Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Τι διεκδικεί το εργατικό κίνημα;



Απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα που τα εργατικά συνδικάτα ανέδειξαν για πρώτη φορά το πρόβλημα υγιεινής κι ασφάλειας στην εργασία, ως ένα απ’ τα πρωτεύοντα μέτωπα πάλης τους, κατανόησαν ότι για ν’ αναγκάσουν την εργοδοσία να παίρνει μέτρα εξανθρωπισμού των συνθηκών δουλειάς υπάρχει μόνο ένας τρόπος: να κάνουν την ασυδοσία να κοστίζει πολύ περισσότερο απ’ την συμμόρφωση.
Γι αυτό και η πάλη του εργατικού κινήματος για την προστασία του εργαζόμενου απ’ το εργατικό ατύχημα και την επαγγελματική ασθένεια κινήθηκε ταυτόχρονα σε τρεις άξονες διεκδικήσεων:
1.      Νομοθετική κατοχύρωση των αναγκαίων τεχνικών προδιαγραφών υγιεινής κι ασφάλειας, ανάλογα με τον επαγγελματικό κίνδυνο που ενέχει κάθε δουλειά και απαιτεί η επιστήμη και η εμπειρία. Δεν μπορεί να υπάρχει επιχείρηση – στην παραγωγή ή τις υπηρεσίες – χωρίς να συνοδεύεται από έναν ειδικό υποχρεωτικό κανονισμό προδιαγραφών υγιεινής κι ασφάλειας ανάλογα με το αντικείμενο απασχόλησης.

ευρώ Με τις πλάτες του δολαρίου



Το ευρώ δεν υπήρξε ποτέ, ούτε συνιστά «αντίπαλο νόμισμα» στο δολάριο, αλλά αναγκαίο «συμπλήρωμα» στην οικονομία του δολαρίου παγκόσμια. Ενώ τα τελευταία χρόνια έχει διευκολύνει σημαντικά την πιο έντονη «δολαροποίηση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, ειδικά των πιο ανεπτυγμένων.

Αυτά προκύπτουν από στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στην δημοσιότητα το ΔΝΤ, σχετικά με την διαμόρφωση των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα είναι ότι το 2000 το δολάριο κατέκτησε αισίως το 68% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Κι αυτό σε σύγκριση με το 51% που κατείχε το 1991.

Οι G7 επί ποδός πολέμου!



Πιέσεις για ακόμη πιο φθηνό χρήμα κι αυξημένες κρατικές δαπάνες

«Οι τρομοκρατικές επιθέσεις του προηγούμενου μήνα μπορεί να καθυστερήσουν την επανάληψη ραγδαίας ανόδου των οικονομιών μας. Αποφασιστικά μέτρα έχουν ήδη παρθεί για να υποστηρίξουν μια ρωμαλέα ανάκαμψη» – Ανακοινωθέν της συνάντησης των υπουργών εξωτερικών της Ομάδας των 7 βιομηχανικών κρατών (G7) στην Ουάσινγκτον, 7/10.
Το εντυπωσιακό στο ανακοινωθέν των υπουργών των G7 είναι η ομολογία της σαθρότητας των βάσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται η «ραγδαία άνοδος» των οικονομιών των πιο ισχυρών χωρών της παγκόσμιας οικονομίας. Γιατί, τι άλλο είναι η αποδοχή ότι «τρομοκρατικές επιθέσεις», έστω και του μεγέθους αυτών της 11ης του Σεπτέμβρη, μπορούν να βλάψουν τις προοπτικές των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη; Η αλήθεια είναι ότι αυτό που οι επίσημοι οικονομικοί αναλυτές των G7 χαρακτηρίζουν ως ύφεση, αποτελεί κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ μονιμότερο, από μια απλή «διορθωτική συστολή» μιας διαρκώς διαστελλόμενης οικονομίας.

Μπροστά στα αδιέξοδα της εξάρτησης και του περιθωρίου


Ελληνική Οικονομία



Η ελληνική οικονομία έχει συνολικά υποχωρήσει σε μια απ’ τις πιο εξαρτημένες και περιθωριακές θέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Ακόμη και με τους όρους του πολυεθνικού κεφαλαίου η Ελλάδα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, δεν αποτελεί «πόλο έλξης» για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις. Κι αυτό παρόλη την άγρια επιβολή του «εξαγωγικού προσανατολισμού» και της «ανοιχτής οικονομίας» στην χώρα. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται απ’ τα διαθέσιμα στοιχεία για την κίνηση των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα.

Το γνωστό παλιό παραμύθι

Έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε ότι ήδη απ’ την δεκαετία του ’80, οι εκπρόσωποι του δικομματισμού λάνσαραν το παραμύθι ότι η χώρα πάσχει όχι απ’ την γνωστή κερδοσκοπική μανία του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, αλλά απ’ το «προστατευτικό μοντέλο» οικονομικής ανάπτυξης, που επιβλήθηκε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Έτσι διαβεβαίωναν ότι αν η οικονομία της χώρας «ανοιχτεί στην παγκόσμια αγορά», θα γνωρίσει την ανάπτυξη και την ευημερία. Με βάση αυτό το παραμύθι εφάρμοσαν άγριες πολιτικές μονόπλευρης λιτότητας, προχώρησαν στο χτύπημα των κοινωνικών κατακτήσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων, θεώρησαν αναγκαία την εκποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας. Κι όλα αυτά με βασικό σκοπό – όπως έλεγαν – να γίνει η οικονομία της χώρας πιο «ελκυστική» για το πολυεθνικό κεφάλαιο και να προσελκύσει ξένες παραγωγικές επενδύσεις. Τελικά τι απέγινε;

Λουζιτάνια Μια, από πολλές απόψεις, διδακτική ιστορία




Το Λουζιτάνια ήταν ένα Βρετανικό υπερπολυτελές υπερωκεάνιο που χτυπήθηκε από τορπίλες και βυθίστηκε στις 7 Μαίου του 1915. Το πλοίο μπήκε σ’ ενεργό υπηρεσία στις 7 Ιουνίου 1906. Χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά κυρίως επιβατών, αλλά και εμπορευμάτων μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ. Το Λουζιτάνια ήταν πολύ δημοφιλές για την μεγάλη του ταχύτητα και τον υπερπολυτελή του χαρακτήρα ως επιβατηγό. Το θεωρούσαν την εποχή εκείνη ως «κορυφή της άνεσης» και «πλεούμενο παλάτι».

Μια τρομερή τραγωδία

Το πλοίο αυτό το θεωρούσαν «αβύθιστο», ακόμη κι εν καιρώ πολέμου. Κι αυτό λόγω της ταχύτητάς του, που του επέτρεπε να διαφύγει μιας επίθεσης, αλλά και λόγω της συνολικής του κατασκευής, που του έδινε την δυνατότητα πλεύσης ακόμη και στην περίπτωση τορπιλισμού. Η ένταση του ναυτικού πολέμου στον Ατλαντικό, μετά το ξέσπασμα του 1ου παγκοσμίου πολέμου, αλλά κι οι απειλές της Γερμανίας, ότι θα θεωρεί εχθρικό οποιοδήποτε πλοίο μεταφέρει εφόδια στην Βρετανία, δεν πτόησαν το Λουζιτάνια. Κι έτσι την 1η Μαίου του 1915 ξεκινά απ’ την Νέα Υόρκη για το μοιραίο του ταξίδι.

Ένα ακόμη «οικονομικό θαύμα» καταρρέει



Η Αργεντινή διέρχεται τον τέταρτο χρόνο βαθύτατης οικονομικής κρίσης, στην οποία φαίνεται να βαλτώνει όλο και περισσότερο χάρις στις «θεραπείες» και τις «συμβουλές» του ΔΝΤ.

Με γενική απεργία απάντησαν οι εργαζόμενοι της Αργεντινής στην προσπάθεια της κυβέρνησης του προέδρου Φερνάντο ντε λα Ρούα να φορτώσει τα δυσβάσταχτα βάρη της συνεχιζόμενης κρίσης στην πλάτη τους. Η ανεργία στην χώρα ήδη τον Οκτώβριο ξεπέρασε τα 18%, ενώ εκτιμάται ότι έως το τέλος του έτους θα ξεπεράσει το 20%. Πολλοί εργαζόμενοι έχουν να πληρωθούν πολλούς μήνες, ενώ η κυβέρνηση απαγόρευσε τις αναλήψεις χρημάτων απ’ τις τράπεζες, που ξεπερνούν τα 1.000 δολ. το μήνα. Υπολογίζεται ότι κάθε μέρα που περνά περίπου 2.000 άνθρωποι οδηγούνται στην απόλυτη εξαθλίωση.

Κι όλα αυτά στην χώρα που υπήρξε το «οικονομικό θαύμα» του νεοφιλελευθερισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’80 κι ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Για το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ η Αργεντινή υπήρξε εδώ και πάνω από μια δεκαετία το «πειραματόζωο» για τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ακριβώς όπως ήταν η Χιλή στην δεκαετία του ’70. Οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν πραγματικά σαρωτικές. Χάρις σ’ αυτές οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, της βενζίνης, του τηλεφώνου, του νερού διαμορφώνονται εντελώς ελευθέρα στην αγορά, ανάλογα με την ημερήσια προσφορά και ζήτηση. Έτσι κάθε μέρα που ξυπνά ο εργαζόμενος αυτής της χώρας, δεν γνωρίζει ποια τιμή τελικά θα διαμορφωθεί για το ηλεκτρικό, το νερό, το τηλέφωνο, τα καύσιμα, κοκ.

Πατριωτισμός και φτώχεια[*]



Του Ντανιέλ Ντελεόν[†]
Το ν’ αγαπάς την πατρίδα σου και να είσαι διατεθειμένος να θυσιαστείς και να πολεμήσεις γι αυτήν, αυτό είναι πατριωτισμός. Το να μην έχεις σπίτι, το να μην είσαι σε θέση να παρέχεις στον εαυτό σου και στους αγαπημένους σου τροφή, ρούχα και κατάλυμα, αυτό είναι φτώχεια.
Με μια πρώτη ματιά θα νόμιζε κανείς ότι κάποιος που πλήττεται απ’ την φτώχεια δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν πατριώτης. Δεν του ανήκει κανένα τμήμα καμιάς χώρας και πατριωτισμός σημαίνει αγάπη για την χώρα που σου ανήκει, όχι αγάπη για μια χώρα που ανήκει σ’ άλλους.
Τι σημασία έχει για τον πεινασμένο φτωχοδιάβολο, αν η χώρα στην οποία αυτός βρίσκεται πεινασμένος ανήκει σ’ αυτόν ή σ’ εκείνον τον επικυρίαρχο, απ’ την στιγμή που η μίζερη κατάστασή του δεν αλλάζει;

Όταν η δημοκρατία πάει περίπατο…



Ο ορισμός για την «τρομοκρατία», που δίνει το Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης κι Εσωτερικών της ΕΕ, εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει κάθε μορφή συνδικαλιστικής και κοινωνικής διαμαρτυρίας.


Το Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης κι Εσωτερικών της ΕΕ, που συνήλθε στις Βρυξέλλες (6-7 Δεκεμβρίου), κατέληξε σε «πολιτική συμφωνία» σχετικά με μια Απόφαση Πλαίσιο για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας», η οποία επίσημα θα υιοθετηθεί σε επόμενη συνάντηση του Συμβουλίου. Η αρχική πρόταση απ’ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον ορισμό της «τρομοκρατία» είχε διατυπωθεί με τέτοιον γενικό τρόπο ώστε να μπορεί να περιλάβει και κάθε μορφή συνδικαλιστικής, ή και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Κάτι που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ.

Μπροστά σε δραματικό δίλημμα



Η Βενεζουέλα ζει ίσως την πιο καθοριστική κοινωνικο-πολιτική σύγκρουση απ’ την εποχή της ανόδου του Πατριωτικού Μετώπου του προέδρου Ούγκο Τσάβεζ.

Την Δευτέρα 10/12 η πρωτεύουσα Καράκας κυρίως, αλλά κι ορισμένες ακόμη πόλεις της Βενεζουέλας, νέκρωσαν λόγω μιας γενικής απεργίας. Περίπου 3.000 και πλέον ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, ανταποκρινόμενες στο κάλεσμα για «γενική απεργία» της μεγαλύτερης εργοδοτικής οργάνωσης της χώρας (Fedecamaras).
Γενική απεργία οι εργοδότες; Όχι μόνο, γιατί στη γενική απεργία της εργοδοσίας συμμετείχε και η Συνομοσπονδία Εργατών Βενεζουέλας. Μαζί τους και τα μεγαλύτερα ιδιωτικά ΜΜΕ της χώρας, αλλά κι ο διεθνής τύπος, ο οποίος περιχαρής ανακοίνωσε για πολλοστή φορά την «πτώση της δημοτικότητας» και την «πλέον κρίσιμη δοκιμασία» του «ποπουλιστή Τσάβεζ». Τι ακριβώς συμβαίνει; Τι εκφράζει αυτό το περίεργο κοινό μέτωπο εργοδοσίας-εργατών;

Μια επαναστατική κρίση διαρκείας




Για τον απλό κόσμο στην Αργεντινή, τους απλούς εργαζόμενους το ποτήρι έχει ξεχειλίσει. Η λαϊκή εξέγερση που ξεκίνησε με τις διαδηλώσεις στις 19/12/2001 έχει στοιχίσει έως σήμερα την πολιτική καριέρα πέντε διαδοχικών προέδρων. Τα αιτήματα των εξεγερμένων διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα και στοιχειακά. Ορισμένα απ’ τα πιο βασικά είναι:
q  Άμεση και δίχως όρους απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, ειδικά των 2500 και πλέον συλληφθέντων απ’ τις δυνάμεις καταστολής του Ντε λα Ρούα, μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου.
q  Την φυλάκιση των υπευθύνων για τα 27 θύματα της καταστολής.
q  Την μονομερή αναστολή του συνόλου των πληρωμών του εξωτερικού χρέους.
q  Την άμεση εθνικοποίηση των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών του δημοσίου και στρατηγικών τομέων της οικονομίας.
q  Δραστική μείωση των αμοιβών όλων των δικαστικών, βουλευτών, πολιτικών και μελών του Κογκρέσου.
q  Κατάργηση του Κογκρέσου και της Βουλής και αντικατάστασή τους από μια νέα Συντακτική Συνέλευση με άμεση εκλογή απ’ το σύνολο του λαού.
q  Αξιοπρεπής εργασία για όλους.

Η αθλιότητα της «ισχυρής Ελλάδας»


Η μεγάλη (μη) συγχώνευση της Εθνικής-Άλφα



Τα κατορθώματα του φονταμενταλιστικού νεοφιλελευθερισμού της κυβέρνησης Σημίτη


Με τυμπανοκρουσίες στα τέλη Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον «αρραβώνα Εθνικής-Alpha», τη μεγαλύτερη συγχώνευση επιχειρήσεων που επιχειρήθηκε μεταπολιτευτικά στην ελληνική οικονομία. Η κυβερνητική προπαγάνδα κυριολεκτικά οργίασε. Με την συγχώνευση αυτή ενισχυόταν τάχα η θέση της Ελλάδας στην άκρως ανταγωνιστική αγορά της ΟΝΕ, θωρακιζόταν απ’ τις πιέσεις του Ευρώ, γινόταν επ’ ωφελεία των καταναλωτών και των εργαζομένων στις τράπεζες και αποδείκνυε την επιτυχία της πολιτικής των «διαρθρωτικών αλλαγών» που προωθεί η κυβέρνηση.

Βαθαίνει η κρίση ή όχι;


Παγκόσμια Οικονομία




Το πιο καυτό θέμα των ημερών είναι τι «μέλλει γενέσθαι» με την παγκόσμια οικονομία. Αναλύσεις, προβλέψεις ακόμη και προφητείες δίνουν και παίρνουν. Η βαθύτατη ανησυχία είναι παντού έκδηλη. Τα επίσημα επιτελεία πότε ανεβαίνουν στα ύψη της πιο λαμπρής αισιοδοξίας και πότε πέφτουν στα τάρταρα της πλήρους απαισιοδοξίας. Κι αυτό είναι φυσικό. Με το που ξεκίνησε η χρονιά που πέρασε υπήρξε η πιο δύσκολη, η πιο ανελέητη για την παγκόσμια οικονομία και ιδίως για τις πιο ισχυρές οικονομίες του πλανήτη με πρώτη τις ΗΠΑ. Πολλοί αναλυτές θεωρούν δίκαια ότι ανάλογη «σύσπαση» έχει να εμφανιστεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Η βλάβη των εγκεφάλων…




Ο Φράνκλιν Σερράνο είναι ένας γνωστός στην χώρα του καθηγητής οικονομικών στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Σχολιάζοντας τις μεγάλες μάζες αποφοίτων που φεύγουν απ’ τις Λατινοαμερικάνικες χώρες για μεταπτυχιακές οικονομικές σπουδές στις ΗΠΑ, έλεγε πρόσφατα: «Υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο απ’ το γεγονός ότι αυτοί φεύγουν. Είναι όταν αυτοί επιστρέφουν πίσω. Η βλάβη των εγκεφάλων είναι πολύ χειρότερη απ’ την διαρροή εγκεφάλων»!

Η κοινωνική έκρηξη στην Αργεντινή





Η κοινωνική έκρηξη στην Αργεντινή προκάλεσε την πτώση του εκλεγμένου προέδρου Ντε λα Ρούα και του οικονομικού του υπουργού, Ντ. Καβάγιο. Όμως αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Στην πραγματικότητα η κοινωνική δυσφορία έχει αρχίσει πολύ καιρό πριν, ήδη απ’ την εποχή της «αποκατάστασης της δημοκρατίας» στην δεκαετία του ’80. Ωστόσο ας δούμε τι συνέβη κατά την τελευταία περίοδο, που ξεκίνησε με τις εκλογές της 14ης Οκτωβρίου 1999. Σ’ αυτές το 40% του λαού έριξε «ψήφο-διαμαρτυρίας» με την μορφή λευκών ή άκυρων ψηφοδελτίων. Έτσι ένα μεγάλο μέρος ψηφοφόρων εξέφραζε την πλήρη αποστροφή του απέναντι στον παραδοσιακό δικομματισμό: τους περονιστές και τους ραντικαλιστές.

Η ανάγκη της αποδέσμευσης




Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, πάνω από 197.000 γεωργικά νοικοκυριά αφανίστηκαν απ’ το 1983 έως το 1997 στην Ελλάδα, ενώ περίπου 500.000 εκτάρια αγροτική γης εγκαταλείφθηκαν την ίδια περίοδο. Πάνω από 480.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης στην αγροτική οικονομία χάθηκαν το ίδιο διάστημα.
Οι απασχολούμενοι ηλικίας 55 χρονών και άνω αποτελούν το 47% (1997) της συνολικής αγροτικής απασχόλησης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της ΕΕ είναι 38%, στη Γαλλία και την Ολλανδία είναι 25%, στη Γερμανία 29%, στη Βρετανία 31%, στην Ιρλανδία 39%, ενώ μόνο η Ιταλία κινείται στα ίδια επίπεδα του 47% και η Πορτογαλία που φτάνει αισίως το 52%. Όμως εκεί που η Ελλάδα κατέχει το ρεκόρ είναι στους πλήρως απασχολούμενους αγρότες ηλικίας 65 χρονών και άνω που αποτελούν το 22% του συνόλου της πλήρους αγροτικής απασχόλησης!

Προς μια νέα εργατική διεθνή;


Η Διεθνής Συνδιάσκεψη κατά της Απορύθμισης και για τα Εργατικά Δικαιώματα



Από 21 έως 24 Φεβρουαρίου διεξήχθη στο Βερολίνο η Διεθνής Συνδιάσκεψη κατά της απορύθμισης και για τα εργατικά δικαιώματα. Σ’ αυτήν συμμετείχαν περισσότεροι από 350 αντιπρόσωποι από 50 και πλέον χώρες, εκπροσωπώντας συνδικάτα, μαχόμενες συνδικαλιστικές δυνάμεις, πολιτικές οργανώσεις και κόμματα, καθώς και επιμέρους πολιτικές πρωτοβουλίες. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των δυνάμεων ήταν η αναγνώριση της επείγουσας ανάγκης για την οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου το οποίο θα εξασφαλίζει την ενότητα της δράσης σε διεθνή κλίμακα των υπαρκτών, ζωντανών δυνάμεων του εργατικού κινήματος, ασχέτως ιδεολογικο-πολιτικής προέλευσης, που θέλουν να αναζητήσουν από κοινού τα μέσα για την αποτελεσματικότερη πάλη ενάντια στην απορύθμιση, τις «διαρθρωτικές αλλαγές», για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και πάνω απ’ όλα για την προώθηση της ανεξάρτητης μάχιμης οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη


Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη

Απλά μαθήματα δημοκρατίας απ’ τους κλητήρες, τους εραστές και τα αφεντικά της εξουσίας.


Αφήστε επιτέλους τον κ. Σημίτη να κυβερνήσει χωρίς «πολιτικά και κομματικά βαρίδια»! Αφήστε πια τον πρωθυπουργό να επιτελέσει τον «θεσμικό του ρόλο»! Ας απαλλαγεί επιτέλους ο πρωθυπουργός απ’ την «ομηρία του κόμματος»! Πότε λοιπόν η κυβέρνηση θα απαλλαγεί απ’ το άγχος του «πολιτικού κόστους»! Αυτά φωνάζουν εν χορώ όλοι οι μεγαλοεκδότες και η γνωστή διατεταγμένη δημοσιογραφία. Φαίνεται ότι για τους βαρόνους της πολιτικής και τα συμφέροντα που αυτοί εκφράζουν, το κεντρικό πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι φυσικά η κοινωνικά ανάλγητη και καταστροφική πολιτική της, αλλά ότι ο κ. Σημίτης, ως πρωθυπουργός, δεν είναι όσο πρέπει αυθαίρετος, ούτε επαρκώς ανεξέλεγκτος, για ν’ ασκήσει «ανεπηρέαστος» την πολιτική του.

Δυσοίωνες προοπτικές



Η πολιτική οικονομία της νέας περιόδου αποσταθεροποίησης, κρίσης και πολέμου


Πρόσφατα ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, κ. Γκρίνσπαν, δήλωνε ότι παρομοιάζει τον εαυτό του με εκείνους τους παλιούς αστρολόγους που παρατηρώντας τις κινήσεις των άστρων προσπαθούσαν να μαντέψουν το τι θα συμβεί στο μέλλον. Αν παρακολουθήσει κανείς τις οικονομικές αναλύσεις των πιο επιφανών διεθνών κέντρων, θα νιώσει ότι πράγματι έχει να κάνει με αστρολόγους, οι οποίοι εναγωνίως προσπαθούν να «ερμηνεύσουν» τις κινήσεις των μακροοικονομικών δεικτών – που για την οικονομία είναι ότι οι φαινομενικές κινήσεις των άστρων στο στερέωμα – ώστε να προβλέψουν πότε επιτέλους θα επέλθει αυτή η περιβόητη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Κι έτσι από μέρα σε μέρα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, την περιορισμένη αισιοδοξία διαδέχεται η πιο μαύρη απαισιοδοξία.

Ιδιωτικοποιήσεις και κράτος




Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δεν οδηγεί σ’ ένα «μικρότερο κράτος», αλλά σ’ ένα ακόμη πιο διογκωμένο, παρασιτικό, αυταρχικό και διεφθαρμένο κράτος.

Εδώ και πάνω από δυο δεκαετίες ένας συνασπισμός συμφερόντων της «ελεύθερης αγοράς» – από την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τα διευθυντήρια των πολυεθνικών, έως τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς της δεξιάς και της αριστεράς – διεξάγουν μια συστηματική επίθεση ενάντια στον οικονομικό ρόλο του κράτους. Το σχήμα είναι χυδαία απλοϊκό: η «ελεύθερη αγορά» και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έχουν ταυτιστεί με την αξιοκρατία, την «ελευθερία επιλογής», τη δημοκρατία, την αποτελεσματικότητα, την ανάπτυξη. Ενώ το κράτος, η κρατική παρέμβαση και η «κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα», έχει ταυτιστεί με την αναξιοκρατία, την αναποτελεσματικότητα, την διαφθορά, τον πατερναλισμό της κοινωνίας, κοκ.

Προς ένα πιο παρασιτικό και διεφθαρμένο κράτος

Στη βάση αυτού του χυδαία απλοϊκού σχήματος στηρίχθηκε και η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων για να αντιμετωπιστούν δήθεν τα εκ φύσεως ελαττώματα του κράτους. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Παρά τα συντριπτικά κύματα ιδιωτικοποιήσεων που γνώρισαν σχεδόν όλες οι χώρες – ανεπτυγμένες και μη – απ’ την δεκαετία του ’80 έως σήμερα, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε η κατάσταση, αλλά επιδεινώθηκε ραγδαία. Μπορεί το κράτος να έχασε ζωτικούς για την κοινωνία τομείς δράσης και να πέρασε από την εποχή των χρόνιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στην εποχή των «πλεονασμάτων», αλλά ο παρασιτικός, διεφθαρμένος και άκρως αντιδραστικός του χαρακτήρας ενισχύθηκε, έγινε ακόμη πιο ασφυκτικός, ακόμη πιο καταπιεστικός για το σύνολο της εργαζόμενης κοινωνίας.

Την ίδια ώρα η επέκταση του ιδιωτικού κεφαλαίου ακόμη και σε χώρους που πριν μερικά χρόνια ήταν προνομιακοί χώροι κρατικής δράσης, (όπως π.χ. συγκοινωνίες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, υγεία, παιδεία, υποδομές, κοκ) μπορεί να πρόσφερε νέες ευκαιρίες κερδοσκοπίας, αλλά επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση, τόσο της οικονομίας συνολικά, όσο και της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργαζόμενης κοινωνίας. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δε εφαρμόζεται για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κρατικής διαχείρισης, αλλά για να «ανοίξουν νέες αγορές» στην κερδοσκοπία του ιδιωτικού κεφαλαίου και κυρίως του πολυεθνικού.
Έτσι, η λεγόμενη πολιτική των «αποκρατικοποιήσεων» αποστερεί το κράτος απ’ την κατεξοχήν παραγωγική του λειτουργία, τη βασική του οικονομική χρησιμότητα για την εργαζόμενη κοινωνία. Η πολιτική αυτή και η δραματική κατάσταση των λεγόμενων «κοινωνικών δαπανών» αφαιρούν ακόμη και τα τελευταία προσχήματα «ανταποδοτικής ωφελιμότητας» του κράτους. Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παράσχει ούτε καν στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, που έτσι κι αλλιώς χρυσοπληρώνει η εργαζόμενη κοινωνία; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν έχει καμιά δυνατότητα να παράγει το δικό του εισόδημα, παρά μόνο ασκείται στην φορολογική λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή και στην οικονομία, εκτός από το να παρέχει επιδοτήσεις, έργα και προμήθειες στο ιδιωτικό κεφάλαιο και να συντηρεί με κάθε τρόπο την κρατικοδίαιτη επιχειρηματική κερδοσκοπία;
Το μόνο που τελικά απομένει είναι ένας τεράστιος, άκρως διογκωμένος και  παρασιτικός μηχανισμός γραφειοκρατικής διοίκησης, καταστολής και διευθέτησης κοινωνικών συγκρούσεων, που συντηρείται μέσα από μια βάρβαρη φορομπηκτική πολιτική και τα κρατικά χρέη. Ένας μηχανισμός που ανοικτά πλέον και δίχως προσχήματα αποτελεί προνομιακό πεδίο διαπλοκής του χρήματος με την πολιτική.

Η δεισιδαιμονική πίστη στη κρατική παρέμβαση

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα ανάγκασε ακόμη και συντηρητικούς παράγοντες να ξανακαλύψουν παλιές αλήθειες για τον χαρακτήρα του κράτους: «Το πρόβλημα – λεει ο Τζον Σουήνη, πρόεδρος της AFL-CIO – δεν είναι τόσο το μέγεθος του κράτους, όσο το ποιον εξυπηρετεί το κράτος. Όταν πρόκειται να έλθει σε βοήθεια των  εργαζόμενων Αμερικάνων, το κράτος είναι πολύ συχνά εξαιρετικά αδέξιο και κοστοβόρο. Όταν, όμως, προστρέχει σε βοήθεια των πλουσίων και των καλά δικτυωμένων, το κράτος αναλαμβάνει δράση με εκπληκτική ταχύτητα»[1].
Ωστόσο για αρκετές δεκαετίες αυτή η απλή θεμελιώδης αλήθεια σχετικά με το χαρακτήρα του κράτους είχε πραγματικά εξορκιστεί απ’ την πολιτική προβληματική. Για ποιον λόγο; Για τον απλούστατο λόγο ότι η ραγδαία επέκταση του κράτους, ιδίως μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, έπρεπε να εμφανισθεί ότι γινόταν προς το συμφέρον του απλού εργαζόμενου. Ο απολυταρχικός καγκελάριος της Γερμανίας του 19ου αιώνα, φον Μπίσμαρκ – πρωτοπόρος στην ανάπτυξη της οικονομικής παρέμβασης του κράτους – ήταν απόλυτα ειλικρινής: «Η ιδέα μου ήταν να δωροδοκήσω τις εργαζόμενες τάξεις, ή καλύτερα να τις κερδίσω με το να θεωρούν το κράτος ως έναν κοινωνικό θεσμό που υπάρχει για το δικό τους καλό και ενδιαφέρεται για την ευημερία τους»[2].
Πάνω σ’ αυτή τη βάση έγινε μια τερατώδης προσπάθεια πολλών δεκαετιών να οικοδομηθεί στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων μια δεισιδαιμονική πίστη στο κράτος και στον οικονομικό του ρόλο, μια δεισιδαιμονική πίστη στις δυνατότητες κρατικού ελέγχου και παρεμβατισμού. Δεξιοί και αριστεροί οπαδοί του «λογικού καπιταλισμού» ήδη από την δεκαετία του ’50 ορκίζονταν στην «ανάπτυξη σοβαρής κρατικής πρωτοβουλίας», ιδίως σε περιόδους ύφεσης, ή κρίσης, ως γιατρικό για τα «σφάλματα» και τις «ατέλειες» της αγοράς, αλλά και ως σωτήρια εξισορρόπηση της κερδοσκοπικής δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η σοσιαλδημοκρατία μάλιστα διαβεβαίωνε ότι «σε πολλές χώρες ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός παραχωρεί την θέση του σε μια οικονομία στην οποία ο κρατικός παρεμβατισμός και η συλλογική ιδιοκτησία περιορίζουν τη δράση των ιδιωτών καπιταλιστών»[3].
Δεν υπήρχε τίποτε πιο αναληθές απ’ αυτό. Κι αυτό γιατί καμμιά κυβέρνηση, σοσιαλδημοκρατική ή άλλη, καμμιά κεϋνσιανή κρατική παρέμβαση δεν ξέφυγε από το «χρυσό κανόνα» που ήθελε εξαρχής το κράτος να δραστηριοποιείται όχι ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά στην αγορά, όχι ενάντια στα «ιερά και όσια» της, αλλά προς επανόρθωση των «ατελειών» της και για την ανάπτυξη «κοινωνικά ευαίσθητων τομέων», όπου το υψηλό κόστος και η χαμηλή απόδοση άφηναν το ιδιωτικό κεφάλαιο παγερά αδιάφορο. Έτσι οικοδομήθηκε μια κρατική παρέμβαση που είχε ως σκοπό να επιλαμβάνεται των προβλημάτων που δημιουργούσε η αγορά και η δράση του ιδιωτικού κεφαλαίου, δηλαδή να λειτουργεί ως σκουπιδιάρης και νοσοκόμος του καπιταλισμού, ως αποδέκτης των απορριμμάτων και παρηγορητής των θυμάτων της ιδιωτικής οικονομίας.
Μόνο που αυτός ο οικονομικός ρόλος του κράτους έπρεπε να εμφανισθεί ότι αναλαμβανόταν κατεξοχήν προς όφελος της εργαζόμενης κοινωνίας. Έτσι προέκυψαν οι πολιτικές του «κοινωνικού κράτους», που έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν με την εξαγορά, τη δωροδοκία και την άνωθεν χειραγώγηση των κατώτερων τάξεων. Όλα τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν τις εργαζόμενες τάξεις απ’ την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, θα τα αναλάμβανε εργολαβικά να τα λύσει η κρατική παρέμβαση. Αρκεί ο εργάτης, ο εργαζόμενος γενικά, να κοιτάζει τη δουλειά του, να κάθεται ήσυχος και πειθαρχικός, να αφήνει την «υψηλή πολιτική» στις εντεταλμένες ηγεσίες του στο συνδικάτο, στο κόμμα και την κυβέρνηση και να επιλέγει, όποτε του δίνουν την ευκαιρία, το «φως» απ’ το «σκότος», τους «καλούς» απ’ τους «κακούς» διαχειριστές, που θα τον κυβερνήσουν. Έτσι πανηγυρικά ανακοινώθηκε πως «οι ταξικές συγκρούσεις είναι νοσταλγία των επαναστατών αρχαϊκού τύπου»[4]. Το κράτος και όχι η ταξική πάλη είχε αναλάβει να λύσει τα προβλήματα της οικονομίας και των εργαζομένων. Αυτή ακριβώς η δεισιδαιμονική πίστη στο κράτος, στην κυβέρνηση, αποτέλεσε το περιεχόμενο του «κοινωνικού συμβολαίου» της σοσιαλδημοκρατίας στις πρώτες δεκαετίες μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η αντιστροφή της ίδιας λογικής

Κι όλα αυτά καλά, μέχρις ότου η φούσκα έσπασε. Η λογική που ήθελε το κράτος να δραστηριοποιείται συμπληρωματικά στην αγορά, να διορθώνει «ατέλειες», να αποκαθιστά «σφάλματα» και να «εξυγιαίνει» τις ζημιές της ιδιωτικής οικονομίας, όχι μόνο δεν μπόρεσε να αποτελέσει ανάχωμα στην κρίση, αλλά συντέλεσε καταλυτικά στην εκρηκτική όξυνση των προβλημάτων. Ενώ η προσπάθεια να μεταφραστούν οι κοινωνικές παραχωρήσεις και παροχές προς τις εργαζόμενες τάξεις, σε ασφυκτικό πατερναλιστικό έλεγχο της συνείδησης και της δράσης τους, οδήγησε σ’ ένα τεράστιο πολυπλόκαμο και διεφθαρμένο γραφειοκρατικό μηχανισμό πελατειακών σχέσεων και εξάρτησης απ’ τη κυβέρνηση.
Σ’ αυτή τη βάση στηρίχθηκε η αναβίωση του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς». Οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο διέδιδαν την δεισιδαιμονική πίστη στην κρατική παρέμβαση, προσχωρούν πια αναφανδόν σε μια θρησκόληπτη προσκόλληση στην «ελεύθερη αγορά». Δεν είναι πια καθόλου σπάνιο το φαινόμενο να ακούμε σοσιαλιστές τύπου Χριστοδουλάκη να ανακοινώνουν εν είδη θρησκευτικού θέσφατου: «Η ελεύθερη αγορά δεν έχει αδιέξοδα».
Δεν έχει καμμιά σημασία αν η σημερινή «ελεύθερη αγορά» έχει γεννήσει τις πιο συγκεντρωτικές κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες στο πρόσωπο των πολυεθνικών επιχειρηματικών κολοσσών, που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρώπινη ιστορία απ’ την εποχή των εμποροκρατικών εταιρειών των Ανατολικών και Δυτικών Ινδιών του 17ου και 18ου αιώνα. Δεν έχει καμμιά σημασία αν οι 55 απ’ τις 100 πιο μεγάλες οικονομίες του πλανήτη – με όρους ΑΕΠ ή τζίρου – δεν είναι κράτη με «οικονομίες της αγοράς», αλλά κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες, δηλαδή πολυεθνικές, με δυνατότητα παρέμβασης στην παγκόσμια αγορά πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είχαν ποτέ κατακτήσει οι «κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες» του υπαρκτού σοσιαλισμού. Άλλωστε τα συμφέροντα αυτών των κεντρικά κατευθυνόμενων πολυεθνικών μονοπωλίων, την ανάγκη τους να ελέγξουν προς όφελός τους τις αγορές – κρατικές και ιδιωτικές – ήρθε να εξυπηρετήσει στις μέρες μας το δόγμα της «ελεύθερης αγοράς».
Το κράτος καλείται απλά να υποβοηθήσει ξανά την ιδιωτική οικονομία. Μόνο που αυτή τη φορά το μέγεθος του ιδιωτικού κεφαλαίου, οι ανάγκες κερδοσκοπίας του και οι δυνατότητες του να αξιοποιεί αγορές, είναι τέτοιες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για συμπληρωματική «κρατική επιχειρηματική δράση». Την ίδια ώρα τα χρόνια προβλήματα υπερπαραγωγής και διαρθρωτικών ανωμαλιών απ’ τα οποία δεν φαίνεται να μπορεί να απαλλαγεί η αγορά, απαιτούν μια αυξημένη κρατικοδίαιτη στήριξη του επιχειρηματικού κέρδους, μέσα από διευρυμένα κρατικά «αναπτυξιακά προγράμματα», έργα και προμήθειες, όλων των ειδών τις επιχορηγήσεις και τις γενικές δημόσιες δαπάνες. Γι αυτό και εξαντλούνται τα περιθώρια ακόμη και για στοιχειώδεις «κοινωνικές δαπάνες», ή άλλες πολιτικές στήριξης των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας.
Η ίδια κατ’ ουσία λογική για τον οικονομικό ρόλο του κράτους, η οποία είχε οδηγήσει παλιότερα στις ελλειμματικές, μερικές και συμπληρωματικού χαρακτήρα κρατικοποιήσεις, επιβάλει σήμερα τις μαζικές «αποκρατικοποιήσεις».  


 



[1] John J. Sweeney, America Needs a Raise, (1996) p. 59-60. 
[2] Elmer Roberts, Monarchical Socialism in Germany, (1913) p. 119.
[3] Yearbook of the International Socialist labour Movement 1956-57, p. 40.
[4] Τ. Τενταφίλοφ, Μύθοι για ένα σύστημα δίχως μέλλον, (1988), σελ. 84.

ΕΜΠΡΟΣ, ΤΧ. 4Ο, 2003

Το δίκαιο της πυγμής


Μια άθλια αναβίωση των ηθών, των δογμάτων και της δικαιοπρακτικής του μεσαίωνα!


Με τη «δίκη» Μιλόσεβιτς περνάμε από την συνήθη καταπάτηση του διεθνούς δικαίου στην προκλητική του εκπόρνευση, στην ανοικτή μετατροπή του σε όπλο καταπίεσης και επιβολής του νόμου του ισχυρού. 

Όποιος κάνει τον κόπο να αναγνώσει το επίσημο «κατηγορητήριο» εναντίον του Μιλόσεβιτς, θα παρατηρήσει έκπληκτος την εντυπωσιακή απουσία τεκμηρίων ενοχής για τα εγκλήματα πολέμου που αποδίδονται στον πρώην πρόεδρο της Ο. Δ. Γιουγκοσλαβίας. Όμως, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσπάθεια να υποκατασταθεί αυτή η απουσία, με αγοραία πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα, με αποσπάσματα από ομιλίες και δηλώσεις του Μιλόσεβιτς, ώστε να εμφανιστεί τεχνηέντως ως βασικό τεκμήριο ενοχής η ίδια η πολιτική ιδεολογία του «κατηγορούμενου».