Ο Κωστής Παλαμάς στο κλείσιμο της πιο ταπεινωτικής και καταστροφικής δεκαετίας που πέρασε ποτέ το ελληνικό έθνος, 1898-1908, υπό καθεστώς κατοχής των δανειστών του και υπό την άμεση απειλή να χαθεί μια για πάντα κάτω από το βάρος του λεβαντινοραγιαδισμού, που σάρωνε τότε πολιτεία και κοινωνία, οδηγώντας σε ολοκληρωτική εξαφάνιση την Ελλάδα, αποτύπωσε την απελπισία του σ' ένα ποίημα που ταιριάζει απόλυτα στις μέρες μας:
Αποκριτική γραφή
Εγώ γυρίζω, γυρίζω, και κάνω
τον άνεμο κουβάρι…
Καρκαβίτσας (Από ένα γράμμα του)
Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είν’ εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθεί μια σπιθαμή δε θά βρει.
Αλάργα. Μόρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.
Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Στάβλος ο ναός και μπουντρούμι το σπίτι.
Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο Ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Γύρω μου αδιάφοροι κι οχτροί, και ουρλιάζουνε μπροστά μου,
κι εμέ μ’ αδράχνει ένας θυμός κι ένας σκοπός με πάει·
κι ένα παλιό τραγούδι μου μέσ’ απ’ τη θάλασσά μου
ξανάρχεται στα χείλη μου, κύμα κι αφρός, και σπάει:
Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάνα Γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.
Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι Λεβαντίνοι·
λύκοι, ω κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη!
Και το επικό παλάτι, νά! (για σένα εγώ το υψώνω,
κορόνα του βυζαντινού θυμού, Βουλγαροχτόνε),
το παρατώ· πολεμική καστέλα θεμελιώνω.
Είν’ εδώ μέσα οι βούλγαροι και οι τούρκοι και μας τρώνε.
Το Τότε μια για πάντα πάει· γεννήσου από το Τώρα,
γκρεμιστή, πλάστη, φύσηξε το φύσημά σου, ω μάγε,
σκολαστικός και ρουσφετλής ρημάζουνε τη χώρα·
βουλγαροχτόνε, φρύαξε, και ρίξου, Τουρκοφάγε!