Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011


Διάλεξη του Δημήτρη Καζάκη με θέμα
«Η κρίση χρέους της Ελλάδας και ο τρόπος αντιμετώπισής της» στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (28/2/11, Ρέθυμνο)

Πώς οδηγηθήκαμε στην κρίση χρέους και στον «μηχανισμό διάσωσης» της ΕΕ και του ΔΝΤ; Ποιες είναι οι πραγματικές «παθολογίες» της ελληνικής οικονομίας που προετοίμασαν το έδαφος και ποιος ο ρόλος της διεθνούς συγκυρίας; Και, πάνω απ’ όλα, τι μπορεί να γίνει σήμερα για την αντιμετώπιση της πολυδιάστατης κρίσης της ελληνικής οικονομίας, πέρα από τη λογική της πτώχευσης, όχι του κράτους, αλλά των Ελλήνων εργαζομένων για χάρη των συμφερόντων των πιστωτών της χώρας, την οποία εφαρμόζει με ζήλο η κυβέρνηση Παπανδρέου;
Ερωτήματα όπως τα παραπάνω θα τεθούν στη διάρκεια διάλεξης του Δημήτρη Καζάκη, η οποία θα γίνει τη Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου (ώρα: 20:30), στην αίθ. «Μιχελή» του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στην Πανεπιστημιούπολη Ρεθύμνου. Τη διάλεξη διοργανώνει το Διαρκές Σεμινάριο Διδασκόντων «Φιλοσοφία και Κοινωνικές Επιστήμες» του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών. Η διάλεξη είναι ανοικτή σε κάθε ενδιαφερόμενο (πληροφορίες: kavoulakos@phl.uoc.gr).
Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος-αναλυτής με επαγγελματική διαδρομή σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ και στη Βρετανία. Αρθρογραφεί σε τακτική βάση στην εφημερίδα Ποντίκι, στο περιοδικό Hellenic Nexus και στην ιστοσελίδα inprecor.gr.


Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Σχεδίασαν τη χρεοκοπία




 23/2/2011


Με τον πρωθυπουργό στη γύρα για μια ακόμη φορά προκειμένου να ξεπουλήσει όσο-όσο ότι έχει απομείνει από την κυριαρχία και την περιουσία της χώρας, συνεχίζονται σε επίπεδο Ε.Ε. οι παρασκηνιακές κινήσεις, τα ποικίλα πάρε-δώσε για την «τελική λύση» τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την ευρωζώνη. Ωστόσο, όποια κι αν είναι αυτή η «τελική λύση», το σίγουρο είναι ότι θα είναι η απαρχή ενός νέου γύρου βαθέματος της κρίσης της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Το οικοδόμημα της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και η «αρχιτεκτονική» του ευρώ πάσχει εκ θεμελίων και επομένως δεν σώζεται με καμιά αλλαγή του εσωτερικού κανονισμού και της εσωτερικής διαρρύθμισης.
Δεν μπορεί η υιοθέτηση ενός ανελαστικού και σκληρού κοινού νομίσματος, όπως και η αναγωγή των πάντων στην πάση θυσία τήρηση των 3 ή 4 κριτηρίων του Μάαστριχτ, να έχει οδηγήσει στη χειρότερη κρίση που έχει αντιμετωπίσει η Ευρώπη τουλάχιστον μεταπολεμικά και οι δημιουργοί όλων αυτών να περιμένουν πώς αν σφίξουν ακόμη περισσότερο τα λουριά θα υπάρξει διέξοδος. Πρόκειται για τον ορισμό του παραλογισμού.

Κεντρική παρέμβαση στη Διεθνή Συνάντηση του Βερολίνου




Συνάδελφοι,
Δεν θα ξαφνιάσουμε κανέναν αν πούμε ότι και η εργατική τάξη στην Ελλάδα, το σύνολο των εργαζομένων της χώρας, βρίσκεται στον αστερισμό της ζοφερής πραγματικότητας που όλοι περιγράφουν όταν μιλούν για παγκοσμιοποίηση, για απορύθμιση, για «απελευθέρωση των αγορών», για ιδιωτικοποιήσεις, κοκ.
Όπως συμβαίνει παγκόσμια, έτσι και στην Ελλάδα η εργατική τάξη έχει βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να επιβεβαιώσει με σκληρούς αγώνες ακόμη και τα πιο αυτονόητα: δουλειά για όλους, αξιοπρεπείς αμοιβές, ωράρια και συνθήκες εργασίας που δεν μετατρέπουν τους εργαζόμενους σε ανθρώπινα υποζύγια, εξασφάλιση από τα αδιέξοδα της αγοράς.
Δεν είναι καθόλου λίγοι εκείνοι σήμερα που πλημμυρίζουν με δέος και τρόμο μπροστά στις φαινομενικά ακατάβλητες δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Τι άλλο μπορεί να κάνει η εργατική τάξη εκτός απ’ το να βρει έναν τρόπο να «προσαρμοστεί» πιο ανώδυνα, πιο ομαλά στις νέες απαιτήσεις των μεγάλων αφεντικών; Μπορεί να τα βάλει με την παγκόσμια αγορά, με τις πολυεθνικές, με το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, την Παγκόσμια Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Ένωση; Ας αρκεστεί σ’ ότι μπορεί να περισώσει απ’ την λαίλαπα και ας καθίσει ήσυχα μέχρις ότου περάσει η μπόρα.

Τι διεκδικεί το εργατικό κίνημα;



Απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα που τα εργατικά συνδικάτα ανέδειξαν για πρώτη φορά το πρόβλημα υγιεινής κι ασφάλειας στην εργασία, ως ένα απ’ τα πρωτεύοντα μέτωπα πάλης τους, κατανόησαν ότι για ν’ αναγκάσουν την εργοδοσία να παίρνει μέτρα εξανθρωπισμού των συνθηκών δουλειάς υπάρχει μόνο ένας τρόπος: να κάνουν την ασυδοσία να κοστίζει πολύ περισσότερο απ’ την συμμόρφωση.
Γι αυτό και η πάλη του εργατικού κινήματος για την προστασία του εργαζόμενου απ’ το εργατικό ατύχημα και την επαγγελματική ασθένεια κινήθηκε ταυτόχρονα σε τρεις άξονες διεκδικήσεων:
1.      Νομοθετική κατοχύρωση των αναγκαίων τεχνικών προδιαγραφών υγιεινής κι ασφάλειας, ανάλογα με τον επαγγελματικό κίνδυνο που ενέχει κάθε δουλειά και απαιτεί η επιστήμη και η εμπειρία. Δεν μπορεί να υπάρχει επιχείρηση – στην παραγωγή ή τις υπηρεσίες – χωρίς να συνοδεύεται από έναν ειδικό υποχρεωτικό κανονισμό προδιαγραφών υγιεινής κι ασφάλειας ανάλογα με το αντικείμενο απασχόλησης.

ευρώ Με τις πλάτες του δολαρίου



Το ευρώ δεν υπήρξε ποτέ, ούτε συνιστά «αντίπαλο νόμισμα» στο δολάριο, αλλά αναγκαίο «συμπλήρωμα» στην οικονομία του δολαρίου παγκόσμια. Ενώ τα τελευταία χρόνια έχει διευκολύνει σημαντικά την πιο έντονη «δολαροποίηση» των ευρωπαϊκών οικονομιών, ειδικά των πιο ανεπτυγμένων.

Αυτά προκύπτουν από στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στην δημοσιότητα το ΔΝΤ, σχετικά με την διαμόρφωση των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα είναι ότι το 2000 το δολάριο κατέκτησε αισίως το 68% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων. Κι αυτό σε σύγκριση με το 51% που κατείχε το 1991.

Οι G7 επί ποδός πολέμου!



Πιέσεις για ακόμη πιο φθηνό χρήμα κι αυξημένες κρατικές δαπάνες

«Οι τρομοκρατικές επιθέσεις του προηγούμενου μήνα μπορεί να καθυστερήσουν την επανάληψη ραγδαίας ανόδου των οικονομιών μας. Αποφασιστικά μέτρα έχουν ήδη παρθεί για να υποστηρίξουν μια ρωμαλέα ανάκαμψη» – Ανακοινωθέν της συνάντησης των υπουργών εξωτερικών της Ομάδας των 7 βιομηχανικών κρατών (G7) στην Ουάσινγκτον, 7/10.
Το εντυπωσιακό στο ανακοινωθέν των υπουργών των G7 είναι η ομολογία της σαθρότητας των βάσεων πάνω στις οποίες στηρίζεται η «ραγδαία άνοδος» των οικονομιών των πιο ισχυρών χωρών της παγκόσμιας οικονομίας. Γιατί, τι άλλο είναι η αποδοχή ότι «τρομοκρατικές επιθέσεις», έστω και του μεγέθους αυτών της 11ης του Σεπτέμβρη, μπορούν να βλάψουν τις προοπτικές των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη; Η αλήθεια είναι ότι αυτό που οι επίσημοι οικονομικοί αναλυτές των G7 χαρακτηρίζουν ως ύφεση, αποτελεί κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ μονιμότερο, από μια απλή «διορθωτική συστολή» μιας διαρκώς διαστελλόμενης οικονομίας.

Μπροστά στα αδιέξοδα της εξάρτησης και του περιθωρίου


Ελληνική Οικονομία



Η ελληνική οικονομία έχει συνολικά υποχωρήσει σε μια απ’ τις πιο εξαρτημένες και περιθωριακές θέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Ακόμη και με τους όρους του πολυεθνικού κεφαλαίου η Ελλάδα, ιδίως την τελευταία δεκαετία, δεν αποτελεί «πόλο έλξης» για σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις. Κι αυτό παρόλη την άγρια επιβολή του «εξαγωγικού προσανατολισμού» και της «ανοιχτής οικονομίας» στην χώρα. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται απ’ τα διαθέσιμα στοιχεία για την κίνηση των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα.

Το γνωστό παλιό παραμύθι

Έχει ενδιαφέρον να θυμίσουμε ότι ήδη απ’ την δεκαετία του ’80, οι εκπρόσωποι του δικομματισμού λάνσαραν το παραμύθι ότι η χώρα πάσχει όχι απ’ την γνωστή κερδοσκοπική μανία του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, αλλά απ’ το «προστατευτικό μοντέλο» οικονομικής ανάπτυξης, που επιβλήθηκε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Έτσι διαβεβαίωναν ότι αν η οικονομία της χώρας «ανοιχτεί στην παγκόσμια αγορά», θα γνωρίσει την ανάπτυξη και την ευημερία. Με βάση αυτό το παραμύθι εφάρμοσαν άγριες πολιτικές μονόπλευρης λιτότητας, προχώρησαν στο χτύπημα των κοινωνικών κατακτήσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων, θεώρησαν αναγκαία την εκποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας. Κι όλα αυτά με βασικό σκοπό – όπως έλεγαν – να γίνει η οικονομία της χώρας πιο «ελκυστική» για το πολυεθνικό κεφάλαιο και να προσελκύσει ξένες παραγωγικές επενδύσεις. Τελικά τι απέγινε;

Λουζιτάνια Μια, από πολλές απόψεις, διδακτική ιστορία




Το Λουζιτάνια ήταν ένα Βρετανικό υπερπολυτελές υπερωκεάνιο που χτυπήθηκε από τορπίλες και βυθίστηκε στις 7 Μαίου του 1915. Το πλοίο μπήκε σ’ ενεργό υπηρεσία στις 7 Ιουνίου 1906. Χρησιμοποιήθηκε για την μεταφορά κυρίως επιβατών, αλλά και εμπορευμάτων μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ. Το Λουζιτάνια ήταν πολύ δημοφιλές για την μεγάλη του ταχύτητα και τον υπερπολυτελή του χαρακτήρα ως επιβατηγό. Το θεωρούσαν την εποχή εκείνη ως «κορυφή της άνεσης» και «πλεούμενο παλάτι».

Μια τρομερή τραγωδία

Το πλοίο αυτό το θεωρούσαν «αβύθιστο», ακόμη κι εν καιρώ πολέμου. Κι αυτό λόγω της ταχύτητάς του, που του επέτρεπε να διαφύγει μιας επίθεσης, αλλά και λόγω της συνολικής του κατασκευής, που του έδινε την δυνατότητα πλεύσης ακόμη και στην περίπτωση τορπιλισμού. Η ένταση του ναυτικού πολέμου στον Ατλαντικό, μετά το ξέσπασμα του 1ου παγκοσμίου πολέμου, αλλά κι οι απειλές της Γερμανίας, ότι θα θεωρεί εχθρικό οποιοδήποτε πλοίο μεταφέρει εφόδια στην Βρετανία, δεν πτόησαν το Λουζιτάνια. Κι έτσι την 1η Μαίου του 1915 ξεκινά απ’ την Νέα Υόρκη για το μοιραίο του ταξίδι.

Ένα ακόμη «οικονομικό θαύμα» καταρρέει



Η Αργεντινή διέρχεται τον τέταρτο χρόνο βαθύτατης οικονομικής κρίσης, στην οποία φαίνεται να βαλτώνει όλο και περισσότερο χάρις στις «θεραπείες» και τις «συμβουλές» του ΔΝΤ.

Με γενική απεργία απάντησαν οι εργαζόμενοι της Αργεντινής στην προσπάθεια της κυβέρνησης του προέδρου Φερνάντο ντε λα Ρούα να φορτώσει τα δυσβάσταχτα βάρη της συνεχιζόμενης κρίσης στην πλάτη τους. Η ανεργία στην χώρα ήδη τον Οκτώβριο ξεπέρασε τα 18%, ενώ εκτιμάται ότι έως το τέλος του έτους θα ξεπεράσει το 20%. Πολλοί εργαζόμενοι έχουν να πληρωθούν πολλούς μήνες, ενώ η κυβέρνηση απαγόρευσε τις αναλήψεις χρημάτων απ’ τις τράπεζες, που ξεπερνούν τα 1.000 δολ. το μήνα. Υπολογίζεται ότι κάθε μέρα που περνά περίπου 2.000 άνθρωποι οδηγούνται στην απόλυτη εξαθλίωση.

Κι όλα αυτά στην χώρα που υπήρξε το «οικονομικό θαύμα» του νεοφιλελευθερισμού στα τέλη της δεκαετίας του ’80 κι ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Για το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ η Αργεντινή υπήρξε εδώ και πάνω από μια δεκαετία το «πειραματόζωο» για τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ακριβώς όπως ήταν η Χιλή στην δεκαετία του ’70. Οι ιδιωτικοποιήσεις ήταν πραγματικά σαρωτικές. Χάρις σ’ αυτές οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, της βενζίνης, του τηλεφώνου, του νερού διαμορφώνονται εντελώς ελευθέρα στην αγορά, ανάλογα με την ημερήσια προσφορά και ζήτηση. Έτσι κάθε μέρα που ξυπνά ο εργαζόμενος αυτής της χώρας, δεν γνωρίζει ποια τιμή τελικά θα διαμορφωθεί για το ηλεκτρικό, το νερό, το τηλέφωνο, τα καύσιμα, κοκ.

Πατριωτισμός και φτώχεια[*]



Του Ντανιέλ Ντελεόν[†]
Το ν’ αγαπάς την πατρίδα σου και να είσαι διατεθειμένος να θυσιαστείς και να πολεμήσεις γι αυτήν, αυτό είναι πατριωτισμός. Το να μην έχεις σπίτι, το να μην είσαι σε θέση να παρέχεις στον εαυτό σου και στους αγαπημένους σου τροφή, ρούχα και κατάλυμα, αυτό είναι φτώχεια.
Με μια πρώτη ματιά θα νόμιζε κανείς ότι κάποιος που πλήττεται απ’ την φτώχεια δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν πατριώτης. Δεν του ανήκει κανένα τμήμα καμιάς χώρας και πατριωτισμός σημαίνει αγάπη για την χώρα που σου ανήκει, όχι αγάπη για μια χώρα που ανήκει σ’ άλλους.
Τι σημασία έχει για τον πεινασμένο φτωχοδιάβολο, αν η χώρα στην οποία αυτός βρίσκεται πεινασμένος ανήκει σ’ αυτόν ή σ’ εκείνον τον επικυρίαρχο, απ’ την στιγμή που η μίζερη κατάστασή του δεν αλλάζει;

Όταν η δημοκρατία πάει περίπατο…



Ο ορισμός για την «τρομοκρατία», που δίνει το Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης κι Εσωτερικών της ΕΕ, εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει κάθε μορφή συνδικαλιστικής και κοινωνικής διαμαρτυρίας.


Το Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης κι Εσωτερικών της ΕΕ, που συνήλθε στις Βρυξέλλες (6-7 Δεκεμβρίου), κατέληξε σε «πολιτική συμφωνία» σχετικά με μια Απόφαση Πλαίσιο για την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας», η οποία επίσημα θα υιοθετηθεί σε επόμενη συνάντηση του Συμβουλίου. Η αρχική πρόταση απ’ την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τον ορισμό της «τρομοκρατία» είχε διατυπωθεί με τέτοιον γενικό τρόπο ώστε να μπορεί να περιλάβει και κάθε μορφή συνδικαλιστικής, ή και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Κάτι που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ.

Μπροστά σε δραματικό δίλημμα



Η Βενεζουέλα ζει ίσως την πιο καθοριστική κοινωνικο-πολιτική σύγκρουση απ’ την εποχή της ανόδου του Πατριωτικού Μετώπου του προέδρου Ούγκο Τσάβεζ.

Την Δευτέρα 10/12 η πρωτεύουσα Καράκας κυρίως, αλλά κι ορισμένες ακόμη πόλεις της Βενεζουέλας, νέκρωσαν λόγω μιας γενικής απεργίας. Περίπου 3.000 και πλέον ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν, ανταποκρινόμενες στο κάλεσμα για «γενική απεργία» της μεγαλύτερης εργοδοτικής οργάνωσης της χώρας (Fedecamaras).
Γενική απεργία οι εργοδότες; Όχι μόνο, γιατί στη γενική απεργία της εργοδοσίας συμμετείχε και η Συνομοσπονδία Εργατών Βενεζουέλας. Μαζί τους και τα μεγαλύτερα ιδιωτικά ΜΜΕ της χώρας, αλλά κι ο διεθνής τύπος, ο οποίος περιχαρής ανακοίνωσε για πολλοστή φορά την «πτώση της δημοτικότητας» και την «πλέον κρίσιμη δοκιμασία» του «ποπουλιστή Τσάβεζ». Τι ακριβώς συμβαίνει; Τι εκφράζει αυτό το περίεργο κοινό μέτωπο εργοδοσίας-εργατών;

Μια επαναστατική κρίση διαρκείας




Για τον απλό κόσμο στην Αργεντινή, τους απλούς εργαζόμενους το ποτήρι έχει ξεχειλίσει. Η λαϊκή εξέγερση που ξεκίνησε με τις διαδηλώσεις στις 19/12/2001 έχει στοιχίσει έως σήμερα την πολιτική καριέρα πέντε διαδοχικών προέδρων. Τα αιτήματα των εξεγερμένων διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα και στοιχειακά. Ορισμένα απ’ τα πιο βασικά είναι:
q  Άμεση και δίχως όρους απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, ειδικά των 2500 και πλέον συλληφθέντων απ’ τις δυνάμεις καταστολής του Ντε λα Ρούα, μετά την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου.
q  Την φυλάκιση των υπευθύνων για τα 27 θύματα της καταστολής.
q  Την μονομερή αναστολή του συνόλου των πληρωμών του εξωτερικού χρέους.
q  Την άμεση εθνικοποίηση των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών του δημοσίου και στρατηγικών τομέων της οικονομίας.
q  Δραστική μείωση των αμοιβών όλων των δικαστικών, βουλευτών, πολιτικών και μελών του Κογκρέσου.
q  Κατάργηση του Κογκρέσου και της Βουλής και αντικατάστασή τους από μια νέα Συντακτική Συνέλευση με άμεση εκλογή απ’ το σύνολο του λαού.
q  Αξιοπρεπής εργασία για όλους.

Η αθλιότητα της «ισχυρής Ελλάδας»


Η μεγάλη (μη) συγχώνευση της Εθνικής-Άλφα



Τα κατορθώματα του φονταμενταλιστικού νεοφιλελευθερισμού της κυβέρνησης Σημίτη


Με τυμπανοκρουσίες στα τέλη Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου η κυβέρνηση ανακοίνωσε τον «αρραβώνα Εθνικής-Alpha», τη μεγαλύτερη συγχώνευση επιχειρήσεων που επιχειρήθηκε μεταπολιτευτικά στην ελληνική οικονομία. Η κυβερνητική προπαγάνδα κυριολεκτικά οργίασε. Με την συγχώνευση αυτή ενισχυόταν τάχα η θέση της Ελλάδας στην άκρως ανταγωνιστική αγορά της ΟΝΕ, θωρακιζόταν απ’ τις πιέσεις του Ευρώ, γινόταν επ’ ωφελεία των καταναλωτών και των εργαζομένων στις τράπεζες και αποδείκνυε την επιτυχία της πολιτικής των «διαρθρωτικών αλλαγών» που προωθεί η κυβέρνηση.

Βαθαίνει η κρίση ή όχι;


Παγκόσμια Οικονομία




Το πιο καυτό θέμα των ημερών είναι τι «μέλλει γενέσθαι» με την παγκόσμια οικονομία. Αναλύσεις, προβλέψεις ακόμη και προφητείες δίνουν και παίρνουν. Η βαθύτατη ανησυχία είναι παντού έκδηλη. Τα επίσημα επιτελεία πότε ανεβαίνουν στα ύψη της πιο λαμπρής αισιοδοξίας και πότε πέφτουν στα τάρταρα της πλήρους απαισιοδοξίας. Κι αυτό είναι φυσικό. Με το που ξεκίνησε η χρονιά που πέρασε υπήρξε η πιο δύσκολη, η πιο ανελέητη για την παγκόσμια οικονομία και ιδίως για τις πιο ισχυρές οικονομίες του πλανήτη με πρώτη τις ΗΠΑ. Πολλοί αναλυτές θεωρούν δίκαια ότι ανάλογη «σύσπαση» έχει να εμφανιστεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Η βλάβη των εγκεφάλων…




Ο Φράνκλιν Σερράνο είναι ένας γνωστός στην χώρα του καθηγητής οικονομικών στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Σχολιάζοντας τις μεγάλες μάζες αποφοίτων που φεύγουν απ’ τις Λατινοαμερικάνικες χώρες για μεταπτυχιακές οικονομικές σπουδές στις ΗΠΑ, έλεγε πρόσφατα: «Υπάρχει κάτι πολύ χειρότερο απ’ το γεγονός ότι αυτοί φεύγουν. Είναι όταν αυτοί επιστρέφουν πίσω. Η βλάβη των εγκεφάλων είναι πολύ χειρότερη απ’ την διαρροή εγκεφάλων»!

Η κοινωνική έκρηξη στην Αργεντινή





Η κοινωνική έκρηξη στην Αργεντινή προκάλεσε την πτώση του εκλεγμένου προέδρου Ντε λα Ρούα και του οικονομικού του υπουργού, Ντ. Καβάγιο. Όμως αυτό ήταν μόνο η αρχή.
Στην πραγματικότητα η κοινωνική δυσφορία έχει αρχίσει πολύ καιρό πριν, ήδη απ’ την εποχή της «αποκατάστασης της δημοκρατίας» στην δεκαετία του ’80. Ωστόσο ας δούμε τι συνέβη κατά την τελευταία περίοδο, που ξεκίνησε με τις εκλογές της 14ης Οκτωβρίου 1999. Σ’ αυτές το 40% του λαού έριξε «ψήφο-διαμαρτυρίας» με την μορφή λευκών ή άκυρων ψηφοδελτίων. Έτσι ένα μεγάλο μέρος ψηφοφόρων εξέφραζε την πλήρη αποστροφή του απέναντι στον παραδοσιακό δικομματισμό: τους περονιστές και τους ραντικαλιστές.

Στη τροχιά του νεοφιλελεύθερου αριστερισμού



Στο ΚΚΕ εκτυλίσσεται μια επιχείρηση συνολικής παραίτησης απ’ το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα και τα μέτωπα πάλης του, με την ανοιχτή υιοθέτηση της νεοφιλελεύθερης προβληματικής στο όνομα της «ανάδειξης του στρατηγικού στόχου».

Η επιχείρηση στην οποία αναφερόμαστε δημοσιοποιήθηκε κυρίως μέσα απ’ τη δημοσίευση «θεωρητικού πονήματος» της κ. Ελένης Μπέλλου, μέλους της ΚΕ και του στενού περιβάλλοντος της Γ. Γ. του κόμματος κ. Αλέκας Παπαρήγα, στο περιοδικό Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 6, 2001), καθώς και σε μια σειρά δικά της άρθρα «γραμμής» στον Ριζοσπάστη. Ο κεντρικός στόχος αυτής της φιλολογίας είναι να «πειστούν» οι κομματικές δυνάμεις του ΚΚΕ και πρωτίστως αυτές που δραστηριοποιούνται στις ΔΕΚΟ και τις Τράπεζες, ότι πρέπει μπροστά στο κύμα των ιδιωτικοποιήσεων να εγκαταλείψουν αιτήματα «επανακρατικοποίησης», αλλά και υπεράσπισης του κρατικού μονοπωλίου σε ζωτικούς τομείς της οικονομίας, όπως ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κοκ. Να εγκαταλείψουν, δηλαδή, θέσεις τις οποίες το ΚΚΕ υποστήριξε με προσήλωση για δεκαετίες.
Γιατί, όμως, αυτή η στροφή και μάλιστα μπροστά στην ολομέτωπη επίθεση του ταξικού αντιπάλου; Ας αφήσουμε την ίδια να μας εξηγήσει.

Η ανάγκη της αποδέσμευσης




Σύμφωνα με έρευνα της Eurostat, πάνω από 197.000 γεωργικά νοικοκυριά αφανίστηκαν απ’ το 1983 έως το 1997 στην Ελλάδα, ενώ περίπου 500.000 εκτάρια αγροτική γης εγκαταλείφθηκαν την ίδια περίοδο. Πάνω από 480.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης στην αγροτική οικονομία χάθηκαν το ίδιο διάστημα.
Οι απασχολούμενοι ηλικίας 55 χρονών και άνω αποτελούν το 47% (1997) της συνολικής αγροτικής απασχόλησης, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο της ΕΕ είναι 38%, στη Γαλλία και την Ολλανδία είναι 25%, στη Γερμανία 29%, στη Βρετανία 31%, στην Ιρλανδία 39%, ενώ μόνο η Ιταλία κινείται στα ίδια επίπεδα του 47% και η Πορτογαλία που φτάνει αισίως το 52%. Όμως εκεί που η Ελλάδα κατέχει το ρεκόρ είναι στους πλήρως απασχολούμενους αγρότες ηλικίας 65 χρονών και άνω που αποτελούν το 22% του συνόλου της πλήρους αγροτικής απασχόλησης!

Προς μια νέα εργατική διεθνή;


Η Διεθνής Συνδιάσκεψη κατά της Απορύθμισης και για τα Εργατικά Δικαιώματα



Από 21 έως 24 Φεβρουαρίου διεξήχθη στο Βερολίνο η Διεθνής Συνδιάσκεψη κατά της απορύθμισης και για τα εργατικά δικαιώματα. Σ’ αυτήν συμμετείχαν περισσότεροι από 350 αντιπρόσωποι από 50 και πλέον χώρες, εκπροσωπώντας συνδικάτα, μαχόμενες συνδικαλιστικές δυνάμεις, πολιτικές οργανώσεις και κόμματα, καθώς και επιμέρους πολιτικές πρωτοβουλίες. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των δυνάμεων ήταν η αναγνώριση της επείγουσας ανάγκης για την οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου το οποίο θα εξασφαλίζει την ενότητα της δράσης σε διεθνή κλίμακα των υπαρκτών, ζωντανών δυνάμεων του εργατικού κινήματος, ασχέτως ιδεολογικο-πολιτικής προέλευσης, που θέλουν να αναζητήσουν από κοινού τα μέσα για την αποτελεσματικότερη πάλη ενάντια στην απορύθμιση, τις «διαρθρωτικές αλλαγές», για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων και πάνω απ’ όλα για την προώθηση της ανεξάρτητης μάχιμης οργάνωσης της εργατικής τάξης.

Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη


Η λευκή επιταγή του κ. Σημίτη

Απλά μαθήματα δημοκρατίας απ’ τους κλητήρες, τους εραστές και τα αφεντικά της εξουσίας.


Αφήστε επιτέλους τον κ. Σημίτη να κυβερνήσει χωρίς «πολιτικά και κομματικά βαρίδια»! Αφήστε πια τον πρωθυπουργό να επιτελέσει τον «θεσμικό του ρόλο»! Ας απαλλαγεί επιτέλους ο πρωθυπουργός απ’ την «ομηρία του κόμματος»! Πότε λοιπόν η κυβέρνηση θα απαλλαγεί απ’ το άγχος του «πολιτικού κόστους»! Αυτά φωνάζουν εν χορώ όλοι οι μεγαλοεκδότες και η γνωστή διατεταγμένη δημοσιογραφία. Φαίνεται ότι για τους βαρόνους της πολιτικής και τα συμφέροντα που αυτοί εκφράζουν, το κεντρικό πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι φυσικά η κοινωνικά ανάλγητη και καταστροφική πολιτική της, αλλά ότι ο κ. Σημίτης, ως πρωθυπουργός, δεν είναι όσο πρέπει αυθαίρετος, ούτε επαρκώς ανεξέλεγκτος, για ν’ ασκήσει «ανεπηρέαστος» την πολιτική του.

«Καινούργιοι δρόμοι» για την υποταγή στο μοιραίο!


Στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (3/3/2002) που δημοσιεύτηκε η Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ, υπήρχε επιπλέον και ένα σχεδόν δισέλιδο άρθρο «γραμμής» του Δημήτρη Γόντικα με τον κάπως προκλητικό τίτλο «ανοίγουμε καινούργιους δρόμους»! Στα άρθρα του κ. Γόντικα θα πρέπει γενικά να δίνει κανείς ιδιαίτερη προσοχή. Όχι μόνο γιατί αποτελεί έναν εκ των πλέον «ισχυρών προσώπων» της σημερινής ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ, αλλά κυρίως γιατί το τραγικό έλλειμμα θεωρητικής μόρφωσης και το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο που τον διακρίνει, δεν του επιτρέπει εύκολα τη «φυγή» σε θολά θεωρητικίζοντα σχήματα, ούτε την προσφυγή σε ήξεις-αφίξεις, για να συγκαλυφθούν άκρως επικίνδυνες για το κίνημα επιλογές και αντιλήψεις.

Η ανάγκη για το κόμμα*




του Πιότρ Λαβρόφ

«Η φωνή του ενός είναι η φωνή κανενός», λεει μια αρχαία παροιμία και το άτομο που αντιμετωπίζει την κοινωνία μέσα απ’ την κριτική των κοινωνικών θεσμών και την επιθυμία να τους εμποτίσει με δικαιοσύνη, είναι φυσικά, σαν αδύναμη μονάδα, ασήμαντο. Κι όμως αυτά τα άτομα, με το να μετατραπούν σε υλική δύναμη που θέτει την κοινωνία σε κίνηση, έχουν γράψει ιστορία. Πως το πέτυχαν αυτό;…
Για να μην είναι εντελώς μόνο του ένα άτομο που αναλαμβάνει την πάλη ενάντια στους κοινωνικούς θεσμούς δεν έχει παρά να εκφράσει τις ιδέες του με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνουν κατανοητές: εάν είναι αληθινές, θα πάψει να είναι μόνο του. Θα αποκτήσει συντρόφους, ανθρώπους που μοιράζονται τις ίδιες ιδέες (ανάμεσα σε εκείνους των οποίων η σκέψη είναι η πιο καινοτόμα και ανοικτή). Του είναι άγνωστοι. Βρίσκονται διασκορπισμένοι και άγνωστοι μεταξύ τους. Αισθάνονται μόνοι και αδύναμοι μπροστά στο κακό που τους συνθλίβει. Ίσως όταν τους φτάσουν οι ιδέες που εξηγούν αυτό το κακό, να γίνουν ακόμη περισσότερο δυστυχείς. Παρόλα αυτά υπάρχουν παντού και όσο πιο αληθινές και πιο δίκαιες είναι οι ιδέες, τόσο περισσότεροι υπάρχουν. Αυτή είναι μια υλική δύναμη που είναι αόρατη, ακαθόριστη, δίχως να έχει ακόμη εκδηλωθεί στη δράση. Όμως παραμένει μια υλική δύναμη.

Δυσοίωνες προοπτικές



Η πολιτική οικονομία της νέας περιόδου αποσταθεροποίησης, κρίσης και πολέμου


Πρόσφατα ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, κ. Γκρίνσπαν, δήλωνε ότι παρομοιάζει τον εαυτό του με εκείνους τους παλιούς αστρολόγους που παρατηρώντας τις κινήσεις των άστρων προσπαθούσαν να μαντέψουν το τι θα συμβεί στο μέλλον. Αν παρακολουθήσει κανείς τις οικονομικές αναλύσεις των πιο επιφανών διεθνών κέντρων, θα νιώσει ότι πράγματι έχει να κάνει με αστρολόγους, οι οποίοι εναγωνίως προσπαθούν να «ερμηνεύσουν» τις κινήσεις των μακροοικονομικών δεικτών – που για την οικονομία είναι ότι οι φαινομενικές κινήσεις των άστρων στο στερέωμα – ώστε να προβλέψουν πότε επιτέλους θα επέλθει αυτή η περιβόητη ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας. Κι έτσι από μέρα σε μέρα, από εβδομάδα σε εβδομάδα, την περιορισμένη αισιοδοξία διαδέχεται η πιο μαύρη απαισιοδοξία.

Ιδιωτικοποιήσεις και κράτος




Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δεν οδηγεί σ’ ένα «μικρότερο κράτος», αλλά σ’ ένα ακόμη πιο διογκωμένο, παρασιτικό, αυταρχικό και διεφθαρμένο κράτος.

Εδώ και πάνω από δυο δεκαετίες ένας συνασπισμός συμφερόντων της «ελεύθερης αγοράς» – από την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, τα διευθυντήρια των πολυεθνικών, έως τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς της δεξιάς και της αριστεράς – διεξάγουν μια συστηματική επίθεση ενάντια στον οικονομικό ρόλο του κράτους. Το σχήμα είναι χυδαία απλοϊκό: η «ελεύθερη αγορά» και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έχουν ταυτιστεί με την αξιοκρατία, την «ελευθερία επιλογής», τη δημοκρατία, την αποτελεσματικότητα, την ανάπτυξη. Ενώ το κράτος, η κρατική παρέμβαση και η «κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα», έχει ταυτιστεί με την αναξιοκρατία, την αναποτελεσματικότητα, την διαφθορά, τον πατερναλισμό της κοινωνίας, κοκ.

Προς ένα πιο παρασιτικό και διεφθαρμένο κράτος

Στη βάση αυτού του χυδαία απλοϊκού σχήματος στηρίχθηκε και η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων για να αντιμετωπιστούν δήθεν τα εκ φύσεως ελαττώματα του κράτους. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Παρά τα συντριπτικά κύματα ιδιωτικοποιήσεων που γνώρισαν σχεδόν όλες οι χώρες – ανεπτυγμένες και μη – απ’ την δεκαετία του ’80 έως σήμερα, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε η κατάσταση, αλλά επιδεινώθηκε ραγδαία. Μπορεί το κράτος να έχασε ζωτικούς για την κοινωνία τομείς δράσης και να πέρασε από την εποχή των χρόνιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στην εποχή των «πλεονασμάτων», αλλά ο παρασιτικός, διεφθαρμένος και άκρως αντιδραστικός του χαρακτήρας ενισχύθηκε, έγινε ακόμη πιο ασφυκτικός, ακόμη πιο καταπιεστικός για το σύνολο της εργαζόμενης κοινωνίας.

Την ίδια ώρα η επέκταση του ιδιωτικού κεφαλαίου ακόμη και σε χώρους που πριν μερικά χρόνια ήταν προνομιακοί χώροι κρατικής δράσης, (όπως π.χ. συγκοινωνίες, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, υγεία, παιδεία, υποδομές, κοκ) μπορεί να πρόσφερε νέες ευκαιρίες κερδοσκοπίας, αλλά επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση, τόσο της οικονομίας συνολικά, όσο και της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργαζόμενης κοινωνίας. Η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων δε εφαρμόζεται για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της κρατικής διαχείρισης, αλλά για να «ανοίξουν νέες αγορές» στην κερδοσκοπία του ιδιωτικού κεφαλαίου και κυρίως του πολυεθνικού.
Έτσι, η λεγόμενη πολιτική των «αποκρατικοποιήσεων» αποστερεί το κράτος απ’ την κατεξοχήν παραγωγική του λειτουργία, τη βασική του οικονομική χρησιμότητα για την εργαζόμενη κοινωνία. Η πολιτική αυτή και η δραματική κατάσταση των λεγόμενων «κοινωνικών δαπανών» αφαιρούν ακόμη και τα τελευταία προσχήματα «ανταποδοτικής ωφελιμότητας» του κράτους. Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παράσχει ούτε καν στοιχειώδεις κοινωνικές υπηρεσίες, που έτσι κι αλλιώς χρυσοπληρώνει η εργαζόμενη κοινωνία; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν έχει καμιά δυνατότητα να παράγει το δικό του εισόδημα, παρά μόνο ασκείται στην φορολογική λεηλασία των λαϊκών εισοδημάτων; Σε τι χρησιμεύει ένα κράτος που δεν μπορεί να παίξει κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή και στην οικονομία, εκτός από το να παρέχει επιδοτήσεις, έργα και προμήθειες στο ιδιωτικό κεφάλαιο και να συντηρεί με κάθε τρόπο την κρατικοδίαιτη επιχειρηματική κερδοσκοπία;
Το μόνο που τελικά απομένει είναι ένας τεράστιος, άκρως διογκωμένος και  παρασιτικός μηχανισμός γραφειοκρατικής διοίκησης, καταστολής και διευθέτησης κοινωνικών συγκρούσεων, που συντηρείται μέσα από μια βάρβαρη φορομπηκτική πολιτική και τα κρατικά χρέη. Ένας μηχανισμός που ανοικτά πλέον και δίχως προσχήματα αποτελεί προνομιακό πεδίο διαπλοκής του χρήματος με την πολιτική.

Η δεισιδαιμονική πίστη στη κρατική παρέμβαση

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα ανάγκασε ακόμη και συντηρητικούς παράγοντες να ξανακαλύψουν παλιές αλήθειες για τον χαρακτήρα του κράτους: «Το πρόβλημα – λεει ο Τζον Σουήνη, πρόεδρος της AFL-CIO – δεν είναι τόσο το μέγεθος του κράτους, όσο το ποιον εξυπηρετεί το κράτος. Όταν πρόκειται να έλθει σε βοήθεια των  εργαζόμενων Αμερικάνων, το κράτος είναι πολύ συχνά εξαιρετικά αδέξιο και κοστοβόρο. Όταν, όμως, προστρέχει σε βοήθεια των πλουσίων και των καλά δικτυωμένων, το κράτος αναλαμβάνει δράση με εκπληκτική ταχύτητα»[1].
Ωστόσο για αρκετές δεκαετίες αυτή η απλή θεμελιώδης αλήθεια σχετικά με το χαρακτήρα του κράτους είχε πραγματικά εξορκιστεί απ’ την πολιτική προβληματική. Για ποιον λόγο; Για τον απλούστατο λόγο ότι η ραγδαία επέκταση του κράτους, ιδίως μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, έπρεπε να εμφανισθεί ότι γινόταν προς το συμφέρον του απλού εργαζόμενου. Ο απολυταρχικός καγκελάριος της Γερμανίας του 19ου αιώνα, φον Μπίσμαρκ – πρωτοπόρος στην ανάπτυξη της οικονομικής παρέμβασης του κράτους – ήταν απόλυτα ειλικρινής: «Η ιδέα μου ήταν να δωροδοκήσω τις εργαζόμενες τάξεις, ή καλύτερα να τις κερδίσω με το να θεωρούν το κράτος ως έναν κοινωνικό θεσμό που υπάρχει για το δικό τους καλό και ενδιαφέρεται για την ευημερία τους»[2].
Πάνω σ’ αυτή τη βάση έγινε μια τερατώδης προσπάθεια πολλών δεκαετιών να οικοδομηθεί στις πλατύτερες μάζες των εργαζομένων μια δεισιδαιμονική πίστη στο κράτος και στον οικονομικό του ρόλο, μια δεισιδαιμονική πίστη στις δυνατότητες κρατικού ελέγχου και παρεμβατισμού. Δεξιοί και αριστεροί οπαδοί του «λογικού καπιταλισμού» ήδη από την δεκαετία του ’50 ορκίζονταν στην «ανάπτυξη σοβαρής κρατικής πρωτοβουλίας», ιδίως σε περιόδους ύφεσης, ή κρίσης, ως γιατρικό για τα «σφάλματα» και τις «ατέλειες» της αγοράς, αλλά και ως σωτήρια εξισορρόπηση της κερδοσκοπικής δράσης του ιδιωτικού κεφαλαίου. Η σοσιαλδημοκρατία μάλιστα διαβεβαίωνε ότι «σε πολλές χώρες ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός παραχωρεί την θέση του σε μια οικονομία στην οποία ο κρατικός παρεμβατισμός και η συλλογική ιδιοκτησία περιορίζουν τη δράση των ιδιωτών καπιταλιστών»[3].
Δεν υπήρχε τίποτε πιο αναληθές απ’ αυτό. Κι αυτό γιατί καμμιά κυβέρνηση, σοσιαλδημοκρατική ή άλλη, καμμιά κεϋνσιανή κρατική παρέμβαση δεν ξέφυγε από το «χρυσό κανόνα» που ήθελε εξαρχής το κράτος να δραστηριοποιείται όχι ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά στην αγορά, όχι ενάντια στα «ιερά και όσια» της, αλλά προς επανόρθωση των «ατελειών» της και για την ανάπτυξη «κοινωνικά ευαίσθητων τομέων», όπου το υψηλό κόστος και η χαμηλή απόδοση άφηναν το ιδιωτικό κεφάλαιο παγερά αδιάφορο. Έτσι οικοδομήθηκε μια κρατική παρέμβαση που είχε ως σκοπό να επιλαμβάνεται των προβλημάτων που δημιουργούσε η αγορά και η δράση του ιδιωτικού κεφαλαίου, δηλαδή να λειτουργεί ως σκουπιδιάρης και νοσοκόμος του καπιταλισμού, ως αποδέκτης των απορριμμάτων και παρηγορητής των θυμάτων της ιδιωτικής οικονομίας.
Μόνο που αυτός ο οικονομικός ρόλος του κράτους έπρεπε να εμφανισθεί ότι αναλαμβανόταν κατεξοχήν προς όφελος της εργαζόμενης κοινωνίας. Έτσι προέκυψαν οι πολιτικές του «κοινωνικού κράτους», που έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν με την εξαγορά, τη δωροδοκία και την άνωθεν χειραγώγηση των κατώτερων τάξεων. Όλα τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν τις εργαζόμενες τάξεις απ’ την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, θα τα αναλάμβανε εργολαβικά να τα λύσει η κρατική παρέμβαση. Αρκεί ο εργάτης, ο εργαζόμενος γενικά, να κοιτάζει τη δουλειά του, να κάθεται ήσυχος και πειθαρχικός, να αφήνει την «υψηλή πολιτική» στις εντεταλμένες ηγεσίες του στο συνδικάτο, στο κόμμα και την κυβέρνηση και να επιλέγει, όποτε του δίνουν την ευκαιρία, το «φως» απ’ το «σκότος», τους «καλούς» απ’ τους «κακούς» διαχειριστές, που θα τον κυβερνήσουν. Έτσι πανηγυρικά ανακοινώθηκε πως «οι ταξικές συγκρούσεις είναι νοσταλγία των επαναστατών αρχαϊκού τύπου»[4]. Το κράτος και όχι η ταξική πάλη είχε αναλάβει να λύσει τα προβλήματα της οικονομίας και των εργαζομένων. Αυτή ακριβώς η δεισιδαιμονική πίστη στο κράτος, στην κυβέρνηση, αποτέλεσε το περιεχόμενο του «κοινωνικού συμβολαίου» της σοσιαλδημοκρατίας στις πρώτες δεκαετίες μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Η αντιστροφή της ίδιας λογικής

Κι όλα αυτά καλά, μέχρις ότου η φούσκα έσπασε. Η λογική που ήθελε το κράτος να δραστηριοποιείται συμπληρωματικά στην αγορά, να διορθώνει «ατέλειες», να αποκαθιστά «σφάλματα» και να «εξυγιαίνει» τις ζημιές της ιδιωτικής οικονομίας, όχι μόνο δεν μπόρεσε να αποτελέσει ανάχωμα στην κρίση, αλλά συντέλεσε καταλυτικά στην εκρηκτική όξυνση των προβλημάτων. Ενώ η προσπάθεια να μεταφραστούν οι κοινωνικές παραχωρήσεις και παροχές προς τις εργαζόμενες τάξεις, σε ασφυκτικό πατερναλιστικό έλεγχο της συνείδησης και της δράσης τους, οδήγησε σ’ ένα τεράστιο πολυπλόκαμο και διεφθαρμένο γραφειοκρατικό μηχανισμό πελατειακών σχέσεων και εξάρτησης απ’ τη κυβέρνηση.
Σ’ αυτή τη βάση στηρίχθηκε η αναβίωση του δόγματος της «ελεύθερης αγοράς». Οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο διέδιδαν την δεισιδαιμονική πίστη στην κρατική παρέμβαση, προσχωρούν πια αναφανδόν σε μια θρησκόληπτη προσκόλληση στην «ελεύθερη αγορά». Δεν είναι πια καθόλου σπάνιο το φαινόμενο να ακούμε σοσιαλιστές τύπου Χριστοδουλάκη να ανακοινώνουν εν είδη θρησκευτικού θέσφατου: «Η ελεύθερη αγορά δεν έχει αδιέξοδα».
Δεν έχει καμμιά σημασία αν η σημερινή «ελεύθερη αγορά» έχει γεννήσει τις πιο συγκεντρωτικές κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες στο πρόσωπο των πολυεθνικών επιχειρηματικών κολοσσών, που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρώπινη ιστορία απ’ την εποχή των εμποροκρατικών εταιρειών των Ανατολικών και Δυτικών Ινδιών του 17ου και 18ου αιώνα. Δεν έχει καμμιά σημασία αν οι 55 απ’ τις 100 πιο μεγάλες οικονομίες του πλανήτη – με όρους ΑΕΠ ή τζίρου – δεν είναι κράτη με «οικονομίες της αγοράς», αλλά κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες, δηλαδή πολυεθνικές, με δυνατότητα παρέμβασης στην παγκόσμια αγορά πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι είχαν ποτέ κατακτήσει οι «κεντρικά κατευθυνόμενες οικονομίες» του υπαρκτού σοσιαλισμού. Άλλωστε τα συμφέροντα αυτών των κεντρικά κατευθυνόμενων πολυεθνικών μονοπωλίων, την ανάγκη τους να ελέγξουν προς όφελός τους τις αγορές – κρατικές και ιδιωτικές – ήρθε να εξυπηρετήσει στις μέρες μας το δόγμα της «ελεύθερης αγοράς».
Το κράτος καλείται απλά να υποβοηθήσει ξανά την ιδιωτική οικονομία. Μόνο που αυτή τη φορά το μέγεθος του ιδιωτικού κεφαλαίου, οι ανάγκες κερδοσκοπίας του και οι δυνατότητες του να αξιοποιεί αγορές, είναι τέτοιες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για συμπληρωματική «κρατική επιχειρηματική δράση». Την ίδια ώρα τα χρόνια προβλήματα υπερπαραγωγής και διαρθρωτικών ανωμαλιών απ’ τα οποία δεν φαίνεται να μπορεί να απαλλαγεί η αγορά, απαιτούν μια αυξημένη κρατικοδίαιτη στήριξη του επιχειρηματικού κέρδους, μέσα από διευρυμένα κρατικά «αναπτυξιακά προγράμματα», έργα και προμήθειες, όλων των ειδών τις επιχορηγήσεις και τις γενικές δημόσιες δαπάνες. Γι αυτό και εξαντλούνται τα περιθώρια ακόμη και για στοιχειώδεις «κοινωνικές δαπάνες», ή άλλες πολιτικές στήριξης των αναγκών της εργαζόμενης κοινωνίας.
Η ίδια κατ’ ουσία λογική για τον οικονομικό ρόλο του κράτους, η οποία είχε οδηγήσει παλιότερα στις ελλειμματικές, μερικές και συμπληρωματικού χαρακτήρα κρατικοποιήσεις, επιβάλει σήμερα τις μαζικές «αποκρατικοποιήσεις».  


 



[1] John J. Sweeney, America Needs a Raise, (1996) p. 59-60. 
[2] Elmer Roberts, Monarchical Socialism in Germany, (1913) p. 119.
[3] Yearbook of the International Socialist labour Movement 1956-57, p. 40.
[4] Τ. Τενταφίλοφ, Μύθοι για ένα σύστημα δίχως μέλλον, (1988), σελ. 84.

ΕΜΠΡΟΣ, ΤΧ. 4Ο, 2003

Το δίκαιο της πυγμής


Μια άθλια αναβίωση των ηθών, των δογμάτων και της δικαιοπρακτικής του μεσαίωνα!


Με τη «δίκη» Μιλόσεβιτς περνάμε από την συνήθη καταπάτηση του διεθνούς δικαίου στην προκλητική του εκπόρνευση, στην ανοικτή μετατροπή του σε όπλο καταπίεσης και επιβολής του νόμου του ισχυρού. 

Όποιος κάνει τον κόπο να αναγνώσει το επίσημο «κατηγορητήριο» εναντίον του Μιλόσεβιτς, θα παρατηρήσει έκπληκτος την εντυπωσιακή απουσία τεκμηρίων ενοχής για τα εγκλήματα πολέμου που αποδίδονται στον πρώην πρόεδρο της Ο. Δ. Γιουγκοσλαβίας. Όμως, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσπάθεια να υποκατασταθεί αυτή η απουσία, με αγοραία πολιτικά και ιδεολογικά επιχειρήματα, με αποσπάσματα από ομιλίες και δηλώσεις του Μιλόσεβιτς, ώστε να εμφανιστεί τεχνηέντως ως βασικό τεκμήριο ενοχής η ίδια η πολιτική ιδεολογία του «κατηγορούμενου».

Το δικαίωμα στην παιδική καταπίεση


ΟΗΕ & ΗΠΑ



Στα μέσα Μαίου συνήλθε η Ειδική Σύνοδος του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των παιδιών, με την συμμετοχή 72 κρατών και 800 αντιπροσώπους μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ). Ο επίσημος στόχος της συνόδου ήταν ο απολογισμός για το τι έγινε από την εποχή της Παγκόσμιας Συνόδου για τα δικαιώματα του παιδιού το 1990. Στη σύνοδο εκείνη είχε υιοθετηθεί μια σειρά συμφωνίες. Ανάμεσά τους και η Χάρτα των Δικαιωμάτων του Παιδιού, μια γενική διακήρυξη δίχως σαφείς δεσμεύσεις. Ωστόσο ακόμη κι αυτή η γενική διακήρυξη δεν ικανοποίησε τις ΗΠΑ, οι οποίες μαζί με τη Σομαλία, είχαν καταψηφίσει τότε τη Χάρτα.

Η αναβίωση του δουλεμπορίου




Αιχμάλωτοι ενός συστήματος το οποίο νομιμοποιεί την καταναγκαστική εργασία και την δουλεία των φυλακισμένων, δύο εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σήμερα στις φυλακές των ΗΠΑ. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο πληθυσμό φυλακισμένων στον κόσμο.
Η πλειοψηφία των πολιτειών στις ΗΠΑ δαπανούν περισσότερα χρήματα για την οικοδόμηση φυλακών, παρά σχολείων. Η Καλιφόρνια έχει ένα από τα μεγαλύτερα συστήματα φυλακών στον κόσμο και οι δημόσιες δαπάνες που καταβάλλονται για τη συντήρηση του είναι κατά πολύ μεγαλύτερες απ’ αυτές της εκπαίδευσης. Οι ΗΠΑ έχουν το θλιβερό παγκόσμιο ρεκόρ του μεγαλύτερου πληθυσμού φυλακισμένων, που ανέρχεται σε δύο εκατομμύρια. Ο αριθμός εγκλείστων αυξάνει δραματικά με ρυθμό 50% κάθε 10 χρόνια.

Η Ελλάδα στην τροχιά του Ευρώ



Μια εξαρτημένη-προσαρτημένη οικονομία δίχως μέλλον

Οι διθύραμβοι της κυβέρνησης Σημίτη και των οπαδών της Euroland περί «οικονομικών επιτευγμάτων» και «ισχυρού νομίσματος» μοιάζουν όλο και περισσότερο με μακάβριο αστείο για μια χώρα σε πλήρες αδιέξοδο.


Η υιοθέτηση ενός «ισχυρού νομίσματος» όπως το ευρώ ούτε λίγο ούτε πολύ  άνοιξε μια νέα περίοδο σταθερότητας και ανάπτυξης για την Ελλάδα. Αυτό θέλουν να πιστέψουμε η κυβέρνηση και οι οπαδοί της ΟΝΕ. Και στο όνομα αυτής της θεωρίας δικαιολογείται η εκχώρηση ολόκληρης της νομισματικής πολιτικής στη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έτσι η Ελλάδα από 1/1/2002 έχασε και τυπικά το δικαίωμα να εκδίδει νόμισμα και γενικά να ρυθμίζει τα νομισματικά της. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία, στο επίπεδο της παγκόσμιας οικονομίας, η νομισματική ρύθμιση (κυρίως ο χειρισμός της νομισματικής κυκλοφορίας, των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων) έχει αναχθεί σε κυρίαρχο μοχλό της οικονομικής πολιτικής, το γεγονός και μόνο ότι μια χώρα όπως η Ελλάδα αποποιείται το δικαίωμά της να ασκεί νομισματική πολιτική σύμφωνα με τις δικές της εθνικές ανάγκες φαίνεται μάλλον «περίεργο»!

Η αδιέξοδη πορεία της Κίνας




Από τον ανύπαρκτο σοσιαλισμό, στον εφιάλτη του πιο άγριου εξαρτημένου καπιταλισμού

 

Ο Κινέζος πρόεδρος Ζιάνγκ Ζεμίν δήλωσε κατά τη διάρκεια της πέμπτης επετείου της «επιστροφής του Χονγκ Κονγκ στη Μητέρα Πατρίδα» τα εξής: «Τα προηγούμενα πέντε χρόνια από την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στη μητέρα πατρίδα είδαν το ‘μια χώρα, δυό συστήματα’ να μεταφράζεται από επιστημονική σύλληψη σε ζωντανή πραγματικότητα» (Λαϊκή Ημερησία, 1/7/2002). Αυτό το «μία χώρα, δυο συστήματα», δηλαδή η συνύπαρξη στην ίδια χώρα δυό υποτίθεται διαφορετικών συστημάτων, του σοσιαλιστικού και του καπιταλιστικού, αποτελεί το νέο δόγμα της κινεζικής ηγεσίας και έχει ως μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσει την αδυσώπητη προσαρμογή στις επιταγές ενός άγριου και άκρως κερδοσκοπικού καπιταλισμού. Το δόγμα αυτό αντικατέστησε τις συνήθεις παλιότερα, αν και πλαστές αναφορές στην «οικοδόμηση του σοσιαλισμού». Ενώ το περιεχόμενό του είναι καθαρά χρηστικό και εκφράζει αποκλειστικά τις τρέχουσες άνωθεν σκοπιμότητες, γι αυτό και δεν αξίζει ιδιαίτερα να ασχοληθεί κανείς με το θεωρητικό του περιεχόμενο.

Ο παγκόσμιος καπιταλισμός και η κρίση του



Μια μάχη για την τόνωση του ηθικού!

Η ξαφνική μερική βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών της παγκόσμιας οικονομίας, όπως η οριακή μεγέθυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ και η άνοδος του παγκόσμιου εμπορίου, έδωσε την ευκαιρία για εκδηλώσεις μετρημένης αισιοδοξίας στους διεθνείς χρηματιστικούς κύκλους. Το χειρότερο πέρασε, λένε οι αναλυτές. Το σύστημα άντεξε, παρά τους τρομερούς κλυδωνισμούς του τελευταίου ενάμιση χρόνου.


Ωστόσο, αν κάνει τον κόπο κάποιος και προσεγγίσει την πραγματικότητα πέρα από τη σχολαστική ενασχόληση με τις οριακές μεταβολές των γενικών μακροοικονομικών δεικτών, θα ανακαλύψει με έκπληξη ότι η κρίση όχι μόνο δεν έχει αποσοβηθεί, αλλά είναι πιθανό το κύριο καταστροφικό της δυναμικό να είναι ακόμη μπροστά. Σε κάθε περίπτωση η σχετική μακροοικονομική νηνεμία, που διαπιστώνουν οι αναλυτές του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, αποτελεί μια προσωρινή, εξαιρετικά παροδική – ίσως να μην ξεπεράσει σε διάρκεια ούτε καν του επομένου εξάμηνου ή οκτάμηνου – ανάπαυλα μιας νέας έξαρσης των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών που βρίσκονται στη βάση της κρίσης.

Το παιχνίδι της ακρίβειας






Με φόντο τη δραματική επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, στήθηκε ένα παιχνίδι εξαπάτησης με συντελεστές τη κυβέρνηση, τη ΝΔ και τα λεγόμενα «κινήματα καταναλωτών». Έτσι, γεννήθηκαν τα αποκαλούμενα «μποϊκοτάζ των καταναλωτών». Μ’ αυτό τον τρόπο το πρόβλημα της ακρίβειας έγινε προσπάθεια να αποσπαστεί από την πραγματική του βάση, δηλαδή την «ελεύθερη αγορά» και την καταλυτική επίδραση του ευρώ, για να απογειωθεί στα νέφη της συνωμοσιολογίας. Απ’ την μια, είχαμε την κυβέρνηση που μιλούσε για αδικαιολόγητη επιδρομή αισχροκέρδειας από κάποιους σκοτεινούς κερδοσκόπους. Κι απ’ την άλλη, είχαμε τη ΝΔ η οποία θεωρούσε υπαίτιο το κράτος που «δημιουργεί πληθωρισμό».

Το «βούλιαγμα» της παγκόσμιας οικονομίας




Όταν τίποτε δεν πάει όπως προβλέπουν…

Εκεί που σχεδόν όλοι μιλούσαν για «ανάκαμψη», ξαφνικά μια νέα υποτροπή εκδηλώθηκε αφήνοντας άφωνους αναλυτές και «παράγοντες της αγοράς». Η πολλά υποσχόμενη και άκρως επιθυμητή «ανάκαμψη» δεν μπόρεσε να διαρκέσει ούτε ένα τρίμηνο. Τι συμβαίνει, τι φταίει; Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση της Παγκόσμιας Χρηματιστικής Σταθερότητας του ΔΝΤ (Σεπτέμβρης, 2002), το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην «κλονισμένη εμπιστοσύνη των επενδυτών» και στα «υψηλά ρίσκα» των αγορών. Όταν μια οικονομική έκθεση καταφεύγει σε ψυχολογικές ερμηνείες και αυτονόητα, είναι σαν το γιατρό που εναποθέτει τις ελπίδες για την ανάρρωση ενός βαριά αρρώστου στη «θεία χάρη»!

Μυστικές υπηρεσίες και 17 Νοέμβρη




Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η προσπάθεια από πολιτικό και δημοσιογραφικό κατεστημένο να αποκλείσουν εκ προοιμίου και δια παντός οποιαδήποτε σχέση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα με επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών. Τα «λαγωνικά» της «μάχιμης δημοσιογραφίας» επιμένουν να αγνοούν ορισμένα πολύ συγκεκριμένα δεδομένα.
Το Βήμα (7/7/2002) αναφέρει ότι ο κ. Μίλλερ, όταν αυτός ήταν Νο2 στην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, εξομολογήθηκε σε συγγενή θύματος της 17Ν: «Δεν έχουμε ιδέα τι συμβαίνει. Ψάχνουμε ακόμη και την πιθανότητα ένα κομμάτι ανθρώπων που συμμετείχαν στην επιχείρηση «κόκκινη προβιά» να έχουν αποκοπεί και να λειτουργούν συνωμοτικά»! Ποια όμως ήταν η επιχείρηση «κόκκινη προβιά», που ακόμη και οι Αμερικανοί – κατά τον κ. Μίλλερ – δεν έχουν εξαιρέσει από τις έρευνές τους για την τρομοκρατία στην Ελλάδα;

Για ποια «ενότητα της αριστεράς»;




Οι τελευταίες εκλογές έκρυβαν πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις για την αριστερά. Το αβίαστο συμπέρασμα είναι ένα: Οι εκλογές σηματοδότησαν μια ήττα των κομμάτων της αριστεράς, η οποία εντείνει στο έπακρο το πρόβλημα της πολιτικής επιβίωσης όλων των δυνάμεών της. Έστω κι αν οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΣΥΝ θέλουν να εμφανίζονται «δικαιωμένες».
Αυτή ακριβώς η τραγική κατάσταση έχει φέρει στην επιφάνεια το πρόβλημα της «ενότητας της αριστεράς», ή της «κοινής δράσης» των δυνάμεών της, που πολλοί θεωρούν και ως το μόνο της σωσίβιο. Όμως, ο πνιγμένος πάντα από τα μαλλιά του πιάνεται, χωρίς να μπορεί τελικά να σωθεί. Το αληθινό πρόβλημα σήμερα δεν είναι στο τι κάνει, ή τι μπορεί να κάνει η αριστερά, αλλά στο τι αντιπροσωπεύει κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά. Η σημερινή τραγική κατάσταση της αριστεράς δεν οφείλεται τόσο στην έλλειψη «ενότητας», ή «κοινής δράσης», αλλά στην τρομακτική απόσταση που τη χωρίζει από το λαϊκό αίσθημα, από τις πιο ζωτικές ανάγκες, προσδοκίες και διαθέσεις των εργαζόμενων τάξεων. Οφείλεται πρωτίστως στην άσκηση πολιτικής ερήμην των εργαζομένων, έστω κι αν γίνονται πλήθος αναφορές σ’ αυτούς.

Περί «ανθρωπιστικού πολέμου» και διεθνούς δικαίου.




Η ωμότητα του επεμβατικού πολέμου εναντίον του Ιράκ και η κατοπινή επιβολή απροκάλυπτου καθεστώτος κατοχής σε μια ανεξάρτητη χώρα, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, ξύπνησε πολλές συνειδήσεις στην αριστερά και εκτός αυτής. Πολλοί διαδήλωσαν και εξακολουθούν να διαδηλώνουν ενάντια σ’ αυτή την εξόχως προκλητική και άκρως επικίνδυνη κατάσταση. Όμως η διαμαρτυρία και η διάθεση αντιπαράθεσης με την κρατούσα πολιτική δεν υπήρξε ποτέ επαρκές εχέγγυο, ούτε αρκετή απόδειξη πραγματικής αντιπολίτευσης ενάντια στους κρατούντες.
Το άρθρο του Άρη Δεληβέρη, «ανθρώπινα δικαιώματα και πόλεμος» (Εμπρός, τ.14-15), επιχειρεί να ανιχνεύσει τις θεωρητικές ρίζες του νέου επίσημου δόγματος πολέμου, που συχνά αποκαλείται «ανθρωπιστικός». Κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα, σε μια εποχή όπου κυριαρχεί στην αριστερά όχι μόνο μια γενικευμένη θεωρητική αφασία, αλλά και μια πρωτοφανής ιδεολογική συνθηκολόγηση της πολιτικής γενικά. Δυστυχώς όμως το άρθρο διολισθαίνει σε μια εγχειριδιακή ευκολία ανάλυσης των ζητημάτων. Πιο συγκεκριμένα ο αρθρογράφος φαίνεται να υιοθετεί άκριτα τα κλισέ της επίσημης «διεθνολογίας» κι έτσι οδηγείται να αρνείται τις πιο ακραίες συνέπειες της αντιδραστικής λογικής του «ανθρωπιστικού πολέμου», αφού την έχει υιοθετήσει ως προοδευτική και μάλιστα «επαναστατική»!

Η αξία του «βρώμικου χρήματος» για την παγκόσμια οικονομία





Η καλλιέργεια οπίου στο Αφγανιστάν διπλασιάστηκε μεταξύ 2002 και 2003 κατακτώντας ένα επίπεδο 36 φορές μεγαλύτερο από εκείνο της τελευταίας χρονιάς του καθεστώτος των Ταλιμπάν. Αυτό παραδέχθηκε επίσημα ο Λευκός Οίκος, όπως μετέδωσε το πρακτορείο Ρόιτερς (28/11/2003).
Σύμφωνα με την επίσημη δήλωση του Γραφείου Εθνικής Πολιτικής Ελέγχου των Ναρκωτικών του Λευκού Οίκου, η συνολική έκταση καλλιεργειών παπαρούνας για την παραγωγή οπίου και μορφίνης έφτασε στα 608 χιλιάδες στρέμματα το 2003, σε σύγκριση με 307,6 χιλιάδες στρέμματα το 2002 και 16,8 χιλιάδες στρέμματα το 2001. Έτσι το Αφγανιστάν μετατράπηκε σε χώρα μονοκαλλιέργειας οπίου, που το διαθέτει ως πρώτη ύλη, ή ως μεταποιημένο προϊόν στη διεθνή αγορά ναρκωτικών, μέσω του Ουζμπεκιστάν και του Πακιστάν, όπου ήδη έχει αναπτυχθεί μια μεγάλη βιομηχανία κατεργασίας και μεταποίησης παράνομων ναρκωτικών ουσιών. Το κύκλωμα αυτό των τριών χωρών, Αφγανιστάν-Πακιστάν-Ουζμπεκιστάν, αποτελεί πλέον σήμερα το «χρυσό τρίγωνο» της διεθνούς ναρκοπαραγωγής. Κι όλα αυτά κάτω από την υψηλή κηδεμονία των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Πιάνουν πάτο οι παγκόσμιες επενδύσεις;




Οι παγκόσμιες ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI) για το 2003 εκτιμάται ότι τελικά θα φτάσουν μόλις στα 653 δις δολ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ειδικής υπηρεσίας για την ανάπτυξη του ΟΗΕ. Το αντίστοιχο μέγεθος για το 2002 ήταν 651 δις δολ, ενώ για το 2001 ήταν 824 δις δολ. και για το 2000 ήταν 1,4 τρις δολ. Συνολικά, μέσα στα τρία τελευταία χρόνια, οι ξένες άμεσες επενδύσεις συρρικνώθηκαν κατά 53%. Η πτώση των ξένων άμεσων επενδύσεων υπήρξε ακόμη πιο εντυπωσιακή στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Η καθίζηση αυτή, τόσο ως προς το απόλυτο μέγεθός της, όσο και ως προς τη διάρκειά της, αποτελεί ιστορικό ρεκόρ για την παγκόσμια οικονομία.

Το Ιράκ στα πρόθυρα εμφυλίου;




Πληθαίνουν τα σύννεφα ενός πιθανού εμφυλίου στο Ιράκ. Σε πρόσφατες «τυφλές» βομβιστικές ενέργειες αυτοκτονίας σκοτώθηκαν περισσότεροι από 100 άμαχοι πολίτες του Ιράκ. Αυξάνει ραγδαία ο αριθμός των «τυφλών» επιθέσεων με θύματα αμάχους, σε αντίθεση με παλιότερα όπου κυριαρχούσαν οι επιθέσεις ενάντια σε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους του κατοχικού καθεστώτος και κυρίως εναντίον των Αμερικανών. Η αμερικανική κατοχική διοίκηση έσπευσε να αποδώσει τις επιθέσεις αυτές στην Αλ-Κάιντα και τους «φενταγίν» του Σαντάμ Χουσείν.
Την ίδια ώρα αυξάνουν οι εμπρηστικές δηλώσεις των διαφόρων «μειονοτικών» και θρησκευτικών φυλάρχων, που με την αμέριστη βοήθεια των ΗΠΑ έχουν θρονιαστεί στο σβέρκο των Κούρδων, των Σιιτών και Σουνιτών αράβων. Ο καθένας από δαύτους όλο και πιο ανοικτά διεκδικεί την «αυτονομία» της δικής του «μειονότητας», έτοιμος να τη επιβάλει με όλο το οπλοστάσιο, τα δολάρια και τους μισθοφόρους, με τα οποία τον έχουν προικίσει οι ΗΠΑ, αλλά και οι διακριτές του σχέσεις με τον υπόκοσμο, το λαθρεμπόριο και το οργανωμένο έγκλημα. Όλο και περισσότεροι «ειδικοί» θεωρούν μάλλον «αναπόφευκτο» έναν εμφύλιο ανάμεσα στους τρεις κύριους εθνολογικούς πληθυσμούς του Ιράκ.

Φτάνει πια η κατρακύλα!




Τα πολιτικά μηνύματα για το σύνολο της αριστεράς δεν είναι καθόλου καλά. Δεν είναι η πίεση που ασκεί ο δικομματισμός, αλλά η τραγική απόσταση, το χάσμα, που χωρίζει το σύνολο των δυνάμεων της αριστεράς από τα προβλήματα, τις αγωνίες και τις προσδοκίες των εργαζομένων. Τρανό παράδειγμα είναι και οι πιο πρόσφατες κινητοποιήσεις μια σειράς κλάδων εργαζομένων για τα πιο στοιχειώδη. Εν μέσω ενός πολύ σημαντικού απεργιακού κύματος, τα κόμματα της «ανανεωτικής» και «ταξικής» αριστεράς ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με προεκλογικές μεθοδεύσεις. Καμμιά πολιτική πρωτοβουλία συντονισμού και διεύρυνσης της συνδικαλιστικής πάλης των εργαζομένων, καμμιά προσπάθεια να στηριχθούν και να βαθύνουν οι μαζικοί αγώνες, καμμιά ενέργεια προβολής και ανάδειξης των δίκαιων αιτημάτων, καμμιά συλλογική ανησυχία για το πώς αυτή η πάλη θα έχει συνέχεια με όρους μαζικού οργανωμένου κινήματος, θα βοηθήσει στην άμεση αντιμετώπιση των πιο ζωτικών προβλημάτων των εργαζομένων, θα ανατρέψει τελικά την κυβερνητική πολιτική.

Το Περού στα πρόθυρα της πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής




Στις προεδρικές εκλογές του Περού της 9ης Απριλίου αναδείχθηκε νικητής και με διαφορά ο Ολάντα Χουμάλα, αν και δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη 50% συν ένα ψήφο πλειοψηφία που το εκλογικό σύστημα απαιτεί για την εκλογή προέδρου από την πρώτη Κυριακή. Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο εκλογής ενός «ποπουλιστή» και «εθνικιστή», όπως με μένος αποκαλεί τον Ολάντα η Ουάσινγκτον και οι ντόπιοι εντολοδόχοι της, φαίνεται να συνασπίζεται ολόκληρο το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, οι αντίπαλοι υποψήφιοι, τα ιδιωτικά ΜΜΕ, μαζί φυσικά με τη «διεθνή κοινότητα», η οποία έχει ήδη εκφράσει την «ανησυχία» της για τις εξελίξεις στο Περού. Όμως, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα φαίνεται ότι ο λαός του Περού έχει μπει κι αυτός στο δρόμο της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής.

Ο πόλεμος είναι κομπίνα!




Σμέντλι Μπάτλερ*

Ο πόλεμος δεν είναι παρά μια κομπίνα. Η κομπίνα περιγράφεται, κατά τη γνώμη μου, με τον καλύτερο τρόπο σαν κάτι που δεν είναι ότι φαίνεται στην πλειοψηφία του κόσμου. Μόνο μια μικρή ομάδα γνωρίζει από τα μέσα περί τίνος πρόκειται. Διεξάγεται προς όφελος των πολύ λίγων και σε βάρος των μαζών.
Πιστεύω στην επαρκή άμυνα της ακτογραμμής και σε τίποτε περισσότερο. Εάν ένα έθνος έρθει εδώ για να πολεμήσει, τότε θα πολεμήσουμε. Το πρόβλημα με την Αμερική είναι ότι όταν το δολάριο κερδίζει μόλις 6 τοις εκατό στο εσωτερικό, τότε αποκτά νευρικότητα και πηγαίνει στο εξωτερικό για να κερδίσει 100 τοις εκατό. Τότε η σημαία ακολουθεί το δολάριο και οι στρατιώτες ακολουθούν τη σημαία

ΓΣΕΕ εργατών και όχι εργοδοτών!


Μπροστά στο αίσχος της διετούς ΕΓΣΣΕ 2006-7



Ημέρες δόξας γνωρίζει ο εργατοπατερισμός στη ΓΣΕΕ. Με την υπογραφή της επαίσχυντης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) ο κ. Πολυζωγόπουλος κατακτά επάξια μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεο των εργατοπατέρων δίπλα στους Μακρή, Θεοδώρου, Καρακίτσο, Ραυτόπουλο. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι παλιότεροι διαφέντευαν τη ΓΣΕΕ ελέω διορισμού, ενώ ο απόγονός τους σήμερα χάρη στην απομαζικοποίηση των συνδικάτων, την επιχειρούμενη διάλυσή τους και την εσωτερική τους διάσπαση σε παραταξιακά ή προσωπικά «μαγαζάκια» κορυφών.

Αντί για εθνική συλλογική σύμβαση, συμφωνία «εργασιακής ειρήνης».

Το μήνυμα των εκλογών




Το εκλογικό αποτέλεσμα και η σημασία του για την αριστερά

Οι τελευταίες εκλογές έκρυβαν πολλές εκπλήξεις. Εκ πρώτης όψεως, δυό είναι τα κύρια αποτελέσματά τους: Απ’ την μια, η πρωτοφανής ενίσχυση του δικομματισμού με το 87% των ψήφων, κάτι που συνιστά ιστορικό ρεκόρ για ολόκληρη την μεταπολιτευτική περίοδο. Κι απ’ την άλλη, η πολιτική ήττα της αριστεράς γενικά, που στην περίπτωση του ΣΥΝ και του ΔΗΚΚΙ μετατράπηκε σ’ αληθινή πανωλεθρία.
Οι εντυπώσεις που αφήνει αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα αποτελούν το γόνιμο έδαφος άνθησης κάθε είδους θυμοσοφιών περί «αστείρευτων εφεδρειών» του δικομματισμού, περί «τέλους της μεταπολίτευσης», όπου η πολιτική σκηνή της χώρας αποκτά όλο και πιο σαφή χαρακτηριστικά ενός δικομματισμού αμερικάνικου τύπου, κοκ. Πολλοί μάλιστα έτρεξαν να προδικάσουν το τέλος της αυτοτελούς παρουσίας της αριστεράς στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Το μόνο μέλλον που βλέπουν γι αυτήν είναι είτε στα πλαίσια ευρύτερων αφομοιωτικών απ’ τον δικομματισμό σχημάτων, όπως αυτό της κεντροαριστεράς, είτε στο πολιτικό περιθώριο, εκεί όπου ελπίζουν να ξαποστείλουν το ΚΚΕ κι όσους δεν συμβιβάζονται με την διχτατορία του υπάρχοντος.

Ελληνική Οικονομία





Όμως αυτή είναι η «ομορφιά» για το πολυεθνικό κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Είναι για πρώτη φορά σε θέση να δημιουργεί τέτοιες συνθήκες καθολικής ιμπεριαλιστικής εξάρτησης επιπέδου αποικίας ή ημιαποικίας, ακόμη και για χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης, όπως είναι η Ελλάδα, χωρίς, ταυτόχρονα, να είναι υποχρεωμένος να αναλαμβάνει το ρίσκο της πολιτικής διαίρεσης του κόσμου σε ανταγωνιστικά μπλοκ που αναζητούν σφαίρες τοποθέτησης κεφαλαίων και αγορές. Σήμερα η προσάρτηση των οικονομιών δεν γίνεται κυρίαρχα με όρους πολιτικής, αλλά πρωταρχικά με όρους οικονομικούς, με όρους κίνησης κεφαλαίου, επενδύσεων και εξαγωγικού προσανατολισμού. Σ’ αυτή τη βάση στηρίζεται σήμερα και η πολιτική προσάρτηση, η απεμπόληση της εθνική κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης για τις «αναδυόμενες αγορές». Ο ιμπεριαλισμός της πρώτης περιόδου πρότασσε την πολιτική διαίρεση, ώστε να διευκολύνει την οικονομική διαίρεση των μονοπωλίων. Σήμερα, συμβαίνει το αντίστροφο.

Τα αδιέξοδα του ΣΥΝ





Το τελευταίο συνέδριο του ΣΥΝ αποτελεί υπόδειγμα εκφυλισμού πολιτικού κόμματος. Η πολιτική βάση του ΣΥΝ έχει αμετάκλητα καταδικαστεί σε ρόλο οπαδού μιας δεδομένης κατάστασης, όπου ούτε λόγος δεν της πέφτει για τις ισορροπίες στην κορυφή. Γι αυτές έχουν αναλάβει εργολαβικά οι ελέω θεού ταγοί των φραξιών κορυφής, οι οποίοι ως συνήθως πολιτεύονται με κριτήριο το ίδιον όφελος. Τι απασχόλησε το συνέδριο; Μα τι άλλο, η εκλογική επιβίωση του ηγετικού μηχανισμού. Τι άλλο μπορεί να απασχολεί τυπικούς γραφειοκράτες, παράγοντες και παραγοντίσκους της πολιτικής.

Επείγει μια νέα πολιτική πρόταση υπέρ των εργαζομένων




Η πιο ξεδιάντροπη και προκλητική ενίσχυση των κερδών του μεγάλου κεφαλαίου, η ικανοποίηση των πιο ασύδοτων ορέξεων των ντόπιων και ξένων κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων αποτελεί βασική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής των «μεταρρυθμίσεων». Την κατεύθυνση αυτή οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ υπηρέτησαν με υποδειγματική συνέπεια και αξιοσημείωτη κοινωνική αναλγησία, οδηγώντας τη χώρα σε κατάσταση εκρηκτικής πόλωσης ανάμεσα σ’ έναν μικρό κύκλο εντυπωσιακού παρασιτικού πλουτισμού και στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που επιβιώνει με μεγάλη δυσκολία.

Ώδινεν όρος, κι έτεκεν… ΚΕΔΑ!



Πορεία μέσα στο τέλμα με οδηγό τα ιδεολογικά, πολιτικά και προσωπικά αδιέξοδα


Το Σάββατο, 17 Φλεβάρη του 2001, «πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στελεχών της Κίνησης για την Ενότητα Δράσης της Αριστεράς – ΚΕΔΑ», όπως μας πληροφορεί δελτίο τύπου της ομώνυμης κίνησης. Όμως, ποια είναι αυτή η ΚΕΔΑ; Πρόκειται για τη κίνηση που δημιούργησαν οι Κωστόπουλος, Θεωνάς, Ντρέκος, Ματζουράνης μαζί μ’ ελάχιστους όσους μπόρεσαν να στρατολογήσουν στην ίδια λογική. Τι πρεσβεύει αυτή η κίνηση; Από πρώτη άποψη την πολυπόθητη για πολλούς περιπλανώμενους ιουδαίους «ενότητα δράσης της αριστεράς», αλλά αν διαβάσει κανείς πιο προσεκτικά τα κείμενά τους και παρακολουθήσει τις κινήσεις τους, θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται παρά για το γνωστό πρόσχημα, που χρησιμοποιήθηκε πολλάκις στο παρελθόν, για να συγκαλύψει αλλότριους σκοπούς και προθέσεις. Ας δούμε που το πάνε.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ






Η «παγκοσμιοποίηση», σαν όρος με ιδιαίτερη βαρύτητα, ξεπήδησε αρχικά από τα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και τραπεζών, ήδη απ΄ τις αρχές της δεκαετίας του ’80.  Την εποχή εκείνη ο όρος «παγκοσμιοποίηση» συμπύκνωνε τις νέες επιχειρηματικές βλέψεις του πολυεθνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου να οικοδομήσει μια νέα παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων κι υπηρεσιών, η οποία θα στηριζόταν λιγότερο στις παγκόσμιες εξαγωγές και περισσότερο στις απευθείας πωλήσεις των θυγατρικών των πολυεθνικών. Μια νέα παγκόσμια αγορά που θα αναπτυσσόταν στηριγμένη όχι τόσο στο παγκόσμιο εμπόριο, όσο περισσότερο και κυρίως στην διεθνή κίνηση κεφαλαίου, πραγματικού και χρηματικού.

Όχι στην ιδιωτικοποίηση του κράτους. Ναι στην ανάδειξη του δημόσιου τομέα σε βασικό μοχλό και αναντικατάστατο μέσο για την ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας.




Με το νομοσχέδιο για τις ΔΕΚΟ, η κυβέρνηση επιχειρεί να «κλείσει» οριστικά το ζήτημα του «δημόσιου χαρακτήρα» των επιχειρήσεων κρατικής συμμετοχής, αλλά και των εργασιακών σχέσεων προς όφελος της ασύδοτης ιδιωτικής κερδοσκοπίας.

Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι του νομοσχεδίου για τις ΔΕΚΟ;

1.                  Το νομοσχέδιο αυτό για τις ΔΕΚΟ, δεν προκύπτει από την κατάσταση του δημοσίου τομέα, ούτε της οικονομίας, αλλά αποτελεί μορφή υλοποίησης της οδηγίας Μπολκενστάιν, αλλά και της συνολικότερης πολιτικής της ΕΕ. Η Κομισιόν, κατ’ απαίτηση των ΗΠΑ που πιέζουν αφόρητα για φιλελευθεροποίηση της αγοράς δημόσιων υπηρεσιών στην Ευρώπη, έφερε τη συγκεκριμένη οδηγία, η οποία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τους εργαζόμενους σχεδόν σ’ όλες τις χώρες της ΕΕ.