόμημα, που βασίζεται στην εξουθένωσή τους, να σπάσουν ολοκληρωτικά τα δεσμά, που τις ποδηγετούν, ν’ απαλλαγούν απ’ όλα τα βαρίδια, που τις βυθίζουν στο τέλμα της αδράνειας και της μοιρολατρίας. Κι ένας απ’ τους πιο σημαντικούς πυλώνες, ένα απ’ τα πιο ισχυρά δεσμά κι ένα απ’ τα πιο απεχθή βαρίδια του σύγχρονου παγκόσμιου μονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι η ΕΕ.    
Ο γενικευμένος ιδεολογικο-πολιτικός σκεπτικισμός κι ο σκόπιμος αγνωστικισμός – δηλαδή, η κλασική ιδεολογία του παραγοντισμού στην πολιτική – είναι η σημερινή «απάντηση» των φωστήρων της ΚΕΔΑ, στα αδιέξοδα της δικής τους παλιάς άκρως δογματικής προσκόλλησης σε «μια και μοναδική αλήθεια». Μια ιδεολογία, που εκτός των άλλων, έχει κι άμεση πρακτική πολιτική χρησιμότητα, μιας και η «αλήθεια» κάθε πολιτικής δύναμης σχετικοποιείται τόσο, ώστε να γίνεται δυνατή η «υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών», ακόμη και με τις δυνάμεις του δικομματισμού. Κι έτσι με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται σήμερα για να δικαιολογηθεί η προσέγγιση της ΚΕΔΑ μ’ όσους στην αριστερά φλερτάρουν με τον δικομματισμό, θα χρησιμοποιηθεί στο πολύ άμεσο μέλλον για να δικαιολογηθεί η προσέγγιση με το ΠΑΣΟΚ ή κάποιες «εκδοχές» του, αλλά κι απευθείας με τον δικομματισμό στο σύνολό του. Στο κάτω-κάτω της γραφής ακόμη κι ο ταλαίπωρος κ. Καραμανλής δεν έχει παρά την «δική του αλήθεια», οπότε οποιαδήποτε πολεμική εναντίον του που στοχεύει στην επιβεβαίωση των ξεχωριστών «δικών μας αληθειών», δεν μπορεί παρά να έχει το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την περιβόητη «παραμόρφωση της αντικειμενικής πραγματικότητας» – όπως μας διαβεβαιώνουν ως νέοι Χάξλεϋ, οι τόσο νοήμονες εγκέφαλοι της ΚΕΔΑ. Ιδού, λοιπόν: ο δρόμος της «κοινής δράσης», που πρέπει να παραμερίσει τις ξεχωριστές «αλήθειες», ξεκινά σήμερα απ’ αυτό που οι φωστήρες της ΚΕΔΑ αντιλαμβάνονται ως αριστερά – δηλ., πρωτίστως τις δυνάμεις εκείνες που φλερτάρουν ανοικτά με λογικές κεντροαριστεράς – αλλά έχει ανοιχτούς ορίζοντες κι οδηγεί πολύ-πολύ μακριά, ακόμη και στην αγκαλιά του ίδιου του δικομματισμού.
Άλλωστε ο κ. Ανδρουλάκης, που τόσο πολύ θαυμάζει ο κ. Κωστόπουλος, έχει κάνει ήδη πράξη αυτήν ακριβώς την μεγάλη φιλοσοφικο-πολιτική «ανακάλυψη» των  φωστήρων της ΚΕΔΑ κι έχει δείξει από καιρό τον δρόμο: Από ακραιφνής σταλινικός, μετέπειτα «ανανεωτής» του ΚΚΕ, αργότερα Σημιτικός «εκσυγχρονιστής», για να καταλήξει σήμερα «φιλελεύθερος της αριστεράς» – όπως αυτοχαρακτηρίζεται – που συναγωνίζεται τον κ. Μάνο και τον κ. Ανδριανόπουλο σε νεοσυντηρητικές κορώνες. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο λαλίστατος – όταν πρόκειται για τον Περισσό – Μήτσος Κωστόπουλος έχει σταθεί προκλητικά διακριτικός απέναντι στον βίο και την πολιτεία, την ιδεολογία και την πολιτική του κ. Ανδρουλάκη και των  ομοίων του, εντός κι εκτός ΣΥΝ. Το μόνο που κάνει μέχρις ώρας είναι να δανείζεται απ’ αυτούς, εν είδη «καρμπόν», τις ίδιες φιλοσοφίζουσες παρλαπίπες ότι τάχα ο καθένας έχει την «δική του αλήθεια». Αλλά έτσι συμβαίνει πάντα, ο φιλοσοφικός κι ιδεολογικός αγνωστικισμός αποτελούσε ανέκαθεν το προοίμιο, το προανάκρουσμα, του πολιτικού τυχοδιωκτισμού, όπου μοναδικό όριο είναι οι προσωπικές φιλοδοξίες ή ματαιοδοξίες, οι ιδιοτελείς επιδιώξεις των φορέων του. Απ’ τον Μίμη στον Μήτσο, απ’ την Σκύλα στην Χάρυβδη!
Όμως, καθώς έχουμε ήδη επισημάνει η αλήθεια είναι ότι οι διαρκώς ανακύπτουσες συγκρούσεις, τόσο στο εσωτερικό μιας πολιτικής δύναμης, όσο κι ανάμεσα στους πιο «ορκισμένους εχθρούς», δεν είναι προϊόν κάποιας εγωιστικής επιμονής σε ξεχωριστές «δικές μας αλήθειες», ούτε δημιούργημα κάποιων μύχιων σκοτεινών προθέσεων ή ύποπτων σκοπιμοτήτων – ακόμη κι όταν υπάρχουν τέτοιες, ακόμη κι όταν βασιλεύει το παρασκήνιο! – αλλά αντικειμενική εκδήλωση μιας αθεράπευτα αντιφατικής πραγματικότητας, όπως αυτή αντανακλάται στην κοινωνική συνείδηση, στο πεδίο της ιδεολογίας και της πολιτικής. Γι αυτό και δεν μπορεί ουδείς – όσο Βοναπάρτης κι αν αισθάνεται – να τις εξοστρακίσει απ’ την λειτουργία της πολιτικής, αλλά ούτε καν απ’ το εσωτερικό ενός πολιτικού κόμματος, όσο αριστερό κι αν αυτοσυστήνεται. Για του λόγου το αληθές οι κκ Κωστόπουλος και Θεωνάς δεν έχουν παρά να ρωτήσουν τον φίλος τους τον Κωνσταντόπουλο, που έχει να επιδείξει μια λαμπρή καριέρα ως πρόεδρος-Βοναπάρτης, ως δεύτερος Ανδρέας Παπανδρέου ενός τραγικά εσωτερικά σπαρασσόμενου και χειμαζόμενου κόμματος της αριστεράς. Ενός κόμματος που βασική πηγή της προβληματικότητάς του δεν είναι φυσικά η πολεμική, η ανοιχτή σύγκρουση διαφορετικών προσεγγίσεων, αλλά τ’ ακριβώς ανάποδο, το στρογγύλεμα των διαφορών, η συγκάλυψή τους και η μετατροπή του σ’ ένα κόμμα-φεντερασιόν, όπου τα πάντα είναι δυνατά, όπου υπάρχει χώρος για όλους, εκτός φυσικά απ’ την αριστερή συνέπεια: Έτσι «συνυπάρχουν εν αρμονία» όσοι φλερτάρουν ανοικτά με τον δικομματισμό κι ότι αυτός αντιπροσωπεύει, μ’ όσους υποτίθεται ότι τον αντιστρατεύονται. Όσοι ψηφίζουν το Μάαστριχ κι αρέσκονται να λειτουργούν ως «βασιλικότεροι του βασιλέως», μ’ όσους φαίνεται να το μάχονται. Όσοι έχουν προ πολλού παραιτηθεί κι ονειρεύονται την νομή της εξουσίας, μ’ όσους υποστηρίζουν ότι εξακολουθούν να οραματίζονται την λεγόμενη αντικαπιταλιστική αναγέννηση της αριστεράς.
Αντίθετα μ’ ότι ευαγγελίζονται οι Βοναπαρτιστές, αλλά κι όλοι οι ποικιλόχρωμοι Φιλισταίοι της αριστεράς, η δριμύτατη πολεμική, η ανελέητη κριτική, η ανοιχτή σύγκρουση σ’ όλα τα επίπεδα, είναι ο μοναδικός έντιμος κι ευθύς τρόπος, όχι μόνο για να καταγραφούν με σαφήνεια και ν’ αναμετρηθούν διαφορετικές ιδεολογικο-πολιτικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας, αλλά και για να λειτουργήσει η αναγκαία «φυσική επιλογή» ανάμεσα σε ιδέες, προγράμματα, πολιτικές, αντιλήψεις και πρακτικές. Η ιστορία διδάσκει ότι όποιος προσπάθησε να «συγκεράσει» βαθιές διαφορές, να τις αφορίσει στο πυρ το εξώτερο, να τις στρογγυλέψει διπλωματικά, να τις απαγορεύσει δια νόμου ή να τις «παραβλέψει» στο όνομα μιας σχηματικής «κοινής δράσης», το μόνο που κατάφερε είναι να τις αναγεννήσει με ακόμη πιο εκρηκτικό, άγριο, σχισματικό, διαλυτικό και συμπλεγματικό τρόπο.
Οι υπάρχουσες ψυχώσεις και τα συμπλέγματα στην αριστερά δεν είναι προϊόντα της πολεμικής ανάμεσα σε διαφορετικές «αλήθειες», αλλά συνέπεια παραγκώνισης των αληθινών διαφορών και διεξαγωγής της αντιπαράθεσης, όχι με όρους ιδεολογίας και πολιτικής, αλλά με όρους προσωπικών ανοικτών λογαριασμών, μηχανισμών, ίντριγκας και παρασκηνίου. Κι αυτό θα ‘πρεπε να το ξέρει καλά ειδικά ο κ. Κωστόπουλος. Γι αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι κατά καιρούς επιφανείς θιασώτες του δήθεν αναγκαίου «στρογγυλέματος των διαφορών» στο εσωτερικό των κομμάτων ή κι ευρύτερα στην αριστερά, όπως και του πολύ γνωστού «όλοι αριστεροί είμαστε» – αποδεικνύονται πάντα πρωταθλητές στο παρασκήνιο και στην ίντριγκα!
Θέλετε απτό παράδειγμα για του λόγου το αληθές; Δεν έχετε παρά να διαβάσετε – όσοι έχετε γερά νεύρα – την τελευταία επίδειξη πολιτικής προβληματικής του κ. Κωστόπουλος, ο οποίος αντί να θέτει ως συνήθως μόνο ρητορικά ερωτήματα εκ του πονηρού, επιχείρησε και κάτι πρωτότυπο για τον ίδιο, να δώσει απαντήσεις! Μόνο που οι απαντήσεις αυτές μυρίζουν προκλητική πολιτική σκοπιμότητα, απ’ την αρχή ως το τέλος. Βλέπετε, τα πολιτικά μαγειρεία των παρασκηνίων, απαιτούν να κατασκευαστεί το ανάλογο θεωρητικο-πολιτικό περιτύλιγμα για να δικαιολογηθεί εκ προοιμίου μια πορεία σύγκλισης με το ΠΑΣΟΚ ή κάποια «εκδοχή» του στα πλαίσια της κεντροαριστεράς. Και μιας και το απαιτούν οι «συγκυρίες», ο κ. Κωστόπουλος έστυψε το μυαλό του για ν’ ανταποκριθεί επάξια.
Ωστόσο, οι έως πρόσφατα γενικές αναφορές στην «κοινή δράση της αριστεράς» ενώ αρκούσαν για να δικαιολογήσουν την σύμφυση ΣΥΝ και ΚΕΔΑ, καθόλου δεν αρκούν για την περαιτέρω πορεία. Βλέπετε, οι δημοτικές εκλογές πλησιάζουν κι ο κ. Κωστόπουλος βιάζεται να διατυπώσει τ’ αναγκαία θεωρητικά προσχήματα για όσα μαγειρεύονται στο παρασκήνιο. Έτσι βρέθηκε στην επιπρόσθετη ανάγκη να «παράγει ιδεολογία» για το επόμενο αναγκαίο βήμα, το δικό του προσωπικά, αλλά και της γνωστής κεντροαριστερής συμπαιγνίας, που επιδιώκει να εκφράσει.
Χαλαρώστε, καθίστε αναπαυτικά και διασκεδάστε με την απίστευτη ιδεολογικο-πολιτική ελαφρότητα του «μαρξιστή» Μήτσου Κωστόπουλου: «(α) Η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία γενικότερα και το ΠΑΣΟΚ στη χώρα μας ειδικότερα, στο επίπεδο της κορυφής, των δυνάμεων δηλαδή που την ηγεμονεύουν, έχασε την ταυτότητά της και αναζητεί ενδύματα («κεντροαριστερά», κλπ.) που θα καλύψουν, για λόγους προπαγανδιστικούς, την αμαρτωλή ερωτική της σχέση, πλέον, με τη συντήρηση, το λεγόμενο νεοφιλελευθερισμό.
(β) Η κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας βρίσκεται σε σύγχυση, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ταξική της θέση στην κοινωνία.
(γ) Στην έννοια της Αριστεράς δεν μπορεί να ενταχθεί η σοσιαλδημοκρατία, όπως την περιγράψαμε, όμως δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη βάση της. Επομένως έχουμε μπροστά μας ένα …κενό, που επί του παρόντος μένει γενικά ακάλυπτο και δεν είναι νομοτέλεια να καλυφτεί από κάποια άλλη σοσιαλδημοκρατία…» (Μανιφέστο, Μάιος 2001, σελ. 10).
Καταρχήν, αυτό που πραγματικά «κτυπά στο μάτι» είναι το γεγονός ότι ο κ. Κωστόπουλος μπερδεύει την σόμπα με την ρόμπα, δηλαδή μπερδεύει την ταξική-κοινωνική βάση ενός κόμματος, με την ταξική σύνθεση της εκλογικής του βάσης! Κι έτσι, μιας και η εκλογική βάση της σοσιαλδημοκρατίας είναι τμήματα της εργατικής τάξης κι άλλων εργαζόμενων στρωμμάτων, τότε αυτή θα πρέπει να ‘ναι και η «κοινωνική βάση» της σοσιαλδημοκρατία. Αυτός κι αν είναι κοινοβουλευτικός κρετινισμός.
Γιατί, όμως, αυτό να ισχύει μόνο για την σοσιαλδημοκρατία κι όχι για τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα; Γιατί ο κ. Κωστόπουλος δεν αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο και την «κοινωνική βάση» των συντηρητικών κομμάτων, όπως η ΝΔ; Μήπως γιατί τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα έχουν διαφορετική εκλογική βάση απ’ την σοσιαλδημοκρατία; Κάτι άλλωστε που δεν ισχύει ούτε στο ελάχιστο. Απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν θα βρούμε στο πόνημα του κ. Κωστόπουλου. Αυτά είναι ψιλά γράμματα, μιας κι αλλού είναι το πολιτικό ζητούμενο γι αυτόν.
Το πρόβλημα με την σοσιαλδημοκρατία για τον κ. Κωστόπουλο, δεν βρίσκεται στην μεταλλαγή της ταξικής της «κοινωνικής βάσης», του ίδιου του χαρακτήρα της ως πολιτική δύναμη, αλλά μόνο στην «αμαρτωλή ερωτική σχέση» της ηγεσίας της, με τη συντήρηση, το λεγόμενο νεοφιλελευθερισμό! Και γι αυτό ο κ. Κωστόπουλος την τιμωρεί με τον να μην την εντάσσει στην αριστερά, που εν είδη υπέρτατου φετίχ φέρει πάντα «α» κεφαλαίο. Ομολογουμένως βαριά τιμωρία για μια απλή «αμαρτωλή ερωτική σχέση».
Έτσι, με βάση αυτή την τετράγωνη λογική του κ. Κωστόπουλου έχουμε μια πολιτική τερατογένεση, μια σοσιαλδημοκρατία δεξιά ως προς την ηγεσία της κι αριστερή ως προς την «κοινωνική βάση». Κι εφόσον το όλο πρόβλημα βρίσκεται στις επιλογές της ηγεσίας της, αρκεί ν’ αντικαταστήσουμε την κορυφή με μια άλλη, πιο αριστερή, πιο συνεπή, για να λύσουμε το πρόβλημα. Εδώ βρίσκεται το κουμπί της προβληματικής του κ. Κωστόπουλου, έστω κι αν ο ίδιος δεν το ομολογεί ανοικτά. Δεν μας κάνει το σημερινό ΠΑΣΟΚ, γιατί η ηγεσία του δεν ανήκει στην «Αριστερά», αλλά με κάποια άλλη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ, πιο αριστερή, πιο συνεπής, πιο αντίστοιχη με την «κοινωνική του βάση», τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Εδώ βρίσκεται η ταμπακέρα.
Στην πραγματικότητα αυτό που έχει μεταβληθεί δραματικά τις προηγούμενες δεκαετίες, δεν είναι απλά οι «ερωτικές προτιμήσεις» της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά πρωταρχικά η ταξική, κοινωνική της βάση. Η διεθνής σοσιαλδημοκρατία από πολιτική δύναμη του σοσιαλρεφορμισμού, που εξέφραζε κυρίως την εργατική αριστοκρατία στις ανεπτυγμένες χώρες, έχασε βαθμιαία τα εργατικά της χαρακτηριστικά στην διάρκεια κυρίως των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Ταυτόχρονα απαλλάχτηκε από τα σοσιαλρεφορμιστικά της χαρακτηριστικά, πρώτα προσχωρώντας σε μια μίζερη αστικο-ρεφορμιστική προβληματική και κατόπιν ανοικτά στον νεοφιλελευθερισμό. Η σημερινή σοσιαλδημοκρατία δεν έχει καμμιά σχέση, πρωταρχικά ως προς τον ταξικό της χαρακτήρα, με την σοσιαλδημοκρατία του μεσοπολέμου, αλλά ούτε καν με την σοσιαλδημοκρατία αμέσως μετά τον πόλεμο. Οι ομοιότητές της με τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα ξεπερνούν κατά πολύ τις «αμαρτωλές ερωτικές σχέσεις» των ηγεσιών τους κι έχουν να κάνουν περισσότερο με την βαθύτερη ταυτότητά τους ως καθαρόαιμες αστικές πολιτικές δυνάμεις.
Αυτό δεν οφείλεται απλά και μόνο στον ιδεολογικο-πολιτικό εκφυλισμό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και στα συντριπτικά πλήγματα που δέχτηκε η εργατική αριστοκρατία, ως μαζικό ανώτερο στρώμα της εργατικής τάξης στις ανεπτυγμένες χώρες, απ’ την γενικευμένη διαρθρωτική κρίση και την ολοκληρωτική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού. Σήμερα, το φάσμα της διαρκούς ανέχειας, της καταστροφικής αβεβαιότητας, της κοινωνικής περιθωριοποίησης, ακόμη και της εξαθλίωσης, δεν αναγνωρίζει «άσπρα» και «μπλε» κολάρα, δεν ξεχωρίζει ανειδίκευτους, ειδικευμένους και υψηλά εξειδικευμένους εργαζόμενους. Μπροστά στον οδοστρωτήρα της «απελευθέρωσης των αγορών», δεν υπάρχει πλέον καμμιά ατομική εξασφάλιση, καμμιά «προνομιακή μεταχείριση» για κανένα ειδικό κοινωνικό ή επαγγελματικό στρώμα της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζομένων.
Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός για πρώτη φορά στην ιστορία δεν μπορεί πλέον να κρατήσει τις «ταξικές ισορροπίες» μέσα από την μαζική εξαγορά τμημάτων της εργατικής τάξης ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή κρίση της εργατικής αριστοκρατίας. Εδώ βρίσκονται και οι ρίζες του κρίσης του σοσιαλρεφορμισμού και γενικότερα του παραδοσιακού ρεφορμισμού, ο οποίος χάνει τα κοινωνικά του στηρίγματα και βασίζεται όλο και περισσότερο στην κυριαρχία του κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει πως το κυρίαρχο σύστημα δεν μπορεί να εξαγοράζει τμήματα κατά καιρούς, αλλά δεν μπορεί πλέον να συντηρήσει με την οικονομική και κοινωνική του πολιτική την περίφημη εργατική αριστοκρατία. Εδώ οφείλεται και η βαθύτατη κρίση του «κοινωνικο-εταιρικού» συνδικαλισμού στη Δυτ. Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ. O ίδιος ο ρεφορμισμός που γνωρίσαμε ιστορικά στο εργατικό κίνημα έφτασε στο τέλος του.
Σε μια εποχή όπου οι όροι αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου, δεν επιτρέπουν λίγο ως πολύ σταθερές μεταρρυθμίσεις εκτόνωσης των εσωτερικών του ταξικών αντιθέσεων, ο παραδοσιακός ρεφορμισμός χάνει το αυτοτελές έδαφος πάνω στο οποίο αναπτυσσόταν τόσα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο που απ’ την εποχή που γεννήθηκαν οι πρώτες αντιλήψεις μεταρρυθμιστικού ρεφορμισμού, η κεντρική του προβληματική βασιζόταν στην δυνατότητα του ίδιου καπιταλισμού να μετεξελίσσεται κοινωνικά, ν’ αλλάζει σταδιακά τον χαρακτήρα του. Σήμερα, κανείς πιά δεν μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Αντίθετα, το κεντρικό επιχείρημα είναι ότι όπως και να καταλαβαίνει κανείς το καπιταλιστικό σύστημα – ως παράδεισο, ως κόλαση ή ως καθαρτήριο – δεν υπάρχει πλέον καμμιά πιθανότητα διαφυγής απ’ αυτό. Αυτό δεν σημαίνει πως έχει ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για την επαναστατική αποκατάσταση της συνείδησης της εργατικής τάξης. Απλά σημαίνει ότι ο κύριος κίνδυνος ρεφορμιστικού εκφυλισμού του εργατικού κινήματος δεν προέρχεται πλέον απ’ τις παραδοσιακές μεταρρυθμιστικές αντιλήψεις, αλλά απ’ τις λογικές που αποσυνδέουν την σημερινή πάλη του κινήματος απ’ τους τελικούς του σκοπούς, που αρνούνται να ζυμώσουν από σήμερα και με συγκεκριμένο τρόπο αυτά που ονόμαζε ο Λένιν ως θετικά συνθήματα, δηλαδή το πως θ’ απαντήσει η πρωτοπορία στα συγκεκριμένα ζωτικά προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων όταν έλθει στην εξουσία. Έστω κι αν αυτή η απόσπαση ντύνεται μ’ αμιγώς επαναστατική και κομμουνιστική φρασεολογία. 
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι κυρίως μετά την ιστορική ήττα του 1989-’91, για πρώτη φορά η εργατική τάξη απ’ την εποχή της ιστορική της απόσπασης ως ξεχωριστή τάξη απ’ τον «λαό», κινδυνεύει σοβαρά να χάσει την υπόστασή της ως συγκροτημένη τάξη. Για πρώτη φορά στην ιστορία της η οργάνωσή της ως τάξη, έχει δεχτεί τέτοια συντριπτικά χτυπήματα. Απ’ την μια, μέσα απ’ την αποψίλωση και την πορεία διάλυσης των συνδικάτων. Κι απ’ την άλλη, μέσα απ’ την τραγική πορεία των τελευταίων μαζικών εργατικών κομμάτων, των κομμουνιστικών. Εδώ βρίσκεται το αληθινό πολιτικό και ταξικό κενό. Εδώ βρίσκεται κι η αληθινή πρόκληση για όποιον αληθινά νιώθει στρατευμένος στην υπόθεση της εργατικής τάξης.  
Όσο για τον κ. Κωστόπουλο και την ΚΕΔΑ; Το σήμα κατατεθέν τους είναι ένα: Καμμιά πολιτική από θέση αρχής, ή πιο σωστά η ολοφάνερη έλλειψη αρχών ως ανώτατη έκφραση της πολιτικής. Άλλωστε αυτό ακριβώς υπονοεί και η φλυαρία περί «πολλών αληθειών»! Ο καθένας δικαιούται την «δική του αλήθεια», οπότε διαλέξτε και πάρτε κατά το δοκούν. Η αριστερά ως Σούπερ Μάρκετ «αληθειών», απ’ όπου επίδοξοι «επιφανείς παράγοντες» σαν τον κ. Κωστόπουλο αρέσκονται να ψωνίζουν!         

Οι Αβραμόπουλοι της αριστεράς

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η έννοια της πολιτικής στράτευσης, η ίδια η έννοια του κόμματος και της κομματικής ένταξης, έχει δεχθεί και συνεχίζει να δέχεται μια τρομακτική επίθεση κατασυκοφάντησης. Μια επίθεση που δεν έχει σαν αποδέχτη απλά και μόνο την αριστερά, αλλά το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Έχει περάσει πια η εποχή που η διχτατορία των μονοπωλίων είχε ανάγκη σχετικά σταθερών κομματικών σχηματισμών μ’ εσωτερική συνοχή, οργανωμένη μαζική βάση κι ανεπτυγμένο ιδεολογικό εξοπλισμό.  
Ο σύγχρονος καπιταλισμός της γενικευμένης οικονομικο-πολιτικής ρευστότητας, των διαρκών ανασυγκροτήσεων κι αναπροσαρμογών, δεν έχει ανάγκη από μαζικά οργανωμένα πολιτικά κόμματα, ούτε από έναν δικομματισμό όπου οι κομματικοί του πυλώνες διαθέτουν «περιφραγμένες εκλογικές πελατείες». Αντίθετα, χρειάζεται πολιτικά κόμματα «ιδιωτικές λέσχες κορυφής» κι έναν δικομματισμό δυό συναφών κι ευρύτερων πόλων (κεντροδεξιά-κεντροαριστερά), όπου και οι δυό είναι σε θέση ν’ αντλούν δυνάμεις απ’ την ίδια ιδεολογικο-πολιτικά «ομογενοποιημένη» εκλογική βάση. Ο σύγχρονος συνασπισμός εξουσίας των μονοπωλίων δεν έχει ανάγκη τις «κλειστές πολιτικές παρατάξεις», δεν έχει ανάγκη τον παραδοσιακό εκ πεποιθήσεως δεξιό, όπως απεχθάνεται και τον εκ πεποιθήσεως αριστερό. Αντίθετα, λατρεύει όσο τίποτε άλλο το ιδεολογικο-πολιτικά ακαθόριστο «κέντρο», τον «Βάλτο» – για να θυμηθούμε τον εξαιρετικά εύστοχο προσδιορισμό όσων στέκονταν, κατά την μεγάλη Γαλλική επανάσταση, στον «ενδιάμεσο χώρο» ανάμεσα στους «ορεινούς» και τους «πεδινούς». 
Σε μια εποχή όπου τα πάντα υποτάσσονται ανοικτά και ξεδιάντροπα στις μεγάλες μπίζνες, έτσι και η πολιτική πρέπει να μετεξελιχθεί σ’ ανοιχτή πολιτική μπίζνες, όπου οι πάντες πολιτεύονται ανοικτά με βάση το άμεσο ίδιον όφελος, τα ιδιαίτερά τους ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, δίχως ιδεολογικές αναστολές, φραγμούς και διαχωριστικές γραμμές. Γι αυτό και η ουσία της πολιτικής αποιδεολογικοποιείται παντελώς, δεν αφορά πλέον καμμιά σύγκρουση για τον προγραμματικό χαρακτήρα της εξουσίας, δεν αφορά πια σύγκρουση ιδεολογιών, διαφορετικών κοινωνικο-ταξικών αναφορών, διαφορετικών στρατηγικών επιλογών και προγραμμάτων για το παρών και το μέλλον της κοινωνίας. Αντίθετα, αφορά το πολιτικό αλισβερίσι που θ’ ανοίξει την «πόρτα» της εξουσίας, ενώ οι διαφορές εκφυλίζονται στις αγοραίες «εναλλακτικές προτάσεις» διαχείρισης και τις ιδιαίτερες «ευαισθησίες» του καθένα. Έτσι η ίδια η ύπαρξη των κομμάτων, η κομματική ένταξη, οι εκάστοτε ηγεσίες, οι πολιτικές προτάσεις και οι προσωπικές επιλογές έχουν νόημα μόνο στον βαθμό που εξασφαλίζουν νομή στην πίτα της εξουσίας. Πολιτική δίχως αλισβερίσι με την εξουσία και τους μηχανισμούς της δεν έχει πια κανένα νόημα. Η απόλυτη διαφθορά της πολιτικής, ως υπέρτατη αρχή της!
Η πολιτική πλέον χάνει τις παλιές της κεντρικές αναφορές σε μάχιμες ιδεολογίες και συνολικά κοινωνικο-πολιτικά προγράμματα, για να επικεντρωθεί ανοικτά πλέον γύρω από «λαοπρόβλητες προσωπικότητες», έστω κι αν κάτι τέτοιο μας γυρίζει πίσω στην παμπάλαια άκρως αντιδραστική πολιτική ηθική των «ισχυρών ανδρών», που άλλοτε «ελέω Θεού» – όπως, π.χ., την εποχή της απολυταρχίας – κι άλλοτε στο όνομα του «έθνους» ή και της «λαϊκής εντολής», δικαιολογούσαν κάθε απίστευτη και προκλητική αυθαιρεσία. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο που σήμερα τόση συζήτηση γίνεται από «ειδικούς» και μη του κατεστημένου, για τον «ρόλο» και την «άμεση εκλογή» του προέδρου της δημοκρατίας. Προσπαθούν να σερβίρουν ως αντίδοτο στα τρομακτικά «ελλείμματα δημοκρατίας», όχι την διεύρυνση και το βάθεμα των συλλογικών μορφών δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, αλλά την άμεση ενίσχυση των πλέον παρωχημένων κι αντιδραστικών προσωποπαγών θεσμών της εξουσίας – σκοτεινών πολιτικών κατάλοιπων της απολυταρχίας στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού – όπως είναι το προεδρικό σύστημα, δηλαδή ο «διευρυμένος ρόλος» ενός εκλεγμένου προέδρου της δημοκρατίας, κατά το Γαλλικό ή Αμερικανικό πρότυπο.   
Έτσι, παρακολουθούμε μια ολόκληρη επιχείρηση όπου το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα τείνει να επιστρέψει σε καταστάσεις, όπου τα κόμματα, στο βαθμό που υπάρχουν θ’ αποτελούν κυρίως βολικούς φορείς φιλόδοξων «επιφανών ανδρών» και της προσωπικής τους κλίκας, στον αγώνα δρόμου για την εξουσία. Μ’ αυτήν την έννοια έχουν δίκιο οι διατεταγμένοι κονδυλοφόροι της εξουσίας ότι βαδίζουμε προς έναν «εξαμερικανισμό του δικομματισμού», μιας και οι ΗΠΑ είναι η μοναδική ανεπτυγμένη χώρα του καπιταλισμού, που κατόρθωσε να διατηρήσει ένα τόσο απρόσβλητο, ανελέητο κι απόλυτα διεφθαρμένο «προσωποπαγές» κομματικό σύστημα. Αυτήν ακριβώς την διαδικασία προσαρμογής του αστικού κομματικού συστήματος στις νέες ανάγκες της διχτατορίας των μονοπωλίων, απηχεί πολύ καθαρά τόσο η ρευστοποίηση της οργανωμένης κομματικής βάσης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, καθώς και το ιδιόρρυθμο κόμμα-πρότυπο του Αβραμόπουλου.  
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια δεν έχουν κυριολεκτικά θεοποιηθεί μόνο τα λεγόμενα  «καταξιωμένα πρόσωπα», αλλά έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία, η έννοια του δήθεν «ακομμάτιστου», του ανένταχτου, του «αδέσμευτου», του πολιτικά περιφερόμενου. Στο παιχνίδι της εξατομίκευσης του εργαζόμενου στις εργασιακές του σχέσεις απέναντι στο κεφάλαιο, παίζει σοβαρό ρόλο και η εξατομίκευσή του ως πολιτικό υποκείμενο. Οι ευλύγιστες μορφές απασχόλησης στην αγορά εργασίας, απαιτούν και «πολιτικά ευλύγιστους» εργαζόμενους, με βαθιά απέχθεια απέναντι σε κάθε μορφή ένταξης κι οργάνωσης, τόσο συνδικαλιστικής, όσο και πολύ περισσότερο πολιτικής. Εδώ έγκειται και η ουσία ολόκληρης της φιλολογίας περί «μεσαίου χώρου» ή στην πιο αριστερή της εκδοχή, περί «νέου κοινωνικού υποκειμένου», το οποίο αναζητείται όχι βέβαια σε μπανάλ «οικονομίστικες» ταξικές αναλύσεις της κοινωνίας, αλλά στην νεοκορπορατίστικη επινόηση της «κοινωνίας των πολιτών», των παρδαλών Δικτύων και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.
Τα πρώτα ιστορικά κοινωνικο-πολιτικά κόμματα με μαζική οργανωμένη βάση, με πανεθνική κι αργότερα διεθνή οργάνωση, εσωτερική συνοχή, προγραμματικές στοχεύσεις εύρους και βάθους, προνομιακά πεδία παραγωγής μάχιμης ταξικής ιδεολογίας και πολιτικής, αναδείχτηκαν από την ίδια την εργατική τάξη και τα κινήματά της. Γι αυτό κι απ’ την εποχή των πρώτων επαναστατικών σκιρτημάτων του πρώιμου προλεταριάτου, οι πιο συνειδητοί μαχητές της εργατικής τάξης, όσο περισσότερο κατανοούσαν την έννοια της ταξικότητας, άλλο τόσο κατανοούσαν και την μεγάλη σημασία, την ανεκτίμητη κατάκτηση της κομματικότητας για την ίδια την τάξη και την πάλη της. Απέναντι στον «υπερκομματικό» αστό και μικροαστό, η εργατική τάξη ήδη απ’ την εποχή των πρώτων ιστορικά επαναστατικών αγώνων για την δημοκρατία, απέδειξε την ιδιαίτερη προθυμία της να ενταχθεί, να οργανωθεί μαζικά, να παλέψει συλλογικά μέσα απ’ τις γραμμές συγκροτημένων επαναστατικών κομμάτων, έστω κι αν στην αρχή δεν την εκπροσωπούσαν συνειδητά.
Όσο ο αστός κι ο μικροαστός πολιτικάντης περιφρονούσαν τον «καθοδηγούμενο όχλο», άλλο τόσο κι ακόμη περισσότερο λοιδορούσαν κι απεχθάνονταν οι αληθινοί αγωνιστές της τάξης όλους τους μπλαζέ ανένταχτους, τους ακομμάτιστους, τους περιφερόμενους παράγοντες και τους διάφορους επίδοξους ηγετίσκους. Κι αυτό γιατί γνώριζαν πολύ καλά από την εμπειρία της ταξικής πάλης – πολύ πριν τους το διδάξει με επιστημονική ακρίβεια ο Κάρλ Μάρξ – ότι ανώτατη μορφή οργάνωσης της τάξης στον αγώνα της ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι το δικό της ανεξάρτητο επαναστατικό κόμμα! Κι όχι μόνο αυτό. Η ίδια η εργατική τάξη, μέσα απ’ τους ταξικούς της αγώνες, ανέδειξε ένα νέου τύπου πολιτικό κόμμα, άγνωστο έως τότε. Όχι ένα κόμμα του παρασκηνίου, όπως ήταν οι μυστικές εταιρείες, ούτε ένα κόμμα μεγάλων ηγετών, ένα κόμμα ηρώων και μαρτύρων, ανείπωτων θυσιών και φανατικού συνωμοτισμού. Αντίθετα, δημιούργησε ένα κόμμα του προσκήνιου, όπου αντλεί την διάρκεια, την αντοχή και την δύναμή του όχι απ’ τις προσωπικές ιδιότητες «μεγάλων ανδρών», αλλά απευθείας απ’ τις ίδιες τις ευρύτερες μάζες, απ’ τον ίδιο τον μαζικό αγώνα της τάξης, που συνειδητά εκπροσωπεί.
Η εμφάνιση του ιστορικά πρώτου ανεξάρτητου εργατικού μαζικού κόμματος – του κόμματος του Χαρτισμού στην Βρετανία στα 1840, οκτώ χρόνια πριν ο Κάρλ Μάρξ διακηρύξει πανηγυρικά την αναγκαιότητά του με την έκδοση του «Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος» –  άλλαξε δραστικά κι ανεπιστρεπτί την ιστορική κοίτη των κοινωνικών αγώνων. Λίγα χρόνια αργότερα ο μεγάλος ρώσος επαναστάτης δημοκράτης, Πιότρ Λαβρόφ, θα γράψει: «Η εποχή για δίχως συναίσθηση βάσανα και για ονειροπολήματα έχει περάσει. Η εποχή για ήρωες και φανατικούς μάρτυρες, για σπατάλη δυνάμεων και μάταιες θυσίες, έχει επίσης περάσει. Ήρθε η εποχή για ψύχραιμους, συνειδητούς τεχνίτες [ηγέτες], για καλά μελετημένα χτυπήματα, για συγκροτημένη σκέψη και για ακλόνητη υπομονετική δράση… Κι έτσι το κόμμα οργανώνεται. Ο πυρήνας του είναι ένας μικρός αριθμός εξαιρετικά ανεπτυγμένων, αποφασισμένων, τολμηρών ανθρώπων, για τους οποίους η κριτική σκέψη είναι αδιαχώριστη απ’ την δράση. Γύρω απ’ αυτούς βρίσκονται μέλη της διανόησης λιγότερο εξελιγμένα. Όμως, το πραγματικό θεμέλιο του κόμματος είναι οι αναπόφευκτοι σύμμαχοί του, τα κοινωνικά στρώμματα που υποφέρουν απ’ το κακό ενάντια στο οποίο το κόμμα έχει οργανωθεί για να πολεμήσει»[9].
Από τότε, το βασικό ερώτημα δεν ήταν ποτέ αν χρειάζεται ή όχι κόμμα η εργατική τάξη, αλλά «τι» κόμμα χρειάζεται. Ολόκληρη η πολιτική ιστορία της αριστεράς απ’ την εποχή της ολοκληρωτικής ήττας της επαναστατικής δημοκρατίας στα μέσα του 19ου αιώνα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το σύνολο των πολιτικών σχεδίων κι επιδιώξεων οργάνωσης του ανεξάρτητου κόμματος της εργατικής τάξης. Γύρω απ’ αυτή την αδήριτη και θεμελιώδη ανάγκη ξεδιπλώθηκαν όλες οι μεγάλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της αριστεράς.
Μόνο πολύ αργότερα επήλθε και η μεταμόρφωση των πολιτικών κομμάτων της άρχουσας τάξης – μπροστά στον κίνδυνο της «καθολικής ψήφου» και της πολιτικής εκπροσώπησης των μαζικών εργατικών κινημάτων – από κλειστές κοινοβουλευτικές λέσχες «επιφανών ανδρών», σε ολιγαρχικά κακέκτυπα μαζικών κομμάτων, με οργάνωση, επιρροή, δραστηριότητα και ιδεολογικό εξοπλισμό κατά το πρότυπο των εργατικών κομμάτων.  
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο κυρίαρχος συνασπισμός εξουσίας εμφανίζεται σήμερα «ακομμάτιστος», έτσι και η ΚΕΔΑ μαζί με την υπόλοιπη «πληθυντική αριστερά» απεχθάνεται και μόνο την σκέψη του κόμματος της εργατικής τάξης. Γι αυτό και οι φύλαρχοί της όπου σταθούν κι όπου βρεθούν δηλώνουν ότι η «αριστερά δεν χρειάζεται άλλα κόμματα». Γιατί, όμως, αυτό; Μήπως γιατί πρέπει να ‘ναι ευτυχισμένη με τα κόμματα που έχει ή γιατί απλά η αριστερά δεν έχει ανάγκη από κόμματα γενικά; Και να φανταστεί κανείς πως οι κύριοι αυτοί, τουλάχιστον οι κκ Κωστόπουλος και Θεωνάς, όσο ασκούσαν κλεφτοπόλεμο στο εσωτερικό του ΚΚΕ, μιλούσαν εξ ονόματος του κόμματος της εργατικής τάξης.
Ίσως η τακτική αυτή ν’ αποφέρει αποτελέσματα όταν απευθύνεται στα πιο πολιτικά καθυστερημένα τμήματα της κοινωνικής βάσης της αριστεράς, σ’ όλους αυτούς που η πολιτική τους μόρφωση φτάνει έως το πολύ γνωστό «όλοι αριστεροί είμαστε»! Άλλωστε το τραγικό δυστύχημα της συγκυρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η κομμουνιστική αριστερά βρίσκεται πολύ πίσω σε επίπεδο οραμάτων και προσδοκιών, όχι μόνο σε σχέση με την ιστορία της, αλλά και σε σχέση με τα πιο πολιτισμένα τμήματα της εργατικής τάξης. Γι αυτό κι αναζητά καταφύγιο στην κοινωνική διαμαρτυρία, τις συγχύσεις και τις αυταπάτες των πιο καθυστερημένων στρωμμάτων της κοινωνίας. Δυστυχώς, για πολλούς στην αριστερά είναι αρκούντως πιο εύκολο και βολικό ν’ ασκούν κριτική στο υπάρχον με όρους σκληρής καταγγελίας και γενικής άρνησης, παρά να κατανοήσουν τις ρίζες των πραγματικών αντιθέσεων κι έτσι να βρεθούν στην δύσκολη θέση ν’ αναπτύξουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο για το μέλλον. Υπάρχει άλλωστε το άλλοθι του συσχετισμού των δυνάμεων και οι γενικές αναφορές στην αριστερά. Για τα υπόλοιπα αρκούν οι τετριμμένες εξάρσεις ενός μικροαστικού και γραφειοκρατικού επαναστατισμού
Όμως, ένα είναι σίγουρο, όσο πετυχημένη κι αν θεωρούν κάποιοι τη συνταγή να σερβίρουν ως «υψηλή πολιτική», τα αδιέξοδα, τις απογοητεύσεις και τις συγχύσεις, που γεννά στη συνείδηση των πλατιών μαζών η συγκεκριμένη περίοδος, εστί δίκης οφθαλμός! Θα έλθει η ώρα που οι απλοί εργάτες, οι άνθρωποι του μόχθου γενικά, θα πληρώσουν όπως τους αξίζει, όλους αυτούς που αντί να μοχθούν να φωτίσουν την μαζική συνείδηση, απλά κολακεύουν τις συγχύσεις της και χρησιμοποιούν την καθυστέρησή της ως άλλοθι για ιδεολογικο-πολιτικό αριβισμό. Η ιστορία έχει αποδείξει πόσο ανελέητη κι εκδικητική στάθηκε η εργατική τάξη απέναντι σ’ όλους εκείνους τους «επιφανείς εκπροσώπους» της, που προτίμησαν την κρίσιμη στιγμή να παίξουν με τα αδιέξοδα της συγκυρίας. Κι αυτό θα έπρεπε να το ξέρει πολύ καλά ειδικά ο Μ. Κωστόπουλος.          

Ας τελειώνουμε πιά με το γνωστό παραμύθι…

Παρόλα αυτά ο κ. Κωστόπουλος συνεχίζει να δηλώνει: «Εμείς επιμένουμε να δηλώνουμε κομμουνιστές, μαρξιστές-λενινιστές παρ’ ότι συχνά και για λόγους εξηγήσιμους παρερμηνεύεται αυτή μας η σταθερή θέση» (Μανιφέστο, Μάιος 2001, σελ. 11). Τι σημαίνει, όμως, κομμουνιστής, μαρξιστής-λενινιστής, όταν στα πιο σκαμπρόζικα ζητήματα πετά στο καλάθι των αχρήστων ακόμη και την άλφα-βήτα του επιστημονικού σοσιαλισμού. Εμείς απλά θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στον κ. Κωστόπουλο και την παρέα του, ότι κανείς δεν κρίνεται απ’ αυτό που δηλώνει για τον εαυτό του. Κι αυτό που φανερώνει το σύνολο της ιδεολογίας και της πολιτικής των εγκεφάλων της ΚΕΔΑ, απέχει απ’ οποιαδήποτε έννοια μαρξισμού και κομμουνισμού. 
Ο Αλέξανδρος Χέρτσεν, ο μεγάλος ρώσος επαναστάτης των αρχών του 19ου αιώνα, έλεγε: «Ο συντηρητισμός, μην έχοντας καμμιά άλλη επιδίωξη παρά μόνο το ξεπερασμένο status quo είναι το ίδιο καταστροφικός, όσο και μια επανάσταση. Καταστρέφει την παλιά τάξη πραγμάτων, όχι με τις δυνατές φλόγες της οργής, αλλά με την τέφρα της παρακμής». Η ειρωνεία της ιστορίας βρίσκεται στο γεγονός ότι ακριβώς σ’ αυτές τις περιόδους βασιλείας της συντήρησης, όπου τα πάντα καταστρέφει η τέφρα της παρακμής, γεννιούνται και οι μεγαλύτερες αυταπάτες παντοδυναμίας της παλιάς τάξης πραγμάτων. Πότε φάνταζε πιο «ακλόνητη» η απόλυτη μοναρχία στην Ευρώπη; Την εποχή της παντοδυναμίας της Ιεράς Συμμαχίας, δηλαδή, λίγο πριν η πυρκαγιά των δημοκρατικών επαναστάσεων αποτεφρώσει την απόλυτη μοναρχία σ’ ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη. Πότε φάνταζε πιο «ακλόνητος» ο καπιταλισμός της εποχής του ελεύθερου ανταγωνισμού; Την εποχή ακριβώς που γεννούσε στα σπλάχνα του το καπιταλιστικό μονοπώλιο, τα τραστ και τα καρτέλ, ως παντοδύναμες δυνάμεις ανελέητου ανταγωνισμού για σφαίρες επιρροής, αγορές και ζώνες τοποθέτησης κεφαλαίων. Λίγο πριν, δηλαδή, σαρώσει τα πάντα η φωτιά του παγκόσμιου πολέμου και της παγκόσμιας επαναστατικής κρίσης, που μην ξεχνάμε ότι γέννησε την πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση, την Οκτωβριανή.   
Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια ανάλογη εποχή όπου η παλιά τάξη πραγμάτων, ο καπιταλισμός σαν σύστημα, υπονομεύεται, αποσαθρώνεται, καταρρέει, όχι από την πυρκαγιά της ταξικής οργής, αλλά απ’ τη δική του τέφρα της παρακμής, που τείνει να πνίξει τα πάντα, μαζί και την αριστερά στο σύνολό της. Όσο περισσότερο διαβρώνει και διαφθείρει συνειδήσεις, όσο η σήψη κατακλύζει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, τόσο περισσότερο οι ίδιες οι κοινωνικές βάσεις του συστήματος αποσαρθρώνονται και προετοιμάζουν μια νέα ιστορική περίοδο όπου η ταξική οργή – είτε ανοικτά κι απροκάλυπτα, είτε φορώντας εθνικές, φυλετικές ή θρησκευτικές μάσκες – θα δώσει τον κυρίαρχο τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις. Το ερώτημα είναι αν η περίοδος ξεκαθαρίσματος των ανοικτών λογαριασμών, που σίγουρα έρχεται, θ’ αποτελέσει ένα ακόμη παρανάλωμα αυτοκαταστροφής, όπου θα βασιλεύει η απόγνωση και το τυφλό ταξικό μίσος, μια ακόμη περίοδο ήττας κι απογοήτευσης; Ή θ’ αποτελέσει μια περίοδο νέας επαναστατικής ανάτασης, μια περίοδο νέων ελπίδων, νέας εφόδου προς τον ουρανό, νέων λαμπρών σελίδων στην ιστορική επιδίωξη για την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, για την επαναστατική απελευθέρωση της ανθρωπότητας; Κι αυτό δεν είναι κάτι που θα κριθεί αύριο, αλλά κρίνεται ήδη από σήμερα.    
Ο ρόλος καθενός στην αριστερά θα κριθεί σήμερα απ’ το αν είναι σε θέση ν’ αντέξει αυτή τη τέφρα της παρακμής, αν θ’ αρνηθεί να υποταχθεί στις αυταπάτες παντοδυναμίας ενός συστήματος, που ιστορικά πνέει τα λοίσθια και μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο του, απειλεί να παρασύρει μαζί του στα τάρταρα, ολόκληρη την κοινωνία.
Όσο για όλους αυτούς τους «επιφανείς άνδρες», που εμφανίζουν την λιποταξία ως «ηρωισμό», που περιφέρονται ως «αδίκως διωκόμενοι» για έναν αγώνα, που ποτέ δεν θέλησαν να δώσουν, ως «οσιομάρτυρες» ενός κινήματος, που δεν δίστασαν να το εγκαταλείψουν στη τύχη του, μόνο και μόνο για να βρουν – όπως πιστεύουν – ασφαλές πολιτικό καταφύγιο αλλού, δεν μπορούν παρά να μας συνεγείρουν τα ίδια αισθήματα μ’ εκείνα που πλημμύριζαν την Ρόζα Λούξεμπουργκ, όταν μέσα απ’ την φυλακή έγραφε:
Αχ! εσείς, δυστυχισμένες μικρομπακαλίστικες ψυχές, έτοιμες να πουλήσετε «τοις μετρητοίς» λίγο «ηρωισμό», έστω και για τρεις σκουριασμένες χαλκοδεκάρες, φτάνει να μετρηθεί το «όφελος» πάνω στο τραπέζι της συναλλαγής. Και τα απλά λόγια ενός τίμιου κι ευθύ ανθρώπου: «Εδώ στέκομαι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, κι ο θεός βοηθός», εσείς δε θα τα ξεστομίσετε ποτέ!…
Σας το δηλώνω απερίφραστα, θα σας κυνηγήσω, θα  καταδιώξω τη «βατραχοπαρέα» σας με ήχους πνευστών οργάνων, με κλαγγές καμτσικιών και με λυσσασμένα σκυλιά – όπως η Πενθεσείλια – αλλά, σεις προς θεού! δεν έχετε κανέναν Αχιλλέα ανάμεσά σας!

Εργατική Πολιτική, 29 Μαίου 2001

Δημήτρης Καζάκης




[1] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 48ος (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984), σελ. 81.
[2] Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Λένιν ξεκινούσε το Τι να Κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας, μ’ αυτό ακριβώς το απόσπασμα απ’ την επιστολή του Λασσάλ στον Μάρξ, της 24ης Ιουνίου 1852. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο ακόμη και για τα ηγετικά κόμματα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, να επιτρέψουν στην ανοικτή εσωκομματική ιδεολογικο-πολιτική ζύμωση και την οξεία πάλη των τάσεων, ν’ απειλήσει την πολύτιμη «ενότητα του κόμματος». Μια απ’ τις καθοριστικές προϋποθέσεις του εκφυλισμού της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η αναγωγή της κομματικής ενότητας σε αξία καθαυτή, πάνω κι απ’ την οξεία πάλη των τάσεων, που ήταν και η μόνη ικανή να ξεκαθαρίζει τις γραμμές της από συγκαταβατικές αντιλήψεις και πρακτικές. Ακριβώς το ίδιο συνέβη χρόνια αργότερα και με τα κομμουνιστικά κόμματα.  
[3] Επιστολή του Φρ. Ένγκελς στον Αύγουστο Μπέμπελ, 20 Ιουνίου 1873. K. Marx & Fr. Engels, Selected Correspondence (Moscow: Progress Publishers, 1982) , p. 266.
[4] Στο ίδιο, σελ. 268.
[5] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 11 (Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1985), σελ. 102.
[6] Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τομ. 15, σελ. 68 και τομ. 13, σελ. 247.
[7] Κάρλ Μάρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, (Αθήνα: Παπαζήσης, 1978), σελ. 84.
[8] Στο ίδιο, σελ. 85.
[9] Peter Lavrov, Historical Letters, (Berkeley & Los Angeles: University of California Press, 1967), pp.173, 179.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου