Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Απαντήσεις στην εφημερίδα «Αριστερά»




Ερώτηση: Ο αστικός πολιτικός και οικονομικός κόσμος προβάλλει το χρηματιστήριο σαν δυναμικό εργαλείο ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας. Πιστεύετε ότι το ΧΑΑ μπορεί να παίξει προωθητικό ρόλο στην ελληνική οικονομία ή παραμένει ένας μηχανισμός που εξυπηρετεί τη κερδοσκοπία του μεγάλου κεφαλαίου και συντελεί στην ενίσχυση της αστάθειας και της ρευστότητας στην οικονομική πραγματικότητα της χώρας;
Απάντηση: Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Άγγλος τραπεζίτης Τζαίημς Τζίλμπαρτ διαπίστωνε μια μεγάλη αλήθεια: «Καθετί που διευκολύνει τις συναλλαγές, διευκολύνει και την κερδοσκοπία. Η συναλλαγή και η κερδοσκοπία είναι σε πολλές περιπτώσεις τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, που είναι δύσκολο να ειπωθεί, που σταματά η συναλλαγή και που αρχίζει η κερδοσκοπία». Κάτι που ισχύει ιδιαίτερα για το χρηματιστήριο, το οποίο απ’ την εποχή της γέννησής του είναι ταυτισμένο με την κερδοσκοπία κάθε είδους, μ’ ένα «ολόκληρο σύστημα – όπως έλεγε ο Μάρξ – αγυρτείας κι απάτης σχετικά με τις ιδρύσεις, την έκδοση μετοχών και το εμπόριο μετοχών».
Μόνο που τις παλιότερες εποχές ο κερδοσκοπικός παροξυσμός αποτελούσε συγκυριακό προϊόν έντονων οικονομικών και κοινωνικών αναστατώσεων. Η επέμβαση της πολιτικής για την καταστολή της κερδοσκοπίας όχι μόνο δεν μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί, αλλά αντίθετα εθεωρείτο – ακόμη κι απ’ τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου – σημαντική ώστε να περιορίσει τις πιο νοσηρές συνέπειες και να προστατέψει την αποσάθρωση του συνόλου της οικονομίας.
Αντίθετα σήμερα, ο μακρόχρονος κερδοσκοπικός παροξυσμός της τελευταίας δεκαετίας και πλέον, δεν είναι εκδήλωση ή προϊόν συγκυριακών οικονομικο-κοινωνικών αναστατώσεων, όπως στο παρελθόν, αλλά έκφραση μονιμότερων διαρθρωτικών χαρακτηριστικών που έχουν να κάνουν με τον σημερινό τρόπο συσσώρευσης του κεφαλαίου πρωταρχικά σε διεθνές, αλλά και σ’ εθνικό επίπεδο.  Κι αυτό γιατί απ’ την άντληση όλο και μεγαλύτερου πρόσθετου κέρδους, κάθε μορφής υπερκέρδους, εξαρτάται πλέον το σύνολο της κερδοφορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, σε μια εποχή όπου ο παγκόσμιος καπιταλισμός φαίνεται να μην μπορεί να ξεφορτωθεί μακροπρόθεσμα φαινόμενα μαζικής υπερπαραγωγής, σχετικά χαμηλού βαθμού αξιοποίησης παραγωγικού δυναμικού, καταστροφής ολόκληρων κλάδων της παγκόσμιας οικονομίας, κοκ. Φαινόμενα, δηλαδή, που άλλοτε χαρακτήριζαν αποκλειστικά περιόδους κρίσης και γενικής ύφεσης.
Κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει ότι η κερδοσκοπία αποτελεί ζωτικό στοιχείο της καπιταλιστικής αναπαραγωγής σήμερα. Κι αυτή η διαφαινόμενη τάση για κυριαρχία της έχει σκορπίσει ένα κύμα ανησυχίας ακόμη και σ’ εκπροσώπους του ίδιου του μεγάλου κεφαλαίου. Απ’ αυτή την άποψη, οι αναφορές του μεγαλο-χρηματιστή Τζώρτζ Σόρος σε «καταστροφικές καταιγίδες» και «θύελλες» που σαρώνουν κράτη και περιφέρειες, σβήνουν «οικονομικά θαύματα» με την ίδια ευκολία που αυτά δημιουργήθηκαν απ’ την παγκόσμια αγορά, δεν είναι καθόλου τυχαίες.
Γι αυτό και σήμερα η κυρίαρχη πολιτική δεν έχει πλέον σαν στόχο να καταστείλει ή να περιορίσει – έστω και με καπιταλιστικούς όρους – την κερδοσκοπία, αλλά να διευκολύνει την «στροφή» ολόκληρης της κοινωνίας προς αυτή. Έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και η – συχνά δυσανάλογη – μείωση των επιτοκίων στις τραπεζικές καταθέσεις, η οποία περιορίζοντας σημαντικά τις αποδόσεις, οδηγεί τους αποταμιευτές σ’ αναζήτηση νέων μορφών «επένδυσης» χρημάτων κυρίως μέσω της χρηματαγοράς και του χρηματιστηρίου. Η συμμετοχή μ’ οποιαδήποτε μορφή των συνταξιοδοτικών ταμείων και το ήδη εφαρμοζόμενο σύστημα διανομής μετοχών έναντι αμοιβής στους εργαζόμενους συνδυάζει την ενίσχυση των χρηματιστηριακών αγορών με τον εθισμό τους στον χρηματιστηριακό τζόγο. Κάθε οικονομική έκδοση άλλωστε και κάθε τηλεοπτικό «οικονομικό» σόου, έχει γίνει πιά μέρος της καθημερινότητας, στην προσπάθεια του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας σήμερα να εξοικειώσει ολόκληρη την κοινωνία με τα κερδοσκοπικά παιχνίδια.
Ερώτηση: Το 1999 ήταν μια χρονιά πραγματοποίησης μεγάλων κερδών στη Σοφοκλέους. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια δραχμές ενίσχυσαν την κεφαλαιακή βάση δεκάδων επιχειρήσεων. Υπάρχουν στοιχεία για το τι έγιναν αυτά τα χρήματα; Επενδύθηκαν και πού; Σε ποιο βαθμό επανατοποθετήθηκαν στην «οικονομία των χαρτιών» σ’ ολόκληρο το κόσμο;
Απάντηση: Παρά την μυθολογία γύρω από την «αναπτυξιακή σημασία» της διεθνούς κίνησης του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποδειχθεί σε παγκόσμιο επίπεδο ότι οι εισροές κερδοσκοπικών κεφαλαίων σ’ εύθραυστες «αναδυόμενες αγορές» – όπως η Ελλάδα – δεν έχουν επιφέρει κανένα ορατό και μακροπρόθεσμο όφελος για την οικονομία συνολικά, αλλά και για τους λαούς αυτών των χωρών. Αντίθετα, έχουν τρομακτικές επιπτώσεις στη συνολική τους αναπτυξιακή προοπτική. Δεν υπάρχει κανένα παράδειγμα «αναδυόμενης αγοράς», που αναβαθμίστηκε η θέση της στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας – έστω και με καπιταλιστικούς όρους – χάρις στη μετατροπή της σε «προνομιακή αγορά» χρηματιστηριακών κι άλλων κερδοσκοπικών τοποθετήσεων κεφαλαίων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, από τον Σεπτέμβριο του ’99 έως σήμερα, πάνω από 25 τρις δρχ. (το 60% περίπου του ετήσιου ΑΕΠ της χώρας) έχουν κάνει φτερά από το ΧΑΑ, σαν αποτέλεσμα σημαντικών ρευστοποιήσεων απ’ τους επικαλούμενους «μεγάλους θεσμικούς επενδυτές» – δηλ., τους μεγάλους κερδοσκόπους – προκειμένου εκτός των άλλων ν’ αντισταθμίσουν και τις όποιες απώλειες είχαν από τις «επενδύσεις» τους σ’ άλλες χρηματαγορές, συμβάλλοντας στην απόγνωση και την χρεοκοπία των λεγόμενων «μικροεπενδυτών». Που πήγαν αυτά τα χρήματα; Κυρίως έφυγαν για ξένες αγορές. Μερικά απ’ αυτά χρησιμοποιήθηκαν απ’ τις μεγάλες επιχειρήσεις ως κεφάλαια κίνησης κι αποπληρωμής χρεών τους στις τράπεζες. Ενώ κάποια άλλα επανατοποθετήθηκαν σε αγορές χαρτιών εκτός χρηματιστηρίου, όπως σε ομόλογα δημοσίου, κοκ.
Ερώτηση: Υποστηρίζεται ότι τέτοια φαινόμενα είναι αναμενόμενα και φυσιολογικά καθώς καταγράφονται και στις λεγόμενες ώριμες αγορές. Πιστεύετε ότι είναι ίδιος ο ρόλος και η σημασία του χρηματιστηρίου στις καπιταλιστικές μητροπόλεις και στις λεγόμενες αναδυόμενες αγορές, όπως η Ελλάδα; Αληθεύει ότι οι τελευταίες γίνονται οχήματα απόσπασης κερδών και ανακατανομής του πλούτου προς όφελος των «ώριμων αγορών»; 
Απάντηση: Η προκλητική ενίσχυση του χρηματιστηρίου και των αγορών χρήματος γενικά, καθώς και η μετατροπή τους σε βασικό μοχλό της οικονομίας της χώρας, έγινε στο όνομα της προσέλκυσης σημαντικών ξένων κεφαλαίων, τα οποία υποτίθεται ότι θα βοηθούσαν την ανάπτυξη της χώρας. Στην πραγματικότητα, αυτά που προσέλκυσαν ήταν άκρως κερδοσκοπικά κεφάλαια, που δεν έχουν καμμιά σχέση μ’ επενδύσεις στη παραγωγή και γενικότερα στη πραγματική οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1992 σε κάθε 100 δολ. ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων που εισέρεαν ετήσια στην ελληνική οικονομία, τα 59 δολ. αφορούσαν επιχειρηματικά κεφάλαια, τα 31 πήγαιναν για αγορά ακινήτων και μόλις τα 10 στην αγορά χρήματος και χαρτιών (μετοχές, ομόλογα, κλπ.). Το 1995, τα 33 δολ. ήταν επιχειρηματικά κεφάλαια, τα 7 πήγαιναν στην αγορά ακινήτων και τα 60 στην αγορά χρήματος και χαρτιών. Σήμερα, αισίως μόλις τα 10 δολ. αφορούν επιχειρηματικά κεφάλαια, 1 δολ. πηγαίνει στην αγορά ακινήτων και τα υπόλοιπα 89 δολ. πηγαίνουν στην αγορά χρήματος και χαρτιών!    
Η κατάσταση αυτή έχει μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε αληθινό έρμαιο των κερδοσκοπικών ορέξεων του ξένου κεφαλαίου, έχει βαθύνει την αποδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης κι έχει υπονομεύσει, ίσως ανεπανόρθωτα, τις αντοχές της – ακόμη και με καπιταλιστικούς όρους –  σε περιόδους ύφεσης και κρίσης. Μ’ αυτή την έννοια το καταστροφικό δυναμικό της κρίσης δεν το έχουμε γευτεί ακόμη, είναι ακόμη μπροστά μας κι απ’ ότι φαίνεται – αν εξαιρέσει κανείς τους ζουρλομανδύες του ΔΝΤ και των «προγραμμάτων σταθερότητας» – η εξουσία δεν διαθέτει κανένα άλλο μέσο αντιμετώπισης της καταιγίδας που ήδη διακρίνεται στον ορίζοντα.
Ερώτηση: Το φαινόμενο των εγκλωβισμένων έχει απασχολήσει αρκετά τα ΜΜΕ. Είναι αυτό η μοναδική επίπτωση στο κοινωνικό πεδίο της χρηματιστηριακής κρίσης ή οι πιθανές ανατροπές του «προγράμματος σταθερότητας» και των δεσμεύσεων προς το ευρωπαϊκό διευθυντήριο θα σημάνει νέα οικονομική επίθεση στα λαϊκά εισοδήματα;
Απάντηση: Εκτιμάται ότι περίπου το 30% των ελληνικών νοικοκυριών έχουν επενδύσει – στον ένα ή στον άλλο βαθμό – στο χρηματιστήριο, τροφοδοτώντας επί της ουσίας τα διάφορα κερδοσκοπικά παιχνίδια ανάμεσα σε συνασπισμούς και κυκλώματα ισχυρών συμφερόντων, οι οποίοι εκτός των άλλων είναι σε θέση να μεταβάλλουν προς όφελος τους τις συνθήκες της χρηματιστηριακής αγοράς. Για να καταλάβουμε πόσο ελεγχόμενη είναι η χρηματιστηριακή αγορά, αρκεί ν’ αναφέρουμε  ότι απ’ τα περίπου 45 τρις της κεφαλαιοποίησης (της συνολικής αξίας των μετοχών) του ΧΑΑ, γύρω στα 30 τρις ανήκουν περίπου στο 1% του συνόλου των κατόχων μετοχών, τα 10 τρις ανήκουν στις τράπεζες, ενώ τα υπόλοιπα διανέμονται στις δεκάδες χιλιάδες των «μικροεπενδυτών». Απ’ αυτούς τους τελευταίους η συντριπτική πλειοψηφία έχει χάσει έως και πάνω απ’ το 60% των χρημάτων που «επένδυσαν» στο ΧΑΑ αρχικά. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κοινωνικής διάστασης του προβλήματος κι όχι απλά και μόνο σε μερικές χιλιάδες «κόκκινους κωδικούς» με συνολικό χρέος κάτι λιγότερο από 50 δισ. δρχ, όπως προσπάθησε να παραπλανήσει με δηλώσεις της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Μ’ αυτό το τρόπο, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας εξαρτάται πλέον άμεσα απ’ τη κερδοσκοπική διακύμανση του χρηματιστηρίου. Έτσι, το ΧΑΑ μετεξελίχθηκε όχι απλά σ’ έναν τρομακτικό μηχανισμό αναδιανομής και κερδοσκοπικής λεηλασίας του κοινωνικού πλούτου της χώρας, αλλά κι σ’ έναν εκπληκτικό μοχλό «κοινωνικής πειθούς» για την επιτάχυνση της πολιτικής των απελευθερώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων, που παραπειστικά χαρακτηρίζεται ως πολιτική «διαρθρωτικών αλλαγών». Οι συνθήκες αυτές – παρά τους πολιτικούς κινδύνους που ενέχουν για τη κυβέρνηση – αποτελούν το πιο ευνοϊκό περιβάλλον για ν’ αποδεχτούν ευρύτερες μάζες την πολιτική εκποίησης του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος, της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων, της απροκάλυπτης ενίσχυσης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, στο όνομα της απατηλής προσδοκίας ανόδου του χρηματιστηρίου κι άρα «απεγκλωβισμού» των μικροεπενδυτών.
Τα δεδομένα αυτά απαιτούν απ’ την αριστερά να απαλλαγεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα απ’ τη στείρα ηθικολογική καταγγελία της κερδοσκοπίας κι ν’ αναδείξει την ανάγκη – όχι βέβαια κάποιων απατηλών «αναπτυξιακών ρυθμίσεων», που ζητούν κάποιοι κατ’ όνομα αριστεροί του ΣΥΝ – αλλά την ανάγκη άμεσης επιβολής δημοκρατικού ελέγχου στην κίνηση του κεφαλαίου, που θα βασίζεται στην ολόπλευρη διαφάνεια, την κατάργηση κάθε έννοιας και πρακτικής απορρήτου, κάθε «ανωνυμίας του επενδυτή», καθώς και στην επιβολή αληθινού «πόθεν έσχες» σ’ όλους όσους συμμετέχουν έμμεσα ή άμεσα στα δούναι-λαβείν της χρηματιστηριακής αγοράς, αποτελεί θεμελιακή προϋπόθεση, που αναγνωρίζουν ακόμη και ανεπτυγμένες αγορές. Τα μέτρα αυτά σε συνδυασμό με μια ολόπλευρη παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας με βασικό μοχλό τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των εργαζομένων, όχι έρμαιο των δυνάμεων της αγοράς, αλλά στην βάση ενός δημοκρατικού κοινωνικο-οικονομικού σχεδιασμού, μπορούν να συμβάλλουν όχι μόνο στον αποφασιστικό περιορισμό της κερδοσκοπίας, αλλά και ν’ «απεγκλωβίσουν» τη πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού απ’ τον αυτόματο πιλότο της μιζέριας και της ανέχειας.

7/2/2001

Δημήτρης Καζάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου